Αποδόσεις Ευρωπαϊκών Ομολόγων
Το αυξανόμενο κόστος δανεισμού πιέζει την Ευρώπη, με τη Γαλλία στο επίκεντρο – Οι επιπτώσεις για την Κύπρο, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Τις τελευταίες εβδομάδες, οι κυβερνήσεις της Ευρώπης δανείζονται όλο και πιο ακριβά. Η λεγόμενη «απόδοση» ενός κρατικού ομολόγου δεν είναι τίποτε άλλο από το επιτόκιο που ζητούν οι επενδυτές για να δανείσουν χρήματα σ’ ένα κράτος, και αυτό το επιτόκιο ανεβαίνει σχεδόν παντού. Την περασμένη Πέμπτη, η Γαλλία πλήρωνε σχεδόν 4,9% για να δανειστεί για δέκα χρόνια, το υψηλότερο κόστος που έχει γνωρίσει εδώ και περίπου είκοσι πέντε χρόνια. Η Ιταλία πληρώνει γύρω στο 4,7%, ενώ ακόμη και η Γερμανία, η πιο αξιόπιστη χώρα της ευρωζώνης, πληρώνει πλέον περίπου 3,5%. Για να καταλάβουμε την αλλαγή, αρκεί να θυμηθούμε ότι πριν από λίγα χρόνια οι επενδυτές ουσιαστικά πλήρωναν τη Γερμανία για να της δανείσουν χρήματα.
Δεν πρόκειται για αμιγώς ευρωπαϊκό φαινόμενο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κόστος δανεισμού του Δημοσίου βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002 και στην Ιαπωνία στο υψηλότερο από το 1996. Επειδή τα κεφάλαια κινούνται ελεύθερα σε όλο τον κόσμο, όταν ο δανεισμός ακριβαίνει στην Αμερική, ακριβαίνει αναπόφευκτα και στην Ευρώπη.
Γιατί συμβαίνει όλο αυτό; Οι λόγοι είναι βασικά τρεις. Ο πρώτος είναι η ενέργεια. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ αντιμέτωπα με το Ιράν, έχει ανεβάσει την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Ακριβότερη ενέργεια σημαίνει ότι σχεδόν όλα τα αγαθά γίνονται ακριβότερα, ενώ ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη έχει ήδη ξεπεράσει το 3%. Ο δεύτερος λόγος είναι οι Κεντρικές Τράπεζες. Για να συγκρατήσει τις τιμές, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε τα επιτόκια τον Σεπτέμβριο και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων, ενώ ταυτόχρονα σταματά σταδιακά να αγοράζει κρατικά ομόλογα, όπως έκανε μαζικά επί σειρά ετών. Ο τρίτος λόγος είναι ότι τα κράτη δανείζονται πολύ. Μόνο φέτος, κυβερνήσεις και επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο θα ζητήσουν από τις αγορές περίπου 29 τρισεκατομμύρια δολάρια, κυρίως για να αποπληρώσουν παλαιότερα δάνεια. Όταν η προσφορά χρέους αυξάνεται και οι πρόθυμοι αγοραστές λιγοστεύουν, η τιμή του χρήματος ανεβαίνει.
Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ανησυχίας δεν βρίσκονται αυτήν τη φορά οι χώρες του Νότου, όπως το 2010, αλλά η Γαλλία, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης. Το κράτος δαπανά κάθε χρόνο ποσό που υπερβαίνει τα έσοδά του κατά περισσότερο από 5% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος πλησιάζει το 120% του ΑΕΠ. Για να μπει τάξη στα δημόσια οικονομικά, θα χρειάζονταν σημαντικές περικοπές και νέοι φόροι, όμως κανένα κόμμα δεν δείχνει διατεθειμένο να προτείνει τέτοια μέτρα, ενόψει μάλιστα των προεδρικών εκλογών του 2027 και της ανόδου των άκρων. Οι αναλυτές έχουν ήδη επινοήσει και νέο ακρωνύμιο, τα «FROGS», για να περιγράψουν το υπερμέγεθες γαλλικό κράτος, όπως παλαιότερα μιλούσαν για τα «PIIGS». Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών επιμένει ότι οι επενδυτές εξακολουθούν να θέλουν γαλλικά ομόλογα, απλώς ζητούν υψηλότερο επιτόκιο. Αυτό, όμως, είναι ακριβώς το πρόβλημα: κάθε νέο δάνειο κοστίζει περισσότερο και όλο και περισσότερα δημόσια χρήματα κατευθύνονται στην πληρωμή τόκων αντί να διατίθενται για σχολεία, νοσοκομεία ή επενδύσεις.
Κρίσιμη είναι η στάση της ΕΚΤ. Η Φρανκφούρτη έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να σπεύσει να στηρίξει τη Γαλλία και ότι δεν είναι δουλειά της να λύνει τα δημοσιονομικά προβλήματα των κυβερνήσεων. Το Eurogroup, από την πλευρά του, ζητά από το Παρίσι έναν αξιόπιστο προϋπολογισμό. Το δίλημμα είναι πραγματικό. Αν η ΕΚΤ παρέμβει, θα κατηγορηθεί ότι διασώζει μια σπάταλη κυβέρνηση και θα εξοργίσει τους φορολογουμένους στη Γερμανία και στις χώρες του Βορρά. Αν δεν παρέμβει, την πειθαρχία θα την επιβάλουν οι αγορές, συνήθως με πολύ σκληρότερο τρόπο.
Ο φόβος είναι ότι η αναταραχή θα εξαπλωθεί. Η Ιταλία έχει ήδη δει το κόστος δανεισμού της να ανεβαίνει απότομα, ενώ οι μετοχές των ευρωπαϊκών τραπεζών υποχώρησαν αισθητά αυτή την εβδομάδα. Ο λόγος είναι απλός: οι τράπεζες κατέχουν τεράστιες ποσότητες κρατικών ομολόγων και, όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν, η αξία των παλαιότερων ομολόγων πέφτει. Ο οίκος αξιολόγησης DBRS εκτιμά, πάντως, ότι ο κίνδυνος είναι διαχειρίσιμος, καθώς οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι σήμερα πολύ πιο κερδοφόρες και καλύτερα κεφαλαιοποιημένες απ’ ό,τι ήταν κατά την κρίση του 2011.
Για τον απλό πολίτη και τις επιχειρήσεις, όλα αυτά δεν αποτελούν μια αφηρημένη υπόθεση των χρηματαγορών. Τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων λειτουργούν ως βάση για όλα τα υπόλοιπα, από τα στεγαστικά δάνεια μέχρι τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Όταν ακριβαίνει ο δανεισμός του κράτους, ακριβαίνει ο δανεισμός για όλους, οι επενδύσεις επιβραδύνονται και η ανάπτυξη χάνει τη δυναμική της. Η Ευρώπη κινδυνεύει, έτσι, να βρεθεί αντιμέτωπη με τον χειρότερο συνδυασμό: ακριβή ζωή, λόγω της ενέργειας, και, ταυτόχρονα, μια οικονομία που χάνει τη δυναμική της.
Η Κύπρος εισέρχεται σε αυτό το περιβάλλον από θέση σχετικής ισχύος. Έχει πλεονάσματα, μειώνει γρήγορα το χρέος της και έχει ανακτήσει την αξιοπιστία της στις αγορές, κάτι που επιτεύχθηκε με κόπο μετά το 2013. Δεν είναι, όμως, ανεπηρέαστη. Κάθε νέα έξοδος στις αγορές θα κοστίζει πλέον ακριβότερα. Πιο άμεσα, ωστόσο, θα το νιώσουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις. Τα περισσότερα δάνεια στην Κύπρο έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε αύξηση περνά γρήγορα στις μηνιαίες δόσεις, με επιπτώσεις στην αγορά ακινήτων, στη χρηματοδότηση νέων έργων και στις επενδύσεις. Οι τράπεζες θα δουν τα κέρδη τους από τόκους να αυξάνονται, ενώ η ακριβή ενέργεια θα επιβαρύνει μια οικονομία που εισάγει σχεδόν όλα τα καύσιμά της και στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό.
Η δημοσιονομική σύνεση, ωστόσο, δεν πρέπει να γίνει συνώνυμο της κοινωνικής αδιαφορίας. Το ακριβότερο χρήμα και η ακριβή ενέργεια δεν πλήττουν όλους το ίδιο. Τα πιο εκτεθειμένα είναι τα νοικοκυριά με στεγαστικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, τα νέα ζευγάρια που προσπαθούν να αποκτήσουν την πρώτη τους κατοικία, οι συνταξιούχοι και οι χαμηλόμισθοι, για τους οποίους κάθε αύξηση στη δόση ή στον λογαριασμό του ρεύματος έχει σημασία.
Μια κοινωνία που βλέπει τα βάρη να πέφτουν δυσανάλογα στους πιο αδύναμους χάνει την εμπιστοσύνη της στους θεσμούς, και αυτό αποτελεί κίνδυνο εξίσου σοβαρό με την απώλεια της εμπιστοσύνης των αγορών. Η πρόκληση είναι να βοηθηθούν όσοι πραγματικά έχουν ανάγκη, χωρίς να υπονομευθούν τα δημόσια οικονομικά. Η κοινωνική συνοχή και η δημοσιονομική αξιοπιστία δεν είναι αντίπαλοι, αλλά οι δύο πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται μια ανθεκτική οικονομία.
Η περίπτωση της Γαλλίας δείχνει ότι ούτε το μέγεθος, ούτε η ιστορία προστατεύουν μια χώρα που χάνει τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών της. Η εποχή του φθηνού χρήματος φαίνεται να έχει τελειώσει. Η Ευρώπη δεν βιώνει επανάληψη της κρίσης του 2010, καθώς διαθέτει πλέον μηχανισμούς προστασίας που τότε έλειπαν.