Αναλύσεις

Ισραήλ-Τουρκία: Nέα γεωπολιτική δοκιμασία Ελλάδας και Κύπρου

Δεν είναι προς το συμφέρον ούτε της Ελλάδας ούτε της Κύπρου να επιδιώξουν την τουρκοϊσραηλινή σύγκρουση. Ούτε, όμως, είναι προς το συμφέρον τους να την υποτιμήσουν

Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια νέα, ιδιαίτερα κρίσιμη φάση γεωπολιτικής αστάθειας. Η αντιπαράθεση Ισραήλ-Τουρκίας δεν αποτελεί πλέον απλώς μια διπλωματική σύγκρουση ή μια ανταλλαγή σκληρών δηλώσεων μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ. Μεταφέρεται ταυτόχρονα στο στρατιωτικό, διπλωματικό, νομικό και περιφερειακό επίπεδο, δημιουργώντας μια νέα πραγματικότητα, που Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία οφείλουν να μελετήσουν χωρίς αυταπάτες και χωρίς πανικό.

Η εξέλιξη των τελευταίων ημερών είναι χαρακτηριστική. Η Τουρκία ανακοίνωσε ότι κινεί τη διαδικασία για την έκδοση από την Interpol Red Notice κατά του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου και Ισραηλινού αξιωματούχου, στη βάση τουρκικής ποινικής διαδικασίας που αφορά την αναχαίτιση του Global Sumud Flotilla με προορισμό τη Γάζα. Τουρκικό δικαστήριο είχε εκδώσει σχετικά εντάλματα στις 14 Ιουλίου, με τις τουρκικές Αρχές να αποδίδουν στους κατηγορουμένους, μεταξύ άλλων, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονία. Η εξέλιξη αυτή έχει τεράστια πολιτική σημασία. Δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέεται το τουρκικό αίτημα με ήδη εκδοθέν διεθνές ένταλμα της Interpol. Η Red Notice αποτελεί αίτημα εντοπισμού και προσωρινής σύλληψης και όχι διεθνές ένταλμα σύλληψης. Η τελική διαδικασία υπάγεται στους κανόνες της Interpol και στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών.

Η ουσία, όμως, βρίσκεται αλλού. Η Άγκυρα επιχειρεί να μεταφέρει την αντιπαράθεση με το Ισραήλ από το επίπεδο της πολιτικής καταγγελίας στο επίπεδο της διεθνούς ποινικής και δικαστικής πίεσης. Και αυτό συνιστά ποιοτική αλλαγή.

Από ρητορική σε στρατηγική αντιπαράθεση

Η κρίση δεν περιορίζεται στη Γάζα. Το πραγματικό στρατηγικό επίκεντρο βρίσκεται πλέον στη Συρία. Μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ και τη διαμόρφωση νέων συσχετισμών στη Συρία, η Τουρκία επιδιώκει να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη χώρα, στηρίζοντας τη νέα ηγεσία και ενισχύοντας τη στρατιωτική και πολιτική επιρροή της. Το Ισραήλ, αντιθέτως, αντιμετωπίζει την αυξανόμενη τουρκική παρουσία ως ενδεχόμενη απειλή για την ελευθερία στρατιωτικών του κινήσεων και τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας στα βόρεια σύνορά του.

Η σύγκρουση αυτή δεν είναι θεωρητική. Στις 18 Αυγούστου το Ισραήλ εξαπέλυσε αεροπορικές επιδρομές στη βάση Abu al-Duhur στη βορειοδυτική Συρία. Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η ενέργεια συνδεόταν με την αποτροπή τουρκικής στρατιωτικής ανάπτυξης στην περιοχή. Η Τουρκία απέρριψε τις ισραηλινές αιτιάσεις και κατηγόρησε το Τελ Αβίβ για επικίνδυνη και αποσταθεροποιητική πολιτική.

Ακολούθησαν ακόμη σκληρότερες προειδοποιήσεις. Το Ισραήλ κατηγόρησε την Τουρκία για «επικίνδυνες περιπέτειες» στη Συρία, ενώ η Άγκυρα απαίτησε τον τερματισμό των ισραηλινών επιθέσεων. Ο ίδιος ο Νετανιάχου προειδοποίησε ότι το Ισραήλ δεν θα ανεχθεί επέκταση τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη Συρία.

Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Για πρώτη φορά η αντιπαράθεση των δύο χωρών αποκτά τόσο σαφή στρατιωτική διάσταση σε ένα θέατρο όπου τα συμφέροντά τους συγκρούονται άμεσα. Η Τουρκία επιδιώκει να εδραιώσει την επιρροή της στη νέα Συρία, να συμβάλει στην ανασυγκρότηση των ενόπλων δυνάμεών της και να αποκτήσει στρατηγικό βάθος. Το Ισραήλ, αντιθέτως, θεωρεί ότι μια ισχυρή τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία, ιδιαίτερα αν συνοδεύεται από συστήματα αεράμυνας και άλλες υποδομές, μπορεί να περιορίσει την επιχειρησιακή του ελευθερία και να δημιουργήσει νέα απειλή στα βόρεια σύνορά του.

Εδώ βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος, με δύο ισχυρές περιφερειακές δυνάμεις με αντικρουόμενες στρατηγικές επιδιώξεις να επιχειρούν πλέον στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.

Το σενάριο του «ατυχήματος»

Δεν είναι αναγκαίο να επιδιώκει κάποια από τις δύο χώρες έναν γενικευμένο πόλεμο για να προκύψει σοβαρή κρίση. Ένα στρατιωτικό επεισόδιο, μια λανθασμένη εκτίμηση, μια αεροπορική αναχαίτιση ή μια επίθεση εναντίον εγκατάστασης που η άλλη πλευρά θεωρεί ζωτικής σημασίας θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτή κλιμάκωση.

Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Το Ισραήλ διατηρεί στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και οι δύο γνωρίζουν το τεράστιο κόστος μιας ανοικτής πολεμικής αναμέτρησης. Γι’ αυτό και το πιθανότερο σενάριο δεν είναι ένας γενικευμένος πόλεμος, αλλά μια παρατεταμένη «γκρίζα» αντιπαράθεση, με στρατιωτική πίεση, επιχειρήσεις περιορισμένης κλίμακας, διπλωματικές συγκρούσεις, νομικές πρωτοβουλίες, πληροφοριακό πόλεμο και αγώνα για περιφερειακές συμμαχίες. Το τουρκικό αίτημα προς την Interpol εντάσσεται ακριβώς σ’ αυτό το ευρύτερο μέτωπο.

Η Ελλάδα να μην επενδύει στην κρίση

Για την Αθήνα η εξέλιξη δημιουργεί ευκαιρίες, αλλά και κινδύνους. Μια Τουρκία που θα υποχρεωθεί να διαθέσει περισσότερους στρατιωτικούς και διπλωματικούς πόρους στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να έχει μειωμένες δυνατότητες άσκησης πίεσης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να μετατραπεί σε στρατηγική αυταπάτη. Η Άγκυρα μπορεί να επιδιώξει αντιστάθμισμα σε άλλο μέτωπο. Σε μια περίοδο περιφερειακής κρίσης, η δημιουργία ενός νέου τετελεσμένου στην Ανατολική Μεσόγειο ή στο Αιγαίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο προβολής ισχύος και διαπραγματευτικής πίεσης.

Η Ελλάδα, επομένως, πρέπει να κινηθεί με ψυχραιμία. Να ενισχύσει την αποτροπή της, να αξιοποιήσει τις στρατηγικές σχέσεις της με Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ και ταυτόχρονα να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία. Η αποτροπή δεν είναι επιθετικότητα. Είναι η ικανότητα να πείσεις τον αντίπαλο ότι η επιθετική επιλογή θα έχει κόστος μεγαλύτερο από το προσδοκώμενο όφελος.

Και η Κύπρος;

Για την Κυπριακή Δημοκρατία η νέα κατάσταση είναι ακόμη πιο σύνθετη. Η Κύπρος βρίσκεται γεωγραφικά πολύ κοντά στο θέατρο των εξελίξεων, αποτελεί κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διατηρεί στρατηγικές σχέσεις με Ελλάδα και Ισραήλ και έχει εξελιχθεί σε σημαντικό κόμβο ανθρωπιστικής και περιφερειακής συνεργασίας. Ταυτόχρονα, όμως, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την τουρκική στρατιωτική παρουσία στα κατεχόμενα.

Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να θεωρηθεί ότι η ενασχόληση της Τουρκίας με το Ισραήλ μειώνει αυτομάτως τον κίνδυνο για την Κύπρο. Θα μπορούσε να συμβεί ακριβώς το αντίθετο, η αναζήτηση, δηλαδή, αντισταθμιστικών κινήσεων από την Άγκυρα για να αυξήσει την πίεση στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Γι’ αυτό Αθήνα και Λευκωσία πρέπει να λειτουργούν ως ενιαίος στρατηγικός χώρος. Απαιτείται κοινός σχεδιασμός για την προστασία της ΑΟΖ, των ενεργειακών υποδομών, των υποθαλάσσιων καλωδίων, των τηλεπικοινωνιών και των κρίσιμων εγκαταστάσεων. Απαιτείται ενίσχυση της κυβερνοάμυνας και της αντιμετώπισης υβριδικών απειλών. Και, πάνω απ’ όλα, απαιτείται συστηματική διπλωματική κινητοποίηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ώρα στρατηγικής προνοητικότητας

Η αντιπαράθεση Τουρκίας-Ισραήλ έχει πλέον περάσει σε μια νέα φάση. Η δικαστική κίνηση της Άγκυρας εναντίον του Νετανιάχου, η διαδικασία για Red Notice, η στρατιωτική αντιπαράθεση στη Συρία και οι εκατέρωθεν προειδοποιήσεις συνθέτουν ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από εκείνο των προηγούμενων ετών. Δεν είναι προς το συμφέρον ούτε της Ελλάδας ούτε της Κύπρου να επιδιώξουν την τουρκοϊσραηλινή σύγκρουση. Ούτε, όμως, είναι προς το συμφέρον τους να την υποτιμήσουν.

Συμπερασματικά, η νέα πραγματικότητα απαιτεί αποτροπή χωρίς τυχοδιωκτισμό, διπλωματία χωρίς αυταπάτες και συμμαχίες χωρίς εξαρτήσεις. Το πραγματικό ερώτημα για Αθήνα και Λευκωσία δεν είναι αν η αντιπαράθεση Ισραήλ-Τουρκίας θα εξελιχθεί αύριο σε πόλεμο. Είναι αν θα έχουν προετοιμαστεί σήμερα για τις επιπτώσεις μιας παρατεταμένης περιφερειακής κρίσης. Στη γεωπολιτική, οι ευκαιρίες δεν αξιοποιούνται με πανηγυρισμούς. Αξιοποιούνται με σχεδιασμό. Και οι απειλές δεν αντιμετωπίζονται με ευχές. Αντιμετωπίζονται με ισχύ, συμμαχίες, ετοιμότητα και στρατηγική προνοητικότητα. Για Ελλάδα και Κύπρο, αυτή δεν είναι πλέον επιλογή. Είναι ανάγκη.

*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης