45 χρόνια «Σημερινή»: Στην έπαλξη της ελευθεροτυπίας
Χρειαζόταν, λοιπόν, τόλμη, θάρρος, πνεύμα φιλαλήθειας και φρόνημα πατριδοφιλίας αδολίευτης για να αναλάβει κανείς το παράτολμο και ριψοκίνδυνο διάβημα να προσφέρει στην καχεκτική δημόσια ζωή του τόπου, το αγώνισμα του κριτικού λόγου, της σύγκρουσης με τις ποικιλώνυμες κατεστημένες εξουσίες, να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα της απάθειας και του βολέματος
Ήταν σαν προχθές, πριν από 45 ολόκληρα χρόνια. Μέσα στα συντρίμμια της μεγαλύτερης εθνικής καταστροφής που γνώρισε, στη σύγχρονη ιστορία του, ο τόπος. Η προδοσία, η εισβολή, η κατοχή, ο ξεριζωμός, ο ακρωτηριασμός της Ιστορίας, ο βιασμός της μνήμης και της αξιοπρέπειας.
Και μέσα σ’ ένα ασφυκτικά δυσοίωνο τοπίο απουσίας δημόσιου λόγου, κριτικής σκέψης, «θεσμοθετημένης» διαφωνίας, όπου κάθε στρέβλωση του δημόσιου βίου χρεωνόταν στο διπλό ατιμώρητο έγκλημα και στην τραγωδία του 1974. Όπου η αποφορά του εγκλήματος άρχισε να σκεπάζει τα πάντα, κρύβοντας με τις αποπνικτικές αναθυμιάσεις της το σκληρό πρόσωπο της πραγματικότητας που αναδυόταν.
Ήταν σαν ένα κάλεσμα της Ιστορίας που το ’φερναν οι μανιασμένοι αγέρηδες των Καιρών, «γαντζωμένο» στην ανάγκη ανόρθωσης του τόπου και των ανθρώπων του, σαν ένα σάλπισμα αγώνα, άνισου, έστω, ενάντια στις Ερινύες.
Αυτός, όμως, δεν ήταν διανοητός, χωρίς την ύπαρξη ενός ανοικτού δημόσιου χώρου, που θα καθιστούσε δυνατή την ελευθερία της έκφρασης, απερίσταλτη τη διακίνηση απόψεων και ιδεών, σεβαστή την εκφορά της αντίθετης γνώμης, αδιάβλητο τον έλεγχο της ανέλεγκτης εξουσίας, κατοχυρωμένη, πράξει και έργω, την άρθρωση λόγου και αντιλόγου. Χωρίς την ύπαρξη, με άλλα λόγια, μιας άλλης δημοσιογραφίας, ελεύθερης και μαχητικής, χαλκευμένης στα εργαστήρια της ελευθεροφροσύνης και του αδέσμευτου πνεύματος.
Χρειαζόταν, λοιπόν, τόλμη, θάρρος, πνεύμα φιλαλήθειας και φρόνημα πατριδοφιλίας αδολίευτης για να αναλάβει κανείς το παράτολμο και ριψοκίνδυνο διάβημα να προσφέρει στην καχεκτική δημόσια ζωή του τόπου, το αγώνισμα του κριτικού λόγου, της σύγκρουσης με τις ποικιλώνυμες κατεστημένες εξουσίες, να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα της απάθειας και του βολέματος.
Είχα την τύχη να μεγαλώσω σ’ ένα σπίτι από το οποίο η «Σ» δεν έλειψε ούτε μέρα από τότε που εκδόθηκε. Έτσι, γνώρισα τον κίνδυνο να διαβάζεις, αλλά και τη δύναμη να τον επωμίζεσαι, σε καιρούς που έννοιες όπως «ελευθερία της έκφρασης» και «δικαίωμα στην αντίθετη άποψη» ήταν πράγματα περίπου άγνωστα για την κυπριακή κοινωνία - μια κοινωνία υπνωτισμένη στην αίθουσα με τους παραπλανητικούς καθεστωτικούς καθρέφτες της. Και, μαζί με αυτόν, τον άλλο κίνδυνο, τον διακυβευματικό της υπεύθυνης γνώμης, με τη βούληση να αναδειχθεί και να κριθεί η πραγματικότητα σε όλες τις πτυχές και διαστάσεις της.
Ίσως, η μεγαλύτερη προσφορά της «Σ» έγκειται σ’ αυτό: Ότι, με την τόλμη και τον ακατάβλητο μόχθο των δημοσιογράφων της, καθιέρωσε έναν νέο κώδικα εκφοράς του δημόσιου λόγου, διαμορφώνοντας έναν άλλο τρόπο του δημοσιογραφείν, που άνοιξε δρόμους για την εξέλιξη της δημοσιογραφίας στον τόπο, συνδέοντάς την, άρρηκτα, με την ευθύνη για τα Κοινά. Ότι θεσμοθέτησε, κάνοντάς το πράξη και τρόπο ζωής, τη φράση του Ρήγα, που αποτελεί και την προμετωπίδα της, «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά».
Πράγματα «ξένα» για τους κυρίαρχους λόγους της καθεστωτικής μονομέρειας, που απλώνονταν, με επαναληπτική κακογουστιά, στο δύσθημο τοπίο του δημόσιου βίου.
Συνέβαλε, έτσι -υποστηρίζοντας, μέχρις εσχάτων, σε μια περίοδο μισαλλόδοξου παραταξιακού οπαδισμού, το αγαθό της ελεύθερης ενημέρωσης- στη διαμόρφωση της έννοιας του υπεύθυνου δημοκρατικού πολίτη. Ενός πολίτη ενημερωμένου και κριτικά σκεπτόμενου, που εγείρεται ενάντια στις ποικιλώνυμες εξουσίες που ορίζουν τη ζωή του, θέτοντας όρια, ζητώντας λογοδοσία, απαιτώντας ευθύνη.
Ταυτόχρονα, με την ερευνητική, υπεύθυνη και μαχητική γραφίδα της έφερε τον αναγνώστη μπροστά στα προβλήματα της ίδιας της καθημερινότητάς του, βοηθώντας τον να σχηματίσει άποψη γι’ αυτά και να αγωνιστεί για την επίλυσή τους, αποκάλυψε τις υπόγειες διαδρομές της διαφθοράς και των σκανδάλων στους αφανείς αγωγούς της εξουσίας, προέβαλε και στήριξε δίκαια συλλογικά και κοινωνικά αιτήματα, όρθωσε τη φωνή της προς υπεράσπιση των δυσπραγούντων και αδικημένων συνανθρώπων μας.
Η «Σημερινή», παρά τις όποιες -καλοπροαίρετες, πάντοτε- αστοχίες και αβλεψίες της, εδραίωσε στον δημόσιο βίο το ελευθέρως λέγειν και διανοείσθαι, εκείνη την αναπαλλοτρίωτη ελευθερία που ο Αλμπέρ Καμύ θεωρούσε όρον εκ των ων ουκ άνευ για να υπάρξει Τύπος αντάξιος της αποστολής του: «Ο ελεύθερος Τύπος μπορεί να είναι είτε καλός είτε κακός, αλλά χωρίς ελευθερία, είναι απόλυτα βέβαιον ότι ο Τύπος δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από κακός».
Με τα λόγια του φίλου και δασκάλου, Σάββα Ιακωβίδη, «η "Σημερινή" είχε στόχο να μην είναι μια εφημερίδα όπως αυτές που κυκλοφορούσαν ήδη. Ήθελε να είναι μια εφημερίδα τελείως διαφορετική από τις άλλες. Και τότε εμείς, νεαροί ρεπόρτερ, νεαροί δημοσιογράφοι στο επάγγελμα, μαζί με τους ιδρυτές ξεκινήσαμε αυτήν την επανάσταση. Διότι, ουσιαστικά, η "Σημερινή" έφερε μια επανάσταση. Επανάσταση στον Τύπο, επανάσταση στον τρόπο σκέψης, επανάσταση στην ανάλυση, στο ρεπορτάζ, στην αρθρογραφία, στην κριτική και επικριτική αντιμετώπιση των γεγονότων και κυρίως των πολιτικών και της πολιτικής».
Επανάσταση συνεχής και αμείωτη, που συνεχίζει εδώ και 45 χρόνια, παρά τις αντιξοότητες και τα προβλήματα, να αναδιαμορφώνει το τοπίο της δημόσιας ζωής, για ένα καλύτερο μέλλον για τον τόπο και τους ανθρώπους του.