Αναλύσεις

Η επανεκκίνηση μετά την πανδημία

Στον «βαθμό μηδέν» κοινωνία, πολιτική, οικονομία, υγεία - Πώς θα είναι η επόμενη μέρα της πανδημίας; Πώς τη διαχειριζόμαστε; Στο συγκεκριμένο ερώτημα απαντούν στη «Σ» τέσσερεις διακεκριμένοι ακαδημαϊκοί

Μετά την πανδημία -η διάρκεια της οποίας αλλά και οι επιπτώσεις της είναι αδύνατον αυτήν τη στιγμή να προβλεφθούν- η ζωή μας, η ζωή όλων, δεν θα είναι η ίδια.

Το βέβαιο είναι ότι η επόμενη μέρα δεν θα χρειάζεται απλώς κάποιες διορθωτικές αλλαγές, αλλά μια ριζική επανεκκίνηση σε όλα τα επίπεδα – επανεκκίνηση της κοινωνίας, επανεκκίνηση της πολιτικής, επανεκκίνηση της οικονομίας, επανεκκίνηση της υγείας, επανεκκίνηση της οικολογίας, επανεκκίνηση της ίδιας της ζωής. Και αν η διασφάλιση της ζωής και η διαμόρφωση ενός βιώσιμου ανθρώπινου κόσμου, ικανού όχι μόνο για το ζην, αλλά και για το ευ ζην, είναι το πρώτιστο διακύβευμα, θα πρέπει να τεθούν, άμεσα και επιτακτικά, επί τάπητος ζητήματα που αφορούν στο ερώτημα, σε ποιον κόσμο θέλουμε να ζούμε, ποια η σχέση μας με το περιβάλλον, ποια η επιπτωσιακή τελεστικότητα των εφαρμοζόμενων μοντέλων ανάπτυξης, τι είδους κράτος θέλουμε να έχουμε, ποιος ο ρόλος του απ’ εδώ και πέρα, ποιες προτεραιότητες τίθενται εφεξής και μέσα από ποιες προσεγγίσεις, ποια η σχέση δημόσιου-ιδιωτικού, ποιο το μέλλον της δημοκρατίας μας. Τέσσερεις σημαίνοντες ακαδημαϊκοί καταθέτουν τις απόψεις τους για την επόμενη μέρα, συμφωνώντας στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού προτεραιοτήτων, καθώς και στον επανακαθορισμό του κυρίαρχου πολιτικού προτάγματος και του εφαρμοζόμενου κοινωνικο-οικονομικού υποδείγματος.

Το πολιτικό πρόταγμα στη μετά CΟVID-19 εποχή

(Κώστας Γουλιάμος)

Το επίμαχο, αν όχι επιτακτικό διακύβευμα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε ως κοινωνίες, κυρίως την επόμενη μέρα του τέλους της παγκόσμιας κρίσης από τον CΟVID-19, συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη ενός πλέον διαφορετικού κοινωνικού και, κατ’ επέκτασιν, αναπτυξιακού μοντέλου, επισημαίνει ο καθηγητής Κ. Γουλιάμος, για να προσθέσει ότι ένα τέτοιο εγχείρημα «οφείλει προηγουμένως να λάβει σοβαρά υπόψη μια λησμονημένη συμβουλή του Albert Einstein, την οποία είχε δώσει μετά το τέλος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου: ‘θα χρειαστούμε έναν ουσιαστικά νέο τρόπο σκέψης αν η ανθρωπότητα είναι να επιβιώσει’».

Ακριβώς, αυτός ο νέος τρόπος σκέψης, τονίζει, «απουσίαζε από τη γεωγραφία της κεφαλαιοκρατικής κρίσης της περασμένης δεκαετίας, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να βιώσουν - και εξακολουθητικά βιώνουν - τεράστια αδιέξοδα, αφού και πάλι κυριάρχησαν οι ίδιες πολιτικές συνταγές και οι ίδιες οικονομικές πρακτικές του νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού που δημιούργησε την κρίση. Αναφέρω ενδεικτικά: αβυσσαλέες ανισότητες, διάλυση του κοινωνικού κράτους, ωμή φτωχοποίηση λαών, υψηλή ανεργία, επιδείνωση των κλιματικών αλλαγών, έξαρση/άνοδος ακροδεξιών και νεοφασιστικών κινημάτων, κραυγαλέες εισοδηματικές ανισότητες, επικίνδυνη αύξηση των εργαζόμενων φτωχών και του κοινωνικού αποκλεισμού, εντατικοποίηση των συρράξεων, κατεδάφιση κοινωνικών δικαιωμάτων και εργασιακών κεκτημένων, πρωτοφανής αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, από το οποίο δικαιούχοι των δαπανών πρόνοιας έγιναν κυρίως πανίσχυρες ομάδες συμφερόντων».

Το τελικό αποτέλεσμα, εξηγεί, ταυτίζεται μ’ ένα είδος πολιτικής παθογένειας και οικονομικής αρτηριοσκλήρωσης, γεγονός, άλλωστε, που επιβεβαιώνεται επί των ημερών μας «όταν κανείς διαγνώσει προσεκτικά τους αδιέξοδους, φερ’ ειπείν, τακτικισμούς του Eurogroup, που εν μέσω τεράστιας κρίσης αναζητά ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης των τραπεζών. Θα υποστήριζα πως είναι τουλάχιστον αντιφατικό να μιλάμε για ‘ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο’ με τραπεζικούς και εμπορικούς κανόνες ή/και όρους. Σε κάθε περίπτωση, ολόκληρες κοινωνίες γίνονται καθημερινά αποδέκτες ενός μοντέλου οργανικής κυριαρχίας με πυρήνα τον νεοφιλελεύθερο λόγο, ο οποίος κάνοντας χρήση και κατάχρηση του αφηγήματος της καινοτομίας, συγκαλύπτει επί της ουσίας την αρτηριοσκλήρωση και τις παθογένειες που δημιούργησε».

Συνελόντι ειπείν, υποδεικνύει, η πανδημία έχει αποκαλύψει τη συστημική αντινομία, αλλά και τα επικίνδυνα αδιέξοδα αναχρονιστικών πολιτικών που η κυρίαρχη προπαγάνδα αποκαλεί άλλοτε εκσυγχρονισμό και άλλοτε καινοτομία. «Κυρίως, όμως, ο COVID-19 έχει θέσει υπό βαθιά αμφισβήτηση τον πάσης μορφής και φύσης νεοφιλελευθερισμό που, στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου ρεαλισμού, κατεδάφισε κάθε κοινωνική πτυχή: κοινωνικές αξίες, κοινωνική συνοχή, κοινωνική αλληλεγγύη, κοινωνική πρόνοια, κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό το σύστημα διακυβέρνησης θυσίασε τον ρεαλισμό των αναγκών του 99% για να μείνει προσκολλημένο στη μεταδοσιμότητα και τη συνεκτικότητα της στρατηγικής υπερσυσσώρευσης πλούτου από το ελάχιστο 1%. Από τις στρατηγικές αυτής ακριβώς της μειοψηφίας του 1% - που επηρεάζει άμεσα τη ‘διαβουλευτική δημοκρατία’ (ειδικά όπως την αποδίδουν Habermas & Rawls) πολλών κυβερνήσεων και υπερεθνικών οργανισμών -, (θα) απειλούνται οι κοινωνίες και στη μετα-πανδημική εποχή. Επιπλέον, οι κοινωνίες μας (θα) απειλούνται και μετά το τέλος του COVID-19 από το γνωστό δόγμα του κοινωνικού σοκ, από την κουλτούρα φόβου και την κουλτούρα κρίσης, που εφαρμόζονται κυνικότατα, αν δεν υπάρξει ριζοσπαστικοποίηση της σύγχρονης δημοκρατίας και μάλιστα με όρους ‘αγωνιστικού πλουραλισμού’ και ‘αγωνιστικής δημόσιας σφαίρας’, όπως τους αποκαλεί η Chantal Mouffe». Για τον λόγο τούτο, σημειώνει περαιτέρω, «είναι διαχρονικά επίκαιρος όσο ποτέ άλλοτε ο λόγος του Einstein περί νέου τρόπου σκέψης και, θα πρόσθετα, δράσης. Παράλληλα, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε πως κάθε είδος πολιτικής διακυβέρνησης με κριτήρια πολυεθνικών επιχειρήσεων δεν μπορεί - ακόμα και με όρους bona fide - να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες και τις ανάγκες για πολιτική νεωτερικότητα, τέτοια που να διασφαλίζει την κοινωνική ενότητα και συνοχή στη μετα-πανδημική περίοδο».

Πώς θα μπορούσαν, λοιπόν, σ’ αυτόν τον δυστοπικό κόσμο, τις όψεις του οποίου η κρίση της πανδημίας αποκάλυψε με τα μελανότερα χρώματα, να εναρμονιστούν οι απαιτήσεις του ελευθέρως και εν δικαιότητι ζην σ’ έναν υπεύθυνο συλλογικό βίο;

«Στο δοκίμιο ‘Διαλεκτική της Αρμονίας’, που συγγράψαμε με τον Μίκη Θεοδωράκη, υποστηρίζουμε ότι η δημοκρατική πολιτική οφείλει να είναι στρατευμένη στην αρμονία ως ελευθερία εν δράσει. Ειδικότερα, και μετά από αυτά που σήμερα οι κοινωνίες βιώνουν, πιστεύουμε πως κάθε πολίτης πρέπει να απωθήσει την υπερεκμετάλλευση του θανάτου από τις δυνάμεις του Κακού και, γενικά, όσα διαταράσσουν την ισορροπία του, ενδυναμώνοντας ταυτόχρονα τη δημιουργική, αισθητική και συνθετική ικανότητα της μοναδικότητάς του. Και καταλήγουμε: η μοναδικότητα ως πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πρόταγμα διαμορφώνει εκείνο το είδος πολίτη που μπορεί να γνωρίσει και αισθανθεί τον ασύλληπτα μεγάλο κόσμο της αρμονίας. Αυτό ακριβώς το πρόταγμα - μαζί με τη ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένου του εκδημοκρατισμού των νομισματικών και δημοσιονομικών πολιτικών - αποτελούν από τα ζητούμενα της μεταπανδημικής εποχής, από την οποία ούτως ή άλλως αναμένονται, κατά τη μεταβατική περίοδο, νέοι θεσμοί και κινήματα που, ωστόσο, ακόμα δεν είναι ευδιάκριτα», καταλήγει.

Διαμόρφωση ολοκληρωμένου υποδείγματος

και νέο κοινωνικό συμβόλαιο (Ανδρέας Θεοφάνους)

Η επανεκκίνηση, όταν αρχίσει, θα είναι σταδιακή. Είναι αναμενόμενο, όμως, ότι, όταν μπούμε οριστικά στη διαδικασία της επανεκκίνησης, θα έχουμε υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, επισημαίνει ο καθηγητής Α. Θεοφάνους, υπογραμμίζοντας, ταυτόχρονα, ότι θα πρέπει να αποτραπεί μια κατάσταση καμένης γης. «Τα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι τώρα είναι σημαντικά και κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Επειδή εκφράζονται φόβοι για την άνοδο του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, σημειώνω ότι στην πορεία του χρόνου είναι δυνατό να αντιμετωπισθούν επαρκώς. Τονίζω, επίσης, ότι καθοριστικής σημασίας θα είναι όχι μόνο για την Κύπρο, αλλά και για όλα τα κράτη της Ευρωζώνης, η διαφοροποίηση στις πολιτικές της Γερμανίας και της Ε.Ε.».

Όσον αφορά την επόμενη μέρα, σημειώνει πως έχει ήδη έχει αρχίσει η σχετική συζήτηση, τονίζοντας πως «αναπόφευκτα, θα επηρεασθεί η παγκοσμιοποίηση, η ίδια η ΕΕ και θα επαναξιολογηθεί ο ρόλος του κράτους. Εκ των πραγμάτων, θα επηρεασθεί η καθημερινότητα των πολιτών, περιλαμβανομένων των εργασιακών σχέσεων. Από αυτές τις αλλαγές δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη η Κύπρος. Το ζητούμενο είναι πώς εμείς θα αντιδράσουμε και πώς θα προχωρήσουμε».

Ειδικότερα για την Κύπρο, σημειώνει πως επιβάλλεται, τάχιστα, η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου οικονομικού υποδείγματος, στο πλαίσιο ενός ευρέος και κατεπείγοντος επανασχεδιασμού.

«Σε σχέση με την Κύπρο, και το έχω επισημάνει εδώ και χρόνια, δεν υπάρχει ολοκληρωμένο οικονομικό υπόδειγμα. Η κρίση μάς δημιουργεί την υποχρέωση για επανασχεδιασμό. Στο πλαίσιο αυτής της συνολικής προσέγγισης πρέπει να αντικρίσουμε όλα τα ζητήματα, περιλαμβανομένης και της προώθησης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Αυτό επιβάλλεται εκ των πραγμάτων. Θα πρέπει να δούμε παράλληλα τον ρόλο του κράτους, καθώς και της εταιρικής ευθύνης. Ενώ η έννοια του κέρδους είναι σημαντική, τα υπερκέρδη δεν μπορούν να είναι προτεραιότητα και αυτοσκοπός». Τέλος, καταλήγει, «θα πρέπει να προωθήσουμε την κοινωνική συνοχή, καθώς και να προασπίσουμε τις ατομικές ελευθερίες. Υπογραμμίζω, επίσης, ότι θα πρέπει να αναβαθμισθεί το επίπεδο του πολιτικού μας συστήματος σε όλα τα επίπεδα».

Δύο προτεραιότητες για την επάνοδο

της κοινωνίας: Υγεία και οικονομία (Γιώργος Κέντας)

«Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων στην κυπριακή κοινωνία αγωνιά. Υπάρχει αβεβαιότητα για το πώς θα διέλθει της κρίσης και πώς θα επιστρέψει στην κανονικότητά της. Η αβεβαιότητα αυτή συνδέεται με τα βασικότερα στοιχεία βιωσιμότητας, την υγεία και το εισόδημα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι την επόμενη ημέρα τίποτα δεν θα αλλάξει, αλλά και τίποτα δε θα είναι το ίδιο. Τι δεν θα αλλάξει; Δεν θα αλλάξει η ποιότητα του πολιτικού συστήματος. Όπως το αφήσαμε πριν από τον Μάρτη, έτσι θα επανέλθει και μετά τον Μάιο-Ιούνιο. Δεν θα αλλάξει επίσης ούτε και η ποιότητα της κοινωνίας. Όπως σκεφτόταν και λειτουργούσε πριν και από την κρίση, αυτή έτσι θα συνεχίσει», επισημαίνει ο κ. Γ. Κέντας, για να προσθέσει: «Η κρίση του 2013 μάς δίδαξε κάτι: Όσο έντονος και να είναι ο αιφνιδιασμός και το σοκ μιας κρίσης, δεν μπορούν να αλλάξουν τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας. Διότι, αυτά παρουσιάζουν έντονα στοιχεία ανθεκτικότητας στη συντηρητική τους διάρθρωση και λειτουργία. Τι θα αλλάξει; Τα μέσα και οι δυνατότητες των περισσοτέρων ανθρώπων για να συντηρήσουν την καθημερινότητά τους και να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες και τις υποχρεώσεις τους. Οι δυνατότητες βελτίωσης της ζωής των ανθρώπων και η κατάσταση της ευημερίας τους θα δοκιμαστούν για κάποιους και για κάποιους άλλους θα πληγούν. Μέσα σε αυτήν την παραδοξότητα, να μην αλλάζει τίποτε, αλλά τίποτε να μην είναι όπως παλιά, θα πρέπει να σκεφτεί κάποιος τη διαχείριση της επαναφοράς».

Από μια στρατηγική προσέγγιση, εξηγεί, πρέπει να τεθούν προτεραιότητες. «Διότι, οι ανάγκες θα είναι πολλές, αλλά τα μέσα περιορισμένα. Σε αυτό το πλαίσιο, δύο πρέπει να είναι οι προτεραιότητες. Η πρώτη αφορά στην επικέντρωση στα προβλήματα, τα λάθη, τις παραλείψεις, τις αδυναμίες, αλλά και τα καλά στοιχεία που αναδείχθηκαν στο πεδίο της δημόσιας υγείας. Το σύστημα υγείας στην Κύπρο προσφέρει ένα από τα βασικότερα αγαθά. Με την κρίση αυτή, επιβεβαιώθηκε η πολύ καλή ποιότητα, ο ζήλος και η αυταπάρνηση των γιατρών, του νοσηλευτικού προσωπικού και του άλλου βοηθητικού προσωπικού. Αναδείχθηκαν όμως και πολλές διοικητικές και οργανωτικές αδυναμίες. Ο τομέας της υγείας θα βρεθεί ξανά σε δοκιμασία. Μπορεί και πολύ σύντομα».

Η δεύτερη προτεραιότητα αφορά την οικονομία, προσθέτει, καθώς οι επιδράσεις των περιοριστικών μέτρων που λήφθηκαν για τον έλεγχο της εξάπλωσης του ιού έχουν ήδη δυσμενείς συνέπειες, οι οποίες μέρα με τη μέρα έχουν πολύ αρνητικές προεκτάσεις. «Η οικονομία δεν θα επανέλθει εύκολα στην προηγούμενη κατάσταση. Η κρίση μερικών εβδομάδων θα έχει συνέπειες μερικών μηνών ή/και ετών. Τομείς-πυλώνες της οικονομίας, όπως ο τουρισμός, ο κατασκευαστικός τομέας και οι υπηρεσίες, θα έχουν απώλειες, οι οποίες δεν μπορούν να αποκατασταθούν εύκολα. Η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και η αύξηση της ανεργίας θα έχουν συσσωρευτικές αρνητικές επιδράσεις στη δημόσια οικονομία και τα δημόσια οικονομικά».

Πολλώ μάλλον που η κυπριακή οικονομία είναι ήδη σε ύφεση και το δημόσιο χρέος αναμένεται να ανέβει στο τέλος του χρόνου πάνω από το 115%, διευκρινίζει: «Ο ρυθμός ανάπτυξης θα μετατραπεί από θετικός σε αρνητικός. Το κράτος δεν θα μπορεί να εξυπηρετήσει τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες και τις αναγκαίες δαπάνες χωρίς δανεισμό. Η ΕΕ θα προσφέρει άμεσα πολύ μικρή βοήθεια (2% του ΑΕΠ για τον τομέα της υγείας) και μεσοπρόθεσμη βοήθεια μέσω του ταμείου ανασυγκρότησης και του Προϋπολογισμού της Ένωσης.

Η κυπριακή οικονομία είναι σε προ-μνημονιακή κατάσταση, υπό την έννοια ότι όλα τα στοιχεία συγκλίνουν προς την κατεύθυνση ενός νέου προγράμματος αναγκαστικής δημοσιονομικής προσαρμογής και διαρθρωτικών αλλαγών». Ως εκ τούτου, η στήριξη προς τον τομέα της υγείας, τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους θα λειτουργήσουν ως στοιχείο πυρόσβεσης. «Η ανοικοδόμηση θα είναι μια πολύ πιο απαιτητική και μακροχρόνια προσπάθεια. Ο κίνδυνος μιας νέας κατάστασης χρεοκοπίας είναι ορατός. Γι’ αυτό και η κρίση στην οικονομία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με προνοητικότητα», καταλήγει.

Η ευρωπαϊκή αποβιομηχανοποίηση

και η γεωπολιτική μετατόπιση (Κωνσταντίνος Χριστοφίδης)

Στο γεγονός της αποβιομηχανοποίησης της Ευρώπης και στη μετατόπιση του γεωπολιτικού κέντρου βάρους προς την Κίνα και την Άπω Ανατολή αποδίδει ο κ. Κ. Χριστοφίδης τις αιτίες της σημερινής κρίσης στον ευρωπαϊκό χώρο, τονίζοντας πως και η απάντηση στις προκλήσεις της επόμενης, μετά την πανδημία, μέρας θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της Ευρώπης να επανεύρει τον ιστορικό της ρόλο.

Η διαδικασία αυτή, εξηγεί, συντελέστηκε κυρίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, με μεγάλες εταιρείες μικροηλεκτρονικής και πολλές άλλες υψηλής τεχνολογίας εταιρείες να μεταναστεύουν στην Άπω Ανατολή.

«Στη δεκαετία του ’90, η Ευρώπη, με τους καλύτερους επιστήμονες του κόσμου, άρχισε να μετατρέπεται σε ήπειρο μουσείων και με ένα νοσταλγικό πολιτιστικό παρελθόν. Σε μια προσπάθεια αύξησης των κερδών των εταιρειών, η αποβιομηχανοποίηση και η μετανάστευση των βιομηχανιών προς χώρες με φθηνά εργατικά χέρια, αλλά και ‘φθηνότερα’ μυαλά, ήταν πια μια αποδεκτή πολιτική σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της Γηραιάς Ηπείρου. Τις επιπτώσεις αυτής της αποβιομηχανοποίησης τις ζούμε σήμερα με τον πιο εμφαντικό τρόπο. Όλα αυτά που συμβαίνουν αυτές τις μέρες δυστυχώς μετατοπίζουν το γεωπολιτικό βάρος προς την Άπω Ανατολή και όχι προς εμάς. Ο κερδισμένος της κρίσης θα είναι η Κίνα. Ο οικονομικός πόλεμος της επόμενης μέρας θα καταγραφεί στην ιστορία ως turning point. Η αφρικανική ήπειρος, ο γείτονάς μας δηλαδή, μέσα στην αγωνία της πανδημίας, γυρνά προς την Κίνα και όχι προς εμάς. Αλήθεια, πώς καταφέραμε να μετατρέψουμε την Ευρώπη σε μη υπολογίσιμο παράγοντα; Μια ολόκληρη ήπειρος, η γη του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης, η μεγαλύτερη πολιτιστική δύναμη του πλανήτη, περιμένει με αγωνία ή και ακόμα σφάζεται στα πόδια της Κίνας για την αγορά υγειονομικού υλικού, αλλά και ιατρικού εξοπλισμού».

Καταλήγοντας σε αυτές τις διαπιστώσεις, προσθέτει, οδηγούμαστε στο ερώτημα τι πρέπει και τι μπορεί να γίνει τώρα. «Θα διατεθούν τεράστια κονδύλια αυτές τις μέρες σε μια προσπάθεια διάσωσης των οικονομιών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα χρήματα αυτά θα πρέπει να αποτελέσουν τη βάση της εκ νέου μετατροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ήπειρο βιομηχανικής παραγωγής, ξεκινώντας από τον τομέα της υγείας. Ό,τι έγινε και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Νέες επιδημίες, ίσως και πιο θανατηφόρες, θα έρθουν και πάλι. Επιπρόσθετα, οι χρόνιες παθήσεις θα πρέπει να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα. Πρέπει να ξαναδημιουργηθούν και πάλι βιομηχανίες που θα καλύπτουν τον τομέα της υγείας σε όλη του την ευρύτητα. Οι βιομηχανίες αυτές δεν θα πρέπει, βέβαια, να τοποθετηθούν μόνο στον ευρωπαϊκό βορρά, αλλά να αναπτυχθούν σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Η καθεμιά να έχει τη δική της συμβολή, ίσως με εξειδίκευση και να παράγει και να ερευνά σε ένα κομμάτι του υγειονομικού παζλ. Να δημιουργηθεί, δηλαδή, ένα ευρωπαϊκό δίκτυο παραγωγής ιατρικής γνώσης, υγειονομικού υλικού και ιατρικού εξοπλισμού. Ένα δίκτυο αλληλεξάρτησης και αλληλεγγύης, έτσι ώστε να μη βρεθούμε ξανά στη θέση του αδύνατου και εξαρτώμενου. Στην επόμενη πανδημία όλες οι χώρες του πλανήτη θα πρέπει να στρέφονται προς την Ευρώπη και όχι προς την Άπω Ανατολή. Η Ευρώπη, το σπίτι μας, έχει το ανθρώπινο δυναμικό, έχει αξιόλογα κέντρα έρευνας, πόλους καινοτομίας και πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Ενδεχομένως, όλα αυτά τα χρόνια να έκανε κακές πολιτικές και λανθασμένες οικονομικές επιλογές. Αυτές τις μέρες μάς λείπει, περισσότερο από ποτέ, η γενιά που κυβέρνησε στην Ευρώπη ακριβώς μετά τον πόλεμο. Αυτή που έζησε τον πόλεμο και που θέλησε να την ξαναδημιουργήσει, στηριγμένη στις αρχές της αλληλεγγύης και της συνεργασίας ανάμεσα στους λαούς της, όπως την περιέγραψε και ονειρεύτηκε ο Βίκτορας Ουγκώ».