Αναλύσεις

Εθνικές επέτειοι και εμείς

Οι εθνικές επέτειοι της 25ης Μαρτίου 1821 και της 1ης Απριλίου 1955 αποτελούν κορυφαίους σταθμούς της ιστορικής διαδρομής του ελληνισμού. Δεν είναι απλώς ημέρες μνήμης και τιμής προς τους αγωνιστές, αλλά ζωντανά υπενθυμίσματα των διαχρονικών αξιών της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της αυτοδιάθεσης. Τα μηνύματα που εκπέμπουν και οι δύο επέτειοι είναι κοινά και διαχρονικά: η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά κατακτάται με αγώνες, θυσίες και αντίσταση απέναντι σε κάθε μορφή καταπίεσης.

Στη σημερινή συγκυρία, ωστόσο, γεννάται εύλογα το ερώτημα: κατά πόσο αυτά τα μηνύματα μεταφράζονται σε πράξη από τη σύγχρονη πολιτική ηγεσία; Ποια είναι η στάση και η στρατηγική που ακολουθείται στο εθνικό ζήτημα της Κύπρου; Παρατηρείται ότι η πλευρά μας έχει επενδύσει σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες της στην καλή θέληση της άλλης πλευράς, καθώς και στη στήριξη φίλων και εταίρων, τόσο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στο ευρύτερο διεθνές περιβάλλον.

Η πραγματικότητα, όμως, φαίνεται να διαψεύδει αυτές τις προσδοκίες. Η τουρκική πλευρά όχι μόνο δεν δείχνει διάθεση εξομάλυνσης, αλλά αντιθέτως εντείνει τις διεκδικήσεις της, επεκτείνοντας τις αξιώσεις της σε εδάφη, φυσικούς πόρους και πολιτική επιρροή, πολύ πέραν των ορίων που η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί αποδεκτά. Παράλληλα, οι διεθνείς εταίροι, αντί να λειτουργούν ως σταθεροποιητικός παράγοντας, συχνά περιορίζονται σε συστάσεις για «αυτοσυγκράτηση», ενθαρρύνοντας στην πράξη τη συνεχή υποχώρηση της δικής μας πλευράς.

Στα κέντρα λήψης αποφάσεων – είτε πρόκειται για το Λονδίνο, τις Βρυξέλλες, την Ουάσιγκτον ή τη Νέα Υόρκη – διαμορφώνεται ένα πλαίσιο το οποίο, σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη, δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις θέσεις και τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εκφράζονται ανησυχίες ότι προωθούνται πολιτικές που, άμεσα ή έμμεσα, ενδέχεται να οδηγήσουν σε αναβάθμιση του ψευδοκράτους, γεγονός που προκαλεί έντονο προβληματισμό και ανησυχία στην κοινή γνώμη.

Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, καταγράφονται εξελίξεις που εντείνουν αυτή την αίσθηση. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία εμφανίζεται ιδιαίτερα δραστήρια στο διεθνές πεδίο, επιδιώκοντας επαφές και στήριξη για τις θέσεις της. Αντίθετα, η ελληνοκυπριακή πλευρά συχνά κατηγορείται για περιορισμένη διπλωματική κινητικότητα, γεγονός που δημιουργεί την εντύπωση ενός παθητικού ρόλου. Παράλληλα, δεν παρατηρείται πάντοτε η αναμενόμενη ένταση στις δημόσιες τοποθετήσεις ευρωπαϊκών θεσμών έναντι των τουρκικών ενεργειών, κάτι που ενισχύει το αίσθημα απογοήτευσης.

Η στάση της Ευρώπης, ειδικότερα, αποτελεί αντικείμενο έντονης κριτικής. Οι αρχές και οι αξίες που η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση προβάλλει – δημοκρατία, ελευθερία, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – φαίνεται, σύμφωνα με αυτή την οπτική, να μην εφαρμόζονται με την ίδια συνέπεια στην περίπτωση της Κύπρου. Η συνεχιζόμενη κατοχή σημαντικού μέρους του κυπριακού εδάφους και οι επιπτώσεις της σε χιλιάδες πολίτες αποτελούν ζητήματα που παραμένουν ανοικτά εδώ και δεκαετίες, χωρίς ουσιαστική πρόοδο προς την επίλυσή τους.

Υπό το πρίσμα αυτό, ενισχύεται η άποψη ότι απαιτείται μια πιο διεκδικητική και ενεργητική στρατηγική από πλευράς Λευκωσίας. Η ανάδειξη του Κυπριακού ως ζητήματος διεθνούς δικαίου και δικαιοσύνης, με έμφαση στις παραβιάσεις που καταγράφονται, θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό άξονα μιας τέτοιας πολιτικής. Παράλληλα, η ανάγκη για συνέπεια και σαφήνεια στα μηνύματα που εκπέμπονται προς το εξωτερικό καθίσταται επιτακτική.

Το ζήτημα της τουρκικής παρουσίας στην Κύπρο παραμένει κομβικό. Η κατοχή περίπου του 40% του νησιού συνιστά μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η ανάδειξη της κατάστασης αυτής σε διεθνή φόρα, με τεκμηριωμένο και συστηματικό τρόπο, αποτελεί πρόκληση αλλά και αναγκαιότητα. Παράλληλα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η διεθνής κοινότητα αντιλαμβάνεται πλήρως τις γεωπολιτικές προεκτάσεις της κατάστασης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση των δυτικών χωρών. Διατυπώνεται η άποψη ότι η Ελλάδα και η Κύπρος θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναν αξιόπιστο πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή, συμβάλλοντας στην ασφάλεια και τη συνεργασία. Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτής της δυναμικής φαίνεται να μην έχει επιτευχθεί στον βαθμό που θα μπορούσε, γεγονός που εγείρει ερωτήματα ως προς τις προτεραιότητες και τις στρατηγικές επιλογές των διεθνών δρώντων.

Ταυτόχρονα, η ένταση στην ευρύτερη περιοχή και η ρητορική που αναπτύσσεται δημιουργούν ανησυχίες για το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι επιπτώσεις δεν θα περιορίζονταν μόνο σε διμερές επίπεδο, αλλά θα επηρέαζαν συνολικά τη σταθερότητα της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, καθίσταται αναγκαία η ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας και η ενδυνάμωση της συνεργασίας μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας. Η προετοιμασία και η ετοιμότητα, σε όλα τα επίπεδα – διπλωματικό, πολιτικό και αμυντικό – αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική διαχείριση των προκλήσεων.

Τελικά, οι εθνικές επέτειοι δεν είναι μόνο στιγμές αναδρομής στο παρελθόν, αλλά και αφορμές για προβληματισμό και επαναπροσδιορισμό της πορείας μας. Τα διδάγματα της ιστορίας υπενθυμίζουν ότι η προάσπιση της ελευθερίας και των εθνικών δικαίων απαιτεί συνέπεια, ενότητα και αποφασιστικότητα. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο είμαστε έτοιμοι να τα μετατρέψουμε σε πράξη, αντλώντας έμπνευση από τους αγώνες του παρελθόντος και προσαρμόζοντάς τους στις απαιτήσεις του παρόντος.