Ανάγκη επανασύστασης του Κυπριακού Στρατού
Έχοντας υπόψη το δεδομένο ότι ο Κυπριακός Στρατός εξακολουθεί να υφίσταται ως νομική οντότητα, η επανενεργοποίηση μπορεί να γίνει άμεσα, με την ψήφιση ενός νόμου, ο οποίος να καταργεί τον αντίστοιχο νόμο ίδρυσης της ΕΦ και με μια διοικητική πράξη του Yπουργού Άμυνας, με την οποία να τερματίζεται η απόσπαση του στρατιωτικού προσωπικού από το Κυπριακό Στρατό στην ΕΦ
Στις διάφορες ανακοινώσεις και σχόλια Αμερικανών αξιωματούχων για την απόφαση των ΗΠΑ να εντάξουν την Κύπρο στο πρόγραμμα της διεθνούς στρατιωτικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, στο πλαίσιο υλοποίησης πρόνοιας του νόμου των ΗΠΑ για την «εταιρική σχέση ασφάλειας και ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο», που ψηφίσθηκε τον περασμένο χρόνο, απουσιάζει η ονομασία των Ενόπλων Δυνάμεων της Κυπριακής Δημοκρατίας που είναι «Εθνική Φρουρά». Αντ’ αυτού αναφέρεται η λέξη Κυπριακός Στρατός ή Στρατός της Κύπρου.
Ασφαλώς δεν πρόκειται για φραστικό λάθος. «Κυπριακός Στρατός» είναι η ονομασία των Ενόπλων Δυνάμεων της Δημοκρατίας όπως καθορίζεται στο άρθρο 129 του Συντάγματος. Η Εθνική Φρουρά, ως γνωστόν, συγκροτήθηκε με νόμο τον Μάρτιο του 1964, στη βάση του δικαίου της ανάγκης, ύστερα από την Τουρκανταρσία, με σκοπό «όπως υποβοηθεί τας τακτικάς δυνάμεις της Δημοκρατίας, ήτοι του στρατού αυτής και τας δυνάμεις ασφαλείας της Δημοκρατίας εις όλα τα αναγκαία μέτρα διά την άμυναν αυτής».
Όπως φαίνεται μέσα από τον νόμο ίδρυσης της ΕΦ, αφενός ο Κυπριακός Στρατός δεν καταργείτο (ως νομική οντότητα υφίσταται μέχρι σήμερα και περιλαμβάνεται στους ετήσιους προϋπολογισμούς του κράτους) και αφετέρου η συγκρότηση της ΕΦ είχε προσωρινό χαρακτήρα. Στην πράξη βέβαια ο Κυπριακός Στρατός διαλύθηκε, αφού όλο το ε/κ προσωπικό που υπηρετούσε σ’ αυτόν αποσπάσθηκε στην ΕΦ.
Αξιολογώντας τα γεγονότα που ακολούθησαν από το 1964 μέχρι σήμερα, θεωρούμε την κατάργηση του Κυπριακού Στρατού ως ένα από τα βασικότερα σφάλματα στη διαχείριση του κυπριακού προβλήματος. Δεν υπήρχε, κατά την άποψή μας, κανένας απολύτως λόγος, η τότε κυβέρνηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια. Οι Τ/κ αποχώρησαν από όλες τις υπηρεσίες του Δημοσίου, καθώς και από τον Στρατό και την Αστυνομία. Η μόνη υπηρεσία που καταργήθηκε ήταν ο Κυπριακός Στρατός. Γιατί άραγε; Μετά την αποχώρηση των Τ/κ, θα μπορούσε ο Κυπριακός Στρατός να παραμείνει με το ε/κ προσωπικό και στη συνέχεια το κράτος να θεσπίσει για τον Κυπριακό Στρατό, όλους τους νόμους και κανονισμούς που θέσπισε για την ΕΦ, περιλαμβανομένης και της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, όπως προβλέπεται στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας.
Παρακάτω, θα συνοψίσουμε τις επιπτώσεις που είχε στη διαχείριση του κυπριακού προβλήματος η κατάργηση του Κυπριακού Στρατού και η κατ’ ανάγκην ίδρυση της ΕΦ.
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η ΕΦ δεν ήταν ένας στρατός που προβλεπόταν από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας. Εκ του γεγονότος αυτού, εξυπακούετο ότι η ΕΦ θα υπήρχε όσο το κυπριακό πρόβλημα παρέμενε άλυτο. Με τη λύση του Κυπριακού θα καταργείτο και η ΕΦ, κάτι βέβαια που ισχύει μέχρι σήμερα και το είδαμε και στο σχέδιο Ανάν. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την προσδοκία που διαπότιζε διαχρονικά το πολιτικό σύστημα για επίλυση του Κυπριακού σε σύντομο χρονικό διάστημα, ήταν ο κύριος λόγος που η Εθνική Φρουρά δεν οργανώθηκε και δεν εξοπλίστηκε σωστά. Η κυρίαρχη λογική των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών - με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις - ήταν ότι δεν ξοδεύεις χρήματα για έναν στρατό που έχει ημερομηνία λήξης. Μήπως ξεχνούμε ότι από την ίδρυση της ΕΦ μέχρι και το 1974 το κράτος δεν ξόδεψε ούτε μια λίρα για εξοπλισμούς της ΕΦ; Ή μήπως είναι τυχαίο το γεγονός ότι πέραν των 5 περίπου δισεκατομμυρίων ευρώ του ταμείου αμυντικής θωράκισης δεν διατέθηκαν για τον σκοπό που εισπράχθηκαν;
Εξυπηρετούνται οι σχεδιασμοί της Τουρκίας
Σε πολιτικό επίπεδο, η διάλυση του Κυπριακού Στρατού το 1964 και η επικείμενη κατάργηση της ΕΦ με την εξεύρεση λύσης εξυπηρετούν πλήρως τους σχεδιασμούς της Τουρκίας αναφορικά με την Κύπρο, όπως αυτοί καθορίσθηκαν από τη δεκαετία του ’50. Αυτοί οι σχεδιασμοί απέβλεπαν στην ασφάλεια της Τουρκίας μέσω του στρατηγικού ελέγχου ολόκληρης της Κύπρου και της ευρύτερης περιοχής. Η ανυπαρξία Ενόπλων Δυνάμεων από το κράτος που θα προκύψει μετά τη λύση, δημιουργεί κενό ασφάλειας στην περιοχή, το οποίο επιδιώκει να καλύψει η Τουρκία μέσω των εγγυήσεων, των επεμβατικών δικαιωμάτων και της παρουσίας τουρκικών στρατευμάτων στο νησί. Αντίθετα, η διατήρηση από το νέο κράτος δικών του Ενόπλων Δυνάμεων, δηλ. του προβλεπόμενου από το Σύνταγμα Κυπριακού Στρατού, ανατρέπει πλήρως τους πιο πάνω σχεδιασμούς της Τουρκίας. Η διατήρηση του Κυπριακού Στρατού ως του θεσμού ασφάλειας που προβλέπεται από το Σύνταγμα και μετά τη λύση, θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, αφού τα ζητήματα ασφάλειας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο (άρθρο 51 του καταστατικού χάρτη) αλλά και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο (άρθρο 4 της συνθήκης της Λισσαβώνας) είναι ζητήματα που αφορούν το ίδιο το κράτος και κανέναν άλλο. Ουδεμία διεθνής ή άλλη συμφωνία που θα αφορά τη λύση του Κυπριακού θα περιλαμβάνει ζητήματα ασφάλειας, γιατί αυτά θα αποφασισθούν από το νέο κράτος που θα προκύψει. Αυτό, άλλωστε, συνέβη και το 1960 με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα κείμενα που αναφέρονταν σε θέματα ασφάλειας (Σύνταγμα, συνθήκη εγγυήσεων και συνθήκη συμμαχίας) υπογράφτηκαν μετά τη συγκρότηση του νέου κράτους. Η συμφωνία εγκαθίδρυσης της ΚΔ δεν περιέχει ούτε μια λέξη για τα ζητήματα ασφάλειας. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, το κράτος μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά και να ανατρέψει τους όρους της διεθνούς συμφωνίας. Αυτό άλλωστε συνέβη με τη συνθήκη του Πότσδαμ (1945), όπου οι τρεις νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποφάσισαν την αποστρατιωτικοποίηση της Γερμανίας. Η ίδρυση όμως του ΟΗΕ και η ύπαρξη του άρθρου 51 (δικαίωμα της αυτοάμυνας) επέτρεψε στη Γερμανία να εξοπλισθεί και σήμερα να είναι μια από τις ισχυρότερες χώρες του ΝΑΤΟ. Αλλά και η Ελλάδα, ενώ σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης θα έπρεπε να τηρεί τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου σε μια μορφή αποστρατιωτικοποίησης, ύστερα από την ίδρυση από την Τουρκία της στρατιάς του Αιγαίου και των απειλών εναντίον των νησιών, εξόπλισε τα νησιά στη βάση των προνοιών του διεθνούς δικαίου χωρίς κανένα πρόβλημα.
Νέα ατζέντα για ασφάλεια
Στο παρόν διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την ανάληψη νέας πρωτοβουλίας επανέναρξης των συνομιλιών, η πλευρά μας μπορεί να αλλάξει την ατζέντα στο κεφάλαιο της ασφάλειας, με την επανενεργοποίηση του Κυπριακού Στρατού. Έχοντας υπόψη το δεδομένο ότι ο Κυπριακός Στρατός εξακολουθεί να υφίσταται ως νομική οντότητα, η επανενεργοποίηση μπορεί να γίνει άμεσα, με την ψήφιση ενός νόμου, ο οποίος να καταργεί τον αντίστοιχο νόμο ίδρυσης της ΕΦ και με μια διοικητική πράξη του υπουργού Άμυνας, με την οποία να τερματίζεται η απόσπαση του στρατιωτικού προσωπικού από το Κυπριακό Στρατό στην ΕΦ. Ουσιαστικά, θα αλλάξει μόνο η ονομασία της ΕΦ και θα ονομάζεται πλέον Κυπριακός Στρατός. Με τη διαφορά, ότι θα πρόκειται για έναν θεσμό που προβλέπεται από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας, δεν θα αμφισβητείται από κανέναν πλέον και στις διαπραγματεύσεις για λύση του Κυπριακού δεν θα συζητείται η κατάργησή του. Προκαταρκτικές συζητήσεις ασφαλώς θα γίνουν για το ζήτημα της ασφάλειας, όμως η τελική απόφαση για την αναδιοργάνωση του Κυπριακού Στρατού και τη συμμετοχή σ’ αυτόν και των Τ/κ είναι κάτι που θα αποφασισθεί από το κράτος που θα προκύψει μετά τη λύση. Ο νέος Κυπριακός Στρατός θα έχει ως κύρια αποστολή την εσωτερική ασφάλεια και την εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων της Κύπρου (Αντιμετώπιση ασύμμετρων απειλών, προστασία ΑΟΖ, προστασία FIR, έρευνα – διάσωση, συμμετοχή στην ΚΕΠΠΑ, συμμετοχή σε ειρηνευτικές αποστολές κ.λπ). Αναφορικά με τις εξωτερικές απειλές, το νέο κράτος θα πρέπει να αποφασίσει, αν θα συνάψει αμυντικές συμμαχίες με γειτονικά κράτη, ή να ενταχθεί σε ένα περιφερειακό σύστημα ασφάλειας, είτε σε κάποιο που ήδη υπάρχει (π.χ. ΝΑΤΟ).
*Αντιστράτηγος ε.α.