Η μεταφορά του Σιμόν Αϊκούτ στο Ισραήλ: Επικίνδυνη υπονόμευση του Διεθνούς Δικαίου
Είναι μια πράξη που υπονομεύει και τορπιλίζει θεμελιώδεις αρχές Δικαίου και στέλνει τόσο εντός όσο και εκτός Κύπρου λανθασμένα μηνύματα σε σφετεριστές και πρόσφυγες, ενώ εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής.
«Το Ισραήλ έχει αιτηθεί τη μεταφορά του Σιμόν Αϊκούτ στο Ισραήλ, για να εκτίσει την ποινή του εκεί. Έχουμε υποχρέωση να τηρήσουμε αυτήν τη συμφωνία», είπε ο Υπουργός Δικαιοσύνης την 9.2.2026.
Κύριε Υπουργέ, με όλον τον σεβασμό, αυτή η θέση είναι νομικά και πολιτικά εσφαλμένη, αφήνει παντελώς εκτεθειμένη την Κυβέρνηση στα μάτια των πολιτών της και χρήζει άμεσης αναθεώρησης.
Αρχίζω από την πολιτική διάσταση. Ως πολίτης σε μια ημικατεχόμενη πατρίδα, όπου ο εποικισμός, η κατοχή και ο σφετερισμός δεν είναι απλώς λέξεις αλλά καθημερινό βίωμα για κάθε πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η υπόθεση του Σιμόν Αϊκούτ, που καταδικάστηκε τον Οκτώβριο 2025 για σφετερισμό και παράνομη ανάπτυξη ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, αποτελεί ορόσημο στη μάχη κατά της παράνομης εκμετάλλευσης γης που προέκυψε από την τουρκική εισβολή.
Η πιθανή μεταφορά του στο Ισραήλ για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του δεν είναι απλώς μια εσφαλμένη πολιτική απόφαση· είναι μια πράξη που υπονομεύει και τορπιλίζει θεμελιώδεις αρχές Δικαίου και στέλνει τόσο εντός όσο και εκτός Κύπρου λανθασμένα μηνύματα σε σφετεριστές και πρόσφυγες, ενώ εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής.
Η υπόθεση Αϊκούτ βασίζεται σε σαφείς παραβιάσεις του Διεθνούς και Εθνικού Δικαίου. Συνάδει με αποφάσεις όπως την εμβληματική υπόθεση της Κερυνειώτισσας Τιτίνας Λοϊζίδου, του Μελέτη Αποστολίδης, της 4ης Διακρατικής Προσφυγής, ενισχύοντας την αρχή ότι οι κατεχόμενες περιουσίες πρέπει να προστατεύονται.
Η καταδίκη του Αϊκούτ ήταν μια νίκη για το κυπριακό Δίκαιο. Αντιμετώπιζε αρχικά 242 κατηγορίες και, τελικά, αφού αποσύρθηκαν 202 κατηγορίες (στοιχείο το οποίο αφήνω ασχολίαστο), παραδέχτηκε 40 κατηγορίες, μεταξύ αυτών για απάτη, ξέπλυμα χρήματος και σφετερισμό, σχετιζόμενες με την ανάπτυξη συγκροτημάτων σε γη Ελληνοκυπρίων σε περίπου όχι 1 αλλά 10.000 κατοικίες!
Η συζήτηση για μεταφορά του στο Ισραήλ, βασισμένη στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Μεταφορά Καταδίκων (ETS No. 112, 1983), στην οποία συμμετέχουν και η Κύπρος (από το 1986) και το Ισραήλ (από το 1997), εγείρει σοβαρά νομικά ζητήματα. Η Σύμβαση επιτρέπει μεταφορές για κοινωνική επανένταξη, αλλά απαιτεί συμφωνία και των δύο κρατών και συναίνεση του κρατουμένου, χωρίς όμως να είναι υποχρεωτική. Η Κύπρος, με βάση τη συμφωνία, είναι υποχρεωμένη όχι να αποφασίσει τη μεταφορά, αλλά υποχρεωμένη μόνο να εξετάσει το αίτημα.
Αυτό δεν σημαίνει αυτόματη έγκριση και οποιαδήποτε απόφαση θα πρέπει να σέβεται το δημόσιο συμφέρον. Κατά λογική ακολουθία, το όποιο δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί να συνηγορεί υπέρ της μεταφοράς του εκτός Κύπρου, καθότι αυτό αποδυναμώνει τη σημασία της καταδίκης και στέλνει εσφαλμένα μηνύματα σχετικά με τη μελλοντική πολιτική και νομική βούληση δίωξης σφετεριστών. Εδώ δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό, που και αυτό από μόνο του δεν χωρεί καμία δικαιολογία, αλλά ίσως τον μεγαλύτερο σε έκταση αλλά και βάθος χρόνου σφετεριστή στις κατεχόμενες περιοχές.
Η έντονη κριτική μου εστιάζεται στο μήνυμα που αναπόφευκτα στέλνει η φημολογούμενη μεταφορά. Μεταδίδει οσμή ατιμωρησίας. Αν ένας καταδικασμένος μπορεί να "δραπετεύσει" από την πλήρη έκτιση ποινής μέσω διπλωματικών πιέσεων, τότε η παράνομη εκμετάλλευση γης στα κατεχόμενα γίνεται λιγότερο ριψοκίνδυνη. Το ρίσκο είναι διαχειρίσιμο, καθότι υπάρχει διέξοδος διαφυγής, μια «κερκόπορτα» που θα διαμορφωθεί μέσω διπλωματικών διαύλων ή πιέσεων. Θα μετέτρεπε την ποινή σε μια μορφή «εξαγώγιμης ενόχλησης».
Αυτή η ηττοπαθής και πολιτικά αυτοκαταστροφική προσέγγιση εκθεμελιώνει το νομικοπολιτικό εργαλείο και υπονομεύει τις προσπάθειες της Κύπρου ν’ αποτρέψει παρόμοιες πράξεις.
Η φιλοσοφία είναι καταστροφική. Η αποτελεσματικότητα του Ποινικού Δικαίου δεν κρίνεται μόνο από την απόφαση, αλλά και από την εκτέλεση της ποινής. Ποινή που δεν εκτίεται, ειδικά για αδικήματα που σχετίζονται άμεσα με την εθνική κυριαρχία και την κατοχή, μετατρέπεται σε θεωρητική απειλή.
Παράλληλα, ποιο το μήνυμα προς τους πρόσφυγες; Tο μήνυμα ενισχύει το αίσθημα της αδικίας. Οι 200.000 εκτοπισμένοι Ελληνοκύπριοι, που περιμένουν απόδοση δικαίου εδώ και 52 χρόνια, αναπόφευκτα θα δουν αυτήν την απόφαση μεταφοράς ως προδοσία. Το μήνυμα μεταφράζεται «η προστασία των δικαιωμάτων των προσφύγων σταματά εκεί που αρχίζουν οι πολιτικές σκοπιμότητες». Πρόκειται για μήνυμα που συνθλίβει, με τεράστιο εθνικό αλλά και πολιτικό κόστος σε εκείνον που θα πάρει την απόφαση.
Η ευθύνη του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Υπουργού Δικαιοσύνης είναι κεφαλαιώδης. Ο Πρόεδρος, ως επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας και ο Υπουργός, φέρουν ακεραία την πολιτική και ηθική ευθύνη για οποιαδήποτε απόφαση προτεραιοποιεί διπλωματικές πιέσεις έναντι δικαίου. Καμία τέτοια συμμαχία δεν μπορεί να δικαιολογήσει την υποχώρηση από αρχές, ειδικά αρχές που αφορούν την κυριαρχία. Το Διεθνές Δίκαιο, όπως η Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969), απαιτεί οι συμφωνίες να σέβονται jus cogens κανόνες, όπως η απαγόρευση κατοχής και σφετερισμού.
Ενδεχόμενη μεταφορά θα έθετε σε κίνδυνο την αξιοπιστία της Κύπρου ως κράτους δικαίου. Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να εμφανιστεί αδύναμη στο πιο νευραλγικό της ζήτημα, αυτό της κατοχής και τις συνέπειές της. Η ενδεχόμενη μεταφορά του Αϊκούτ θα ήταν ένα δώρο στους σφετεριστές, πλήγμα στους πρόσφυγες και επικίνδυνο προηγούμενο για το μέλλον.
Συμπερασματικά, η Κύπρος αφενός δεν είναι υπόχρεη ν’ αποδεχθεί αυτήν την πρόταση μεταφοράς και συνεπώς οφείλει, ανεξαρτήτως πιέσεων, άνευ εταίρου να την απορρίψει. Οποιαδήποτε άλλη απόφαση θα ήταν όχι μόνο άδικη, αλλά και αντίθετη με το Διεθνές και Εθνικό Δίκαιο, βλάπτοντας μακροπρόθεσμα την κυπριακή κοινωνία και τις διεθνείς σχέσεις. Η δικαιοσύνη δεν είναι διαπραγματεύσιμη.
Ο Πρόεδρος, αντιλαμβανόμενος τις συνέπειες, θαρρώ ότι θα έχει το θάρρος ν’ αντισταθεί και να παραμείνει η ασπίδα του λαού που τον εξέλεξε, συνεπικουρούμενος από τον Υπουργό και όχι να προχωρούν με λάθος νομική βάση και εθνικά καταστροφικά κριτήρια.
*Δικηγόρος