Αυξήθηκαν οι επισκέψεις σε ψυχίατρους και η χρήση αντικαταθλιπτικών
Η χρήση αντικαταθλιπτικών αυξήθηκε κατά σχεδόν δυόμισι φορές από το 2000 έως το 2020 σε 18 ευρωπαϊκές χώρες
Η παγκόσμια κατανάλωση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων έχει αυξηθεί δραματικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, με τους Ευρωπαίους να είναι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές. Η χρήση αντικαταθλιπτικών αυξήθηκε κατά σχεδόν δυόμισι φορές από το 2000 έως το 2020 σε 18 ευρωπαϊκές χώρες, σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
Δημοσίευμα του Euronews αναφέρει ότι η μέση κατανάλωση αντικαταθλιπτικών σε 18 ευρωπαϊκές χώρες ήταν 30,5 καθορισμένη ημερήσια δόση ανά 1.000 άτομα την ημέρα το 2000, αυξάνοντας σε 75,3 την καθορισμένη ημερήσια δόση το 2020, μια αύξηση 147%.
Αν και δεν υπάρχουν επίσημα συγκρίσιμα στοιχεία σχετικά με το ποσοστό των ατόμων που αναφέρουν ότι έχουν χρόνια κατάθλιψη ή συμβουλεύονται ψυχολόγο, ψυχοθεραπευτή ή ψυχίατρο, έρευνα που δημοσίευσε η Eurostat παρέχει ορισμένες πληροφορίες. Το 2019 η Eurostat διαπίστωσε ότι το 7,2% των πολιτών της ΕΕ ανέφεραν ότι είχαν χρόνια κατάθλιψη, η οποία ήταν μόνο μια μικρή αύξηση σε σύγκριση με το 2014 (+0,3%).
Το 2019 η Πορτογαλία (12,2%) είχε το υψηλότερο μερίδιο του πληθυσμού που ανέφερε χρόνια κατάθλιψη, ακολουθούμενη από τη Σουηδία (11,7%), τη Γερμανία και την Κροατία (αμφότερες από 11,6%). Το μερίδιο των ατόμων που ανέφεραν χρόνια κατάθλιψη ήταν χαμηλότερο στη Ρουμανία (1%), τη Βουλγαρία (2,7%) και τη Μάλτα (3,5%). Όσον αφορά την Κύπρο, βρίσκεται λίγο πιο κάτω από τη μέση του καταλόγου, με το ποσοστό αναφοράς για χρόνια κατάθλιψη να είναι στο 4,7%.
Είναι ενδιαφέρον ότι οι δύο κορυφαίες χώρες, η Ισλανδία (15,6%) και η Πορτογαλία (12,2%) στην αναφορά χρόνιας κατάθλιψης είχαν επίσης την υψηλότερη κατανάλωση αντικαταθλιπτικών με 153 καθορισμένη ημερήσια δόση και 131 καθορισμένη ημερήσια δόση το 2020 αντίστοιχα.
Δεν υπάρχουν επίσημα δεδομένα, γιατί δεν υπήρχε ένα κεντρικό τμήμα καταγραφής των περιστατικών - Ωστόσο, αυτό θα γίνει εφικτό με το ΓεΣΥ, στο οποίο οι γιατροί και οι ψυχολόγοι που συμμετέχουν θα καταγράφουν τις διαγνώσεις
Μερίδιο του πληθυσμού ανά χώρα που αναφέρει χρόνια κατάθλιψη: Ισλανδία 15,6%, Πορτογαλία 12,2%, Σουηδία 11,7%, Κροατία και Γερμανία 11,6%, Λουξεμβούργο και Δανία 10%, Τουρκία 9%, Ηνωμένο Βασίλειο 8,9%, Φινλανδία 8,8%, Νορβηγία και Λετονία 8,4%, Ολλανδία 8,3%, Σλοβενία 7,9%, Γαλλία 7,7%, Αυστρία 7,5%, Βέλγιο 7,3%, Λιθουανία και Εσθονία 7%, Ισπανία 5,7%, Ιταλία 5,3% Κύπρος, 4,7%, Τσεχία 4,4%, Σερβία και Σλοβακία 4,3%, Πολωνία 4,2%, Ουγγαρία 4%, Ιρλανδία 3,9%, Ελλάδα 3,8%, Μάλτα 3,5%, Βουλγαρία 2,7%, Ρουμανία 1%. Μέσο ποσοστό για τα 27 κράτη μέλη της Ευρώπης είναι το 7,2%.
Δεν υπάρχουν επίσημα δεδομένα για την Κύπρο
Για τις ψυχικές παθήσεις στην Κύπρο και συγκεκριμένα για την κατάθλιψη μίλησε στη «Σ» ο Δρ Ανδρέας Χατζηττοφής, Επίκουρος καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Αρχικά ανέφερε ότι η κατάθλιψη είναι μια από τις πιο συχνές ψυχικές διαταραχές στον κόσμο και περιλαμβάνει συμπτώματα που συνήθως επηρεάζουν τα συναισθήματα, το πώς σκέφτεται κάποιος, πώς λειτουργεί στην καθημερινότητά του. «Είναι πάθηση η οποία επιδρά σε πάρα πολλούς τομείς της ζωής και συνήθως εμφανίζεται πιο συχνά στις γυναίκες παρά στους άνδρες και πιο συχνά στην ενηλικίωση πάρα στην παιδική ηλικία». Συμπλήρωσε ότι είναι ένας από τους κύριους λόγους που ο κόσμος πάει σε ψυχίατρο ή σε επαγγελματία υγείας για να προσπαθήσει να βρει βοήθεια.
Μιλώντας ειδικότερα για την Κύπρο, ανέφερε ότι δεν υπάρχουν επίσημα δεδομένα γιατί δεν υπήρχε ένα κεντρικό τμήμα καταγραφής των περιστατικών. «Αυτό θα γίνει εφικτό με το ΓεΣΥ, στο οποίο οι γιατροί και οι ψυχολόγοι που συμμετέχουν θα καταγράφουν τις διαγνώσεις». Σημείωσε ότι η διεθνής βιβλιογραφία αναφέρει ότι περίπου το 5% του πληθυσμού ανά πάσα στιγμή θα έχουν κατάθλιψη, ενώ ο κίνδυνος για να πάθει κάποιος κατάθλιψη στη ζωή του είναι ένας στους επτά, δηλαδή το 15%.
Διευκρίνισε ότι πριν από την έναρξη του ΓεΣΥ υπήρχε ένας μεγάλος ιδιωτικός τομέας. «Πάρα πολύς κόσμος πήγαινε στον ψυχίατρο, αλλά δεν ήταν γνωστό. Το 4,7% ή το 5% που υπολογίζουμε, θα έλεγα ότι είναι μια μέση εκτίμηση από τη χρήση φαρμάκων, αλλά αυτό το ποσοστό μπορεί να είναι πιο μεγάλο και να φτάνει τις χώρες της δυτικής Ευρώπης, που μπορεί να έχουν και τριπλάσια ποσοστά από την Κύπρο».
Εξήγησε ότι υπάρχουν έμμεσοι δείκτες για χρήση αντικαταθλιπτικών και οι παραπομπές στον ψυχίατρο. «Τουλάχιστον για το ΓεΣΥ ξέρουμε ότι οι παραπομπές στον ψυχίατρο έχουν αυξηθεί πάρα πολύ τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Εμείς οι γιατροί κλινικά μπορούμε να το δούμε, αλλά για να έχουμε σφαιρική εικόνα πρέπει να δούμε πόσες παραπομπές γίνονται από τους προσωπικούς γιατρούς». Συμπλήρωσε ότι ο ΟΑΥ κάποια στιγμή επιβεβαίωσε την αύξηση των παραπεμπτικών για ψυχίατρο τα τελευταία δύο χρόνια. «Για την Ευρώπη έχουμε περισσότερα δεδομένα που δείχνουν αύξηση στη χρήση φαρμάκων και διαγνώσεων».
Ακόμη, είπε ότι υπάρχουν και άλλοι δείκτες που αφορούν τις αυτοκτονίες, οι οποίοι δείχνουν ότι στην Κύπρο είναι σταθερές τα τελευταία χρόνια. «Πάλι δεν έχουμε δεδομένα των τελευταίων δύο χρόνων γιατί αργεί να γίνει καταγραφή του συστήματος». Επεσήμανε ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει μια επιτροπή που καταγράφει στοιχεία για τις ψυχικές ασθένειες, όμως υπάρχει μια επιτροπή που ιδρύθηκε πριν από δύο χρόνια και αφορά την εθνική στρατηγική για την αυτοκτονία. Τόνισε ότι πριν από δύο χρόνια η Βουλή είχε ζητήσει στοιχεία για τις ψυχικές ασθένειες, αλλά δεν υπήρχαν δεδομένα. «Έγινε μια συνεννόηση με τον ΟΑΥ έτσι ώστε να ξεκινήσει να προσφέρει πολιτικές υγείας σε πιο κεντρικό επίπεδο», ανέφερε.
Μιλώντας για τους παράγοντες κινδύνου, ανέφερε ότι είναι το γενετικό υπόβαθρο το οποίο υπολογίζεται μέχρι 60%-70%. «Αυτό το βλέπουμε από μελέτες διδύμων, δηλαδή αν έχουμε δύο δίδυμους που έχουν κοινό γενετικό υλικό, τότε ο κίνδυνος να έχει ο ένας αν έχει και ο άλλος φτάνει το 70%». Πρόσθεσε ότι υπάρχουν οι περιβαλλοντικοί παράγοντες οι οποίοι είναι συνήθως τα στρεσογόνα γεγονότα κατά τη διάρκεια της ζωής, η κακοποίηση στην παιδική ηλικία, η ανεργία, ο χωρισμός, η απώλεια ανθρώπων, οι χρόνιες παθήσεις και το γενετικό υπόβαθρο του καθενός. «Η πανδημία και ο εγκλεισμός είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των κοινωνικών επαφών και την απομόνωση για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, με κάποιες ομάδες πιο ευάλωτες να παρουσιάζουν συμπτωματολογία. Ξέρουμε ότι υπάρχει αύξηση των περιστατικών που φτάνουν στον ψυχίατρο και αύξηση της χρήσης φαρμάκων, η οποία γίνεται στον κόσμο περιλαμβανομένης και της Κύπρου. Ήταν αναμενόμενο να έχουμε μια ετεροχρονισμένη αύξηση των περιστατικών, γιατί τα αποτελέσματα τα βλέπουμε λίγο αθροιστικά». Επιπλέον, ανέφερε ότι καταθλιπτικά συμπτώματα μπορούν να προκαλέσουν και ορισμένα φάρμακα.
«Η κατάθλιψη είναι η κύρια αιτία ανικανότητας στην εργασία»
Ο Δρ Χατζηττοφής αναφέρθηκε και στα συμπτώματα, τα οποία μπορεί να εμφανίσει κάποιος, με πιο χαρακτηριστική την έκπτωση λειτουργικότητας. «Δεν μπορεί να λειτουργεί στις καθημερινές τους δραστηριότητες ώστε να είναι παραγωγικός. Θα δούμε αίσθημα θλίψης και στεναχώριας. Θα μειωθεί το ενδιαφέρον για δραστηριότητες που απολάμβανε, ενώ μπορεί να χάσει και βάρος αλλά και το αντίθετο, να τρώει υπερβολικά». Σημείωσε ότι θα υπάρξουν διαταραχές στον ύπνο, γενικευμένη κόπωση, επιβράδυνση των κινήσεων, του λόγου και της σκέψης. «Τα πιο σοβαρά συμπτώματα αφορούν τις σκέψεις θανάτου, αυτοκτονίας και αναξιότητας. Είναι συμπτώματα που παρουσιάζονται καθημερινά με χρονικό όριο δύο εβδομάδων». Εξήγησε ότι οι νέοι μπορεί να παρουσιάσουν νευρικότητα και θυμό αντί για λύπη. Επιπλέον, ανέφερε ότι τα άτομα αντιλαμβάνονται ότι έχουν πρόβλημα. «Το πρόβλημα είναι αν υπάρχει στίγμα στην κοινωνία με αποτέλεσμα να μην ψάξει κάποιος για βοήθεια. Αν κάποιος καθυστερήσει να πάρει βοήθεια, τότε αυξάνεται το πρόβλημα. Η κατάθλιψη είναι η κύρια αιτία ανικανότητας στην εργασία», ανέφερε.
Ο Δρ. Χατζηττοφής κλήθηκε να σχολιάσει αν υπάρχουν στην Κύπρο οι υπηρεσίες ώστε να βοηθηθούν οι πάσχοντες, υπογραμμίζοντας ότι το ΓεΣΥ βοήθησε στην πρόσβαση από οικονομικής πλευράς. «Βοήθησε να αντιμετωπιστούν ως προβλήματα δημόσιας υγείας. Ο ΟΚΥπΥ έχει ένα εκτεταμένο δίκτυο υπηρεσιών αλλά και κατάλληλη νοσηλεία στις περιπτώσεις που θα χρειαστεί». Διευκρίνισε ότι το κύριο πρόβλημα είναι να φτάσει κάποιος να πάρει τη βοήθεια. Όσον αφορά την αύξηση στη χρήση φαρμάκων, τόνισε ότι υπάρχει στις περισσότερες χώρες του κόσμου τα τελευταία 20 χρόνια. «Είναι λόγω της αναγνώρισης των ψυχικών παθήσεων», είπε.
Τέλος, μίλησε για τον στόχο της θεραπείας, ο οποίος είναι να φτάσει σε πλήρη ύφεση ο ασθενής. «Να γίνει τελείως καλά. Αν μείνουν συμπτώματα, τότε ο κίνδυνος να υποτροπιάσει είναι τεράστιος». Συμπλήρωσε ότι ο ασθενής όταν γίνει καλά συνεχίζει για ένα χρονικό διάστημα τη θεραπεία. «Τα φάρμακα έχουν εξελιχθεί πάρα πολύ και δεν είναι εθιστικά ούτε για να τους κάνουν ζόμπι, όπως ακούμε. Χρειάζεται καλή ρύθμιση».