Αναλύσεις

Οι περί εξαγόμενου εθνικισμού πομφόλυγες

Οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ σε Κύπρο και Ελλάδα εξακολουθούν να μην αντιλαμβάνονται ούτε το ιστορικό βάθος, αλλά ούτε τη στρατηγική απόβλεψη του τουρκικού αναθεωρητισμού με το σύστοιχο μαξιμαλιστικό του εκτόπισμα, εμμένοντας σε παραχωμένα και, καταστροφικώς, ακατάλληλα σχήματα πρόσληψης της πραγματικότητας

Ενώ ο νεο-οθωμανικός αναθεωρητισμός, υπό την εφαρμογή του περιλάλητου δόγματος της «γαλάζιας πατρίδας», εκδιπλώνεται με μιαν αμείλικτη συστημική λογική εις βάρος των ελληνικών δικαίων και συμφερόντων, επιδιώκοντας να μετατρέψει τη Μεσόγειο σε «τουρκική λίμνη», εντός της οποίας Ελλάδα και Κύπρος θα μετατραπούν σε περιορισμένης κυριαρχίας προτεκτορατικές οντότητες, οι πολιτικές ηγεσίες σε Ελλάδα και Κύπρο συνεχίζουν να συμπεριφέρονται με μια πρωτοφανώς ανερμάτιστη και σπασμωδική αβελτηρία, αναζητώντας νέες, πλην, όμως, δυσπραγείς, αναπροσαρμοστικές δικλίδες στα αδιέξοδα της ανεπίστροφης, πλέον, πολιτικής του κατευνασμού.

Αντί να περάσουν, έστω την εσχάτη, σε μια οργανωμένη στρατηγική ανάσχεσης του τουρκικού επεκτατισμού, με μακρόπνοο σχεδιασμό και δράση, εξακολουθούν να αντιδρούν σπασμωδικά, με αποσπασματικές, ημιτελείς και ανακλαστικές κινήσεις, με στόχο να… αναβάλουν, κατά τι, το πλήρωμα της επερχόμενης κρίσης, αναμένοντας από… μηχανής ή αμηχάνευτους θεούς να διαδραματίσουν ρόλο απροσδόκητου σωτήρα.

Εξακολουθούν να μην αντιλαμβάνονται ούτε το ιστορικό βάθος, αλλά ούτε τη στρατηγική απόβλεψη του τουρκικού αναθεωρητισμού με το σύστοιχο μαξιμαλιστικό του εκτόπισμα, εμμένοντας σε παραχωμένα και, καταστροφικώς, ακατάλληλα σχήματα πρόσληψης της πραγματικότητας.

Ο τουρκικός αναθεωρητισμός, όπως εκφράζεται με την υλοποίηση του δόγματος της «γαλάζιας πατρίδας», έχει ως στόχο την αποπαγίωση των υφιστάμενων γεωπολιτικών συσχετισμών στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και τη διαμόρφωση νέων, οι οποίοι να καθιστούν δυνατή τη γεωπολιτική ηγεμονία της Τουρκίας και την ανάδειξή της όχι μόνο σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη, αλλά σε δύναμη οικουμενικής εμβέλειας.

Με μιαν αξιοσημείωτη ιστορική ενεργητικότητα, που εκτυλίσσεται σε πολλαπλά επίπεδα ισχύος, δρα αλλοιωτικά επί της ιστορίας, τις πολιτικές μορφοποιήσεις της οποίας, όπως επιβλήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 100 χρόνων, αμφισβητεί και επιχειρεί να ανατρέψει, επιβάλλοντας ένα νέο οθωμανικό imperium.

Νεο-αποικιακή πολιτική

Η Τουρκία την τελευταία δεκαετία και ιδία από το «ανεπιτυχές» πραξικόπημα του 2016 ακολουθεί μια νεο-αποικιακού τύπου πολιτική, συνδυάζοντας και αναβαθμίζοντας όλους τους τελεστές ισχύος, παρουσιάζοντας, ταυτόχρονα, μια πρωτοφανή ικανότητα, αποδεκτής ή ήκιστα αποδεκτής, διείσδυσης σε περιοχές τής πάλαι ποτέ οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και σε σημαντικά διεθνή κέντρα εξουσίας, πετυχαίνοντας είτε τη σύμπραξη είτε την ανοχή μεγάλων και ισχυρών παικτών στις έκνομες και αποσταθεροποιητικές στοχεύσεις της.

Η Άγκυρα, η οποία συμπυκνώνει την ηγεμονική της στόχευση στην εξαντλητικά επαναλαμβανόμενη διαμήνυση ότι καμία απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς τη συγκατάθεση και τη συμμετοχή της (όπερ σημαίνει, η άσκηση ελεύθερης και ανεξάρτητης πολιτικής μεταξύ των κρατών δεν μπορεί να καταστεί δυνατή, αν δεν έχει την επίνευση του αναγεννώμενου Οθωμανού ηγεμόνα), δρα παρεμβατικά σε όλο σχεδόν το γεωγραφικό φάσμα της Μέσης Ανατολής και της ευρωμεσογειακής λεκάνης, έως την καρδιά των Βαλκανίων, συμπεριλαμβάνοντας χώρες ακόμη και της αφρικανικής ηπείρου, όπως η Σομαλία, η Τυνησία κ.λπ. Το σαρωτικό κύμα του τουρκικού αναθεωρητισμού έχει δύο βασικές αιχμές: την προβολή της ωμής στρατιωτικής ισχύος και τις συνεχείς παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, το οποίο είτε μεθερμηνεύει κατά το δοκούν είτε επιχειρεί να το υποκαταστήσει με έκνομες και μη παράγουσες έννομα αποτελέσματα ενέργειες, προκειμένου να αποκομίσει ασύμμετρα πολιτικά οφέλη.

Παρενθετικά, αξίζει να υπομνησθεί πως τη διαρρέουσα βδομάδα, η Τουρκία, πέρα από την κλιμάκωση της στρατιωτικής εμπλοκής της στη Λιβύη και τη συνεχιζόμενη κατοχή και εθνοκάθαρση μέρους της βόρειας Συρίας, διενήργησε νέα πειρατική ενέργεια στο ιρακινό έδαφος – όπου διατηρεί στρατιωτικές βάσεις – εις βάρος πυρήνων του PKK, με στόχο να πλήξει θέσεις και υποδομές Κούρδων ανταρτών, ενώ… συνεχίζει να αφήνει ασχολίαστη τη διαρροή σχεδίων για στρατιωτική εισβολή στην Ελλάδα το 2014, που είδαν το φως της δημοσιότητας την περασμένη Δευτέρα (Τις σχετικές πληροφορίες ανέδειξε αποκαλυπτικό δημοσίευμα της ιστοσελίδας Nordic Monitor, το οποίο έφερε στο φως απόρρητο σχέδιο εισβολής στην Ελλάδα, με την κωδική ονομασία Τζαχά Μπέης (Çaka Bey), που είχε εκπονήσει προ εξαετίας το τουρκικό επιτελείο ενόπλων δυνάμεων. «Το έγγραφο έχει ημερομηνία 13 Ιουνίου 2014, γεγονός που υποδηλοί ότι ενημερώθηκε και οριστικοποιήθηκε εκείνη την ημέρα και -όπως αναφέρει η ιστοσελίδα- πιθανότατα εξακολουθεί να είναι ενεργό! Στα έγγραφα, μάλιστα, περιλαμβάνεται και αυτό ενός άλλου απόρρητου σχεδίου. Πρόκειται για το σχέδιο της επιχείρησης με την ονομασία Altay, που αφορούσε στρατιωτική δράση εναντίον της Αρμενίας, υπόθεση που επίσης είχε αποκαλύψει η Nordic Monitor». Μάλιστα, την τουρκική σιωπή, φαίνεται να ενισχύει και η… απροθυμία της Αθήνας να προβεί σε οιοδήποτε σχόλιο, για λόγους που προφανώς μόνο η ίδια γνωρίζει).

Οξυτονισμός της τουρκικής αναθεωρητικότητας

Αλλά η επίταση αυτή θα ήταν μωρία να ερμηνευθεί ως ένα καινοφανές στοιχείο στην εκδίπλωση της πάγιας τουρκικής επιθετικής πολιτικής, όπως σπεύδουν ορισμένοι να πράξουν, αναγιγνώσκοντας, σήμερα, έναν διαφορετικό Ερντογάν σε σχέση με τον Ερντογάν του 2003 ή του 2005. Αντίθετα, η «αλλαγή» αυτή συνιστά έναν «οξυτονισμό» του ρυθμού και του εύρους εκδίπλωσης της τουρκικής επεκτατικότητας, που εκμεταλλεύεται και στοιχίζεται πλήρως με το momentum της ιστορικής συγκυρίας.

Άλλωστε, το πρόσημο της ακολουθούμενης πολιτικής του Ρ. Τ. Ερντογάν όσον αφορά τα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου, Ελληνοτουρκικά, Κυπριακό, Ενέργεια κ.λπ. - όσα, δηλαδή, θεωρεί η Τουρκία ότι άπτονται των τουρκικών δικαίων και συμφερόντων - απέδωσε ο ίδιος ο εμπνευστής του δόγματος της «γαλάζιας πατρίδας» και «αρχιτέκτων» των παράνομων μνημονίων συνεργασίας μεταξύ της Τουρκίας και της κυβέρνησης GNA, της Τρίπολης, ναύαρχος Τζιχάτ Γιαϊτζί, ο οποίος σε πρόσφατη συνέντευξή του ανέφερε ότι ο Ρ. Τ. Ερντογάν κινείται στο πνεύμα του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, προεκτείνοντας τις αρχές της πολιτικής του.

Οι έμπρακτες τουρκικές αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας, καθώς και η αύξουσα παρεμβατικότητα της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι σημερινό φαινόμενο, αλλά διαπνέονται από μια εδραία στρατηγική συνέπεια, εκδιπλούμενη και κλιμακούμενη σταθερά στον χρόνο.

Και, όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο τουρκικός αναθεωρητισμός ως τέτοιος, είναι, στον βαθύτερο πυρήνα του, συστημικός και δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, την επιθετική εξαγωγή εσωτερικών κρίσεων και προβλημάτων, ούτε συναρτάται με το ποιος βρίσκεται στην εξουσία.

Ο… εξαγόμενος εθνικισμός

Πολλώ, δε, μάλλον, δεν αποτελεί την εκ μέρους του Ρ. Τ. Ερντογάν… εξαγωγή στο εξωτερικό ενός καλλιεργούμενου στο εσωτερικό εθνικισμού προς ικανοποίηση εξουσιαστικών σκοπεύσεων στα πολιτικά πράγματα της χώρας, όπως διετάθη πρόσφατα, επιχειρώντας να διερμηνεύσει την τουρκική επιθετικότητα, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος.

Τούτο περίπου θα ίσχυε, δεδομένης της ενιαίας και ορθολογικά μεθοδευμένης στρατηγικής όλων των τουρκικών κυβερνήσεων για εκπλήρωση του εθνικού όρκου του 1923, μ’ έναν διαφορετικό τρόπο: Εάν, δηλαδή, θεωρήσουμε τον τουρκικό εθνικισμό, ως έκφραση της εθνοφυλετικής ανωτερότητας του τουρκικού έθνους που πρέπει να ουσιοποιηθεί ιστορικά, ως ένα πάγιο και αναλλοίωτο δομικό στοιχείο του ίδιου του τουρκικού κράτους στον βαθύτερο συγκροτητικό πυρήνα του. Προφανέστατα, στο πλαίσιο αυτό, ο εθνικισμός είναι ένα ενδημικό προϊόν που… εξάγουν διαχρονικά όλες οι τουρκικές κυβερνήσεις.

Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν επρόκειτο για απλή… εξαγωγή, αλλά για τη χάραξη και υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης και μακρόπνοης στρατηγικής για την κάρπωση γεωπολιτικής κυριαρχίας, τα απτά αποτελέσματα της οποίας βιώνουμε ως Ελληνισμός, αλλά και άλλοι λαοί της περιοχής, εδώ και δεκαετίες. Και τις επιπολάζουσες ολέθριες επιπτώσεις των οποίων θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε άμεσα, στο παρόν και στο μέλλον, χωρίς καμία ιστορική επιείκεια.

Θα ήταν, άλλωστε, παράλογο, προκειμένου να εξαγάγεις το… ηδύγευστο προϊόν του εθνικισμού, να δημιουργείς μέτωπα και στρατιωτικές εμπλοκές σχεδόν παντού όπου… φτάνει το χέρι σου, σ’ ένα γεωγραφικό τόξο που εκτείνεται από το Ιράκ έως τη Λιβύη και τα Βαλκάνια, να στρατιωτικοποιείς, στα όρια πολεμικής εμπλοκής, τις παράνομες επιδιώξεις σου εναντίον της Ελλάδας, να καταλαμβάνεις… αβρόχοις ποσί την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, να υπογράφεις παράνομα μνημόνια κατανόησης σχετικά με τη δικαιοδοσία των θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο, να υποδαυλίζεις κινήματα και διαδικασίες αποσταθεροποίησης στην Αίγυπτο, στον Λίβανο, στην Υεμένη, να εργαλειοποιείς τον αγώνα των Παλαιστινίων υπέρ των δικών σου συμφερόντων, να μετατρέπεις το προσφυγικό/μεταναστευτικό στη μείζονα συνιστώσα του υβριδικού σου πολέμου εναντίον της Ευρώπης, της Ελλάδας και της Κύπρου, να διεισδύεις στον Καύκασο, να παραβιάζεις παντού και συνεχώς το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα, να κτίζεις βάσεις όπου βρίσκεις… ανοικτές θύρες.

Περίεργο, πράγματι, και δυσχώνευτο προϊόν… εσωτερικής κατανάλωσης για τις αγόμενες από τον δημαγωγό Ερντογάν τουρκο-ισλαμιστικές μάζες.

Επικίνδυνες ψευδαισθήσεις

Δυστυχώς, όλες αυτές οι επικίνδυνες ψευδαισθήσεις της πολιτικής του κατευνασμού, πέραν των φοβικών συνδρόμων πάνω στις οποίες ερείδονται, αρύονται και από μιαν ασύγγνωστη παρανόηση της φύσης του σύγχρονου τουρκικού κράτους, μέσα από τη διαγραφή της ιστορικής του ιδιαιτερότητας.

Τι άλλο, αλήθεια, πρέπει να πει και να πράξει η Τουρκία, για να καταλάβουμε τις προθέσεις της και τι επιδιώκει τόσα χρόνια; Πόσο ακόμα, και με ποιο ανυπολόγιστο αντίτιμο, μπορούμε να βιάζουμε την πραγματικότητα, ώστε να χωρέσει στις άκαμπτες ιδεοληψίες και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις μας; Και σε ποια ανυπέρβλητα αδιέξοδα οδηγεί η συνεχής υποχωρητικότητα έναντι των ακόρεστων τουρκικών διεκδικήσεων; Προφανώς, σε μιαν ατιμωτική ειρήνη, με συνεπακόλουθο τον εθνικό ακρωτηριασμό, ή έναν ανεπιθύμητο πόλεμο.

Πριν από λίγες μέρες ακούσαμε τον τέως ΥΠΕΞ Ιωάννη Κασουλίδη να προτρέπει, ουσιαστικά, την Ελλάδα για εγκατάλειψη του Καστελορίζου σε μια ενδεχόμενη τμηματική συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, παραγνωρίζοντας πως αυτή η αφαίρεση από την ενεργειακή εξίσωση δίνει τη… νίκη στην Άγκυρα, ενώ το κερασάκι στην τούρτα αυτού του ανεμώλιου ψευδορεαλισμού έβαλε ο ΓΓ του ΑΚΕΛ, οποίος εξέφρασε την άποψη ότι η τουρκική επιθετικότητα μπορεί να αναχαιτιστεί «μόνον εάν και εφόσον καταφέρουμε να πείσουμε την Τουρκία, μέσα από έμπρακτες ενέργειες, ότι με την επίλυση των προβλημάτων στη γειτονιά μας, θα καταφέρει να γίνει μέρος των συζητήσεων για την αξιοποίηση του φυσικού πλούτου στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου».

Και κάλεσε την Κυβέρνηση να αναλάβει το σχεδόν… αδύνατο αυτό έργο, να… πείσει την Τουρκία για τα… συμφέροντά της, προκειμένου να μη μας ενοχλεί, χωρίς, βεβαίως, να εξηγήσει πώς θα γίνει αυτό και ποιες είναι αυτές οι έμπρακτες ενέργειες που θα πείσουν και θα διασφαλίσουν τα συμφέροντα της Τουρκίας μετά την «επίλυση των προβλημάτων στη γειτονιά μας». Τη στιγμή που κανείς δεν θέλει ή δεν μπορεί να πείσει την Τουρκία για τίποτε, ακόμη και αυτές οι υπερδυνάμεις και η αξιολύπητη Ευρωπαϊκή Ένωση.

Θέση η οποία παραπέμπει, όπως εξήγησε ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κύπρου στα ΗΕ, Ανδρέας Μαυρογιάννης, στις «σκέψεις» της αμερικανικής διοίκησης επί διακυβέρνησης Ομπάμα, με τη λογική, μέσα από την προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού, να λυθούν και πολλά από τα προβλήματα της Ανατολικής Μεσογείου, διερωτώμενος «κατά πόσον εμείς έχουμε αυτήν την πολυτέλεια, να κάνουμε πρώτα τις μοιρασιές και μετά να περιμένουμε από την Τουρκία να δεήσει να δει το πρόβλημά μας. Μα πώς μπορεί να γίνει αυτό;», διερωτήθηκε, τονίζοντας πως εμείς κάνουμε έναν αγώνα επιβίωσης, καθώς είμαστε υπό κατοχή και έχουμε διαρκείς απειλές της Άγκυρας σε στεριά, θάλασσα και αέρα. «Δεν μπορεί ο άλλος να σου βάλει το μαχαίρι στον λαιμό και να σου λέει τώρα διαπραγματεύσου».

Το ερώτημα, λοιπόν, γι’ αυτήν την άκρως ιδιαίτερη ελληνική συμπεριφορά εκφεύγει του καθιερωμένου πεδίου της πολιτικής, εισβάλλοντας στον χώρο της ψυχικής οικονομίας. Πόσο μπορεί, αλήθεια, να αντέχει κάποιος να ζει αρνούμενος την πραγματικότητα, αναμηρυκάζοντας, μέσα στα σχήματα μιας αποδεκατισμένης από την ισχύ των γεγονότων αντίληψης, τη συνεχή παραθεώρηση του προφανούς; Προφανώς, μέχρι την πλήρη κατάρρευση των ψευδαισθήσεων, που θα συνεπιφέρουν, δυστυχώς, την εξαφάνιση και του ιδίου.