Όταν η διαφάνεια ισχύει για τους άλλους
Το ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσον οι χρήστες και οι κήρυκες της ανάγκης για διαφάνεια στα δημόσια χρηματοοικονομικά τηρούν και οι ίδιοι μια τέτοια πρακτική; Πόσο ευγενή και αθώα είναι τα κίνητρα πίσω από τη χρήση του όρου διαφάνεια, πότε ισχύει για τους άλλους και πότε για εμάς;
Ο όρος διαφάνεια ως έννοια και ερμηνεία έχει βάναυσα κακοποιηθεί στις μέρες μας και χρησιμοποιείται κατά το πλείστον με έναν υποκριτικό τρόπο, στον οποίο προφανώς κρύβονται υποβολιμαία νοήματα περισσότερο για σκοπούς προπαγάνδας παρά της επιδιωκόμενης πρακτικής για αμοιβαία εμπιστοσύνη κράτους - κομμάτων - πολιτών. Η σημασία της είναι σκόπιμα υπερεκτιμημένη και υπερτονίζεται περίπου ως πανάκεια διά πάσαν νόσον στον νοσηρό κομματικό βίο.
Ο όρος διαφάνεια έγινε του συρμού περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν ο τελευταίος ηγέτης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ανέβηκε στην εξουσία με αδιαφανείς διαδικασίες και κάτω από το σύνθημα Glasnost and Perestroika (διαφάνεια και αναδιοργάνωση), για να ακολουθήσει το γνωστό ντόμινο κατάρρευσης του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Ο πολυαγαπημένος της Δύσης μαστροχαλαστής Γκόρμπι φρόντισε πραξικοπηματικά να μεταφέρει με τη βία τις ιδέες των Δυτικών, τις οποίες υιοθέτησε ως δικές του και τις επέβαλε ετσιθελικά σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης του λεγόμενου σοσιαλιστικού μπλοκ. Αυτά ως παρένθεση.
Τις τελευταίες ημέρες τόσο ο Γ.Γ. του ΑΚΕΛ όσο και άλλα ηγετικά στελέχη του κόμματος της εργατιάς επέκριναν με βαριούς χαρακτηρισμούς τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και την Κυβέρνησή του με αφορμή το νομοσχέδιο για τις κρατικές εγγυήσεις, το οποίο και αποσύρθηκε την περασμένη Τρίτη. Η ηγεσία του ΑΚΕΛ κατηγορούσε την κυβέρνηση για έλλειψη διαφάνειας, για σκοπιμότητες ή και για αλλότρια συμφέροντα.
Καμιά πρόθεση να γίνω συνήγορος μια δεξιάς κυβέρνησης και ενός Προέδρου, ο οποίος διαπνέεται από την ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού, είναι αυτός που είναι και δεν το κρύβει. Είναι ένας πρώην ηγέτης του Συναγερμού, ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία για δεύτερη θητεία και με ποσοστά διπλάσια της δύναμης του κυβερνώντος ΔΗΣΥ. Τώρα ποίοι ευθύνονται γι’ αυτό και αρνούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους είναι άλλο θέμα.
Το ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσον οι χρήστες και οι κήρυκες της ανάγκης για διαφάνεια στα δημόσια χρηματοοικονομικά τηρούν και οι ίδιοι μια τέτοια πρακτική; Πόσο ευγενή και αθώα είναι τα κίνητρα πίσω από τη χρήση του όρου διαφάνεια, πότε ισχύει για τους άλλους και πότε για εμάς;
Πιο κάτω παραθέτω κάποια ενδεικτικά περιστατικά που βγάζουν μάτι:
Κάτω από ποιες διαφανείς διαδικασίες ανανεώνονταν ή αναδιαρθρώνονταν δάνεια σε πρώην στέλεχος του ΑΚΕΛ, το οποίο είχε αποβιώσει τον Οκτώβρη του 2007, αλλά εξακολουθούσε για πάνω από δέκα χρόνια να βρίσκεται στα κιτάπια και στους λογαριασμούς τραπεζικού ιδρύματος ως πρωτο-οφειλέτης για δάνεια; Κάτω από ποιες διαφανείς διαδικασίες εμφανίζετο ο νεκρός ο οποίος υπήρξε και δημόσιο πρόσωπο ως πρωτο-οφειλέτης δανείων, τα οποία ανανεώνονταν από το 2014 μέχρι και το 2018; Και πώς είναι δυνατόν να παραμένει ως πρωτο-οφειλέτης ο θανών και να διαγράφεται άλλο στέλεχος του ΑΚΕΛ με τη δικαιολογία ότι είναι δημόσιο πρόσωπο;
Για το συγκεκριμένο ζήτημα υπάρχει και κατάθεση στην Αστυνομία από συγγενικό πρόσωπο του θανόντος, παρότι περί τα τέλη του 2018 το δάνειο εξοφλήθηκε από κάποιες αόρατες δυνάμεις, όταν αντιλήφθηκαν πως θα υπάρξουν συνέπειες.
Άλλο περιστατικό πλήρους αδιαφάνειας και ενδεχομένως και αποσιώπησης ήταν πριν από μερικά χρόνια η περίπτωση ενός άλλου πρώην στελέχους του ΑΚΕΛ, του Αντώνη Χρυσοστόμου, ο οποίος, σύμφωνα με κατάθεση στην Αστυνομία, κατήγγειλε ότι παραποιήθηκε ή πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του, προκειμένου να παραμείνει πρωτο-οφειλέτης εγγυητής σε δάνειο. Προέβη μάλιστα και δημόσια σε καταγγελίες σε δημοσιογραφική διάσκεψη. Φωνή βοώντος και… «άνευ βλάβης».
Είναι επιχειρήσεις τα κόμματα;
Πολύ πρόσφατα και σύμφωνα με πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας και δεν διαψεύστηκαν, τα κόμματα ΑΚΕΛ και ΕΔΕΚ δήλωσαν μείωση του κύκλου εργασιών τους κατά 25%, προκειμένου να ενταχθούν στο ειδικό Σχέδιο Μερικής Αναστολής των εργασιών τους. Το εν λόγω σχέδιο ανακοινώθηκε από το Υπουργείο Εργασίας στις αρχές της πανδημίας, όταν επιβλήθηκαν τα απαγορευτικά μέτρα διακίνησης, προκειμένου να αποτραπούν οι απολύσεις εργαζομένων από επιχειρήσεις οι οποίες ανέστειλαν τις εργασίες τους.
Δηλαδή, τα κόμματα θεωρούνται πολιτικοί θεσμοί και εισπράττουν παχυλές χορηγίες από το κράτος, αλλά θεωρούνται και «επιχειρήσεις», καθότι δικαιούνται να ενταχθούν και σε σχέδια που αφορούν εταιρείες και επιχειρήσεις;
Τότε, γιατί η ηγεσία του ΑΚΕΛ φωνάζει να μην γίνουν απολύσεις, ούτε και μειώσεις μισθών και προειδοποιεί μάλιστα με ύφος δέκα καρδιναλίων; Γι’ αυτούς που αιτήθηκε ως δικαιούχους του σχεδίου μερικής αναστολής εργασιών δεν θα μειωθεί ο μισθός τους, εφόσον θα λαμβάνουν το ανάλογο επίδομα από το κράτος; Δηλαδή από εμάς τους φορολογουμένους;
Βέβαια, όταν υπάρχει παλλαϊκό αίτημα για κατάργηση των διπλών-τριπλών συντάξεων απαντούν πως αυτό είναι λαϊκισμός ή ρίχνουν τις ευθύνες στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σε ποιαν άλλη ευρωπαϊκή χώρα ισχύει αυτή η απαράδεκτη πρακτική, ένα άτομο, επειδή διετέλεσε αξιωματούχος, να εισπράττει για κάθε πόστο και μια σύνταξη;
Η σύγχρονη έννοια της διαφάνειας και κυρίως στην πολιτική χρησιμοποιείται, όπως φαίνεται, περισσότερο ως άλλοθι νομιμότητας για τους άλλους, όχι όμως και για εμάς. Ως μια επίφαση δημοκρατικότητας, που πρέπει να αφορά όλους τους άλλους πλην του εαυτού μας.
Στην πράξη η διαφάνεια, όπως μας έμαθαν οι επαΐοντες και την έχουν εμπεδώσει ως ύψιστη κοροϊδία και χλευασμό της νοημοσύνης μας, αποβλέπει περισσότερο στη συγκάλυψη παρά στην αποκάλυψη των υπόγειων διαδρομών ή και ενεργειών που γίνονται πίσω από τις πλάτες του λαού.
Όπως, για παράδειγμα, στις διεργασίες για το Κυπριακό. Σκίζουν τα ιμάτιά τους όταν διαρρεύσει κάποια σημαντική πληροφορία για υποχωρήσεις της πλευράς μας και διαμαρτύρονται καταγγέλλοντας ο ένας πολιτικός τον άλλο για διαρροή. Σε τέτοιες περιπτώσεις εξαφανίζονται από το βεληνεκές της διαφάνειας και επιμένουν ως οι εκπρόσωποι του λαού να κόβουν και να ράβουν κατά το δοκούν, λέγοντας και το αμίμητο… «Μα το Εθνικό Συμβούλιο δεν μπορεί να συνεδριάζει στην Πλατεία Ελευθερίας…».
Έχουμε δηλαδή και εδώ μια άλλου είδους διαστροφή της διαφάνειας. Της υποκρισίας και της επιλεκτικής μορφής.