Ευρωπαϊκή αναγνώριση και κοινωνικές προσδοκίες
Η μεγαλύτερη πρόκληση για την Κύπρο είναι να πείσει τους ίδιους τους πολίτες ότι η οικονομική επιτυχία τής χώρας είναι και δική τους επιτυχία.
Η πρόσφατη διαπίστωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο πλαίσιο του Εαρινού Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2026, ότι η Κύπρος δεν χρειάστηκε να ενεργοποιήσει την εθνική ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης λόγω της ισχυρής δημοσιονομικής της θέσης, αποτελεί αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη για τη χώρα. Σε μια Ευρώπη που εξακολουθεί ν’ αντιμετωπίζει γεωπολιτικές αναταράξεις, αυξημένες αμυντικές δαπάνες, ενεργειακές αβεβαιότητες και πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς, η κυπριακή οικονομία παρουσιάζεται ως παράδειγμα δημοσιονομικής σταθερότητας και πειθαρχίας.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι δεκαέξι κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αξιοποίησαν τη συγκεκριμένη ρήτρα για ν’ αποκτήσουν πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία. Η Κύπρος, αντιθέτως, δεν έκρινε αναγκαία αυτήν την επιλογή, γεγονός που αντανακλά τη βελτιωμένη εικόνα των δημόσιων οικονομικών της χώρας. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο πώς φθάσαμε σ’ αυτό το σημείο. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς η διαπίστωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μπορεί να μετατραπεί σε απτό όφελος για τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και την κοινωνία.
Πίσω από τους θετικούς δείκτες, τα πρωτογενή πλεονάσματα και τις ευρωπαϊκές επιβραβεύσεις, αναδύεται ένα ερώτημα με βαθύ πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο, κατά πόσον αισθάνονται οι πολίτες ότι αυτή η επιτυχία βελτιώνει πραγματικά τη ζωή τους. Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Για ένα σημαντικό μέρος της κυπριακής κοινωνίας, η εικόνα της καθημερινότητας διαφέρει αισθητά από την εικόνα που καταγράφουν οι μακροοικονομικοί δείκτες. Η ακρίβεια εξακολουθεί να περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η αποτελεσματικότητα της δημόσιας υπηρεσίας και διοίκησης αμφισβητείται. Το στεγαστικό πρόβλημα εξελίσσεται σε μιαν από τις μεγαλύτερες κοινωνικές προκλήσεις της εποχής. Χιλιάδες νέοι εργαζόμενοι δυσκολεύονται ν’ αποκτήσουν ή ακόμη και να ενοικιάσουν κατοικία σε λογικές τιμές. Ταυτόχρονα, παραμένει ισχυρή η αίσθηση ότι ορισμένες ομάδες διαθέτουν ευκολότερη πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων και επωφελούνται δυσανάλογα από την οικονομική ανάπτυξη.
Αυτή ακριβώς η αντίφαση βρίσκεται σήμερα στον πυρήνα της πολιτικής συζήτησης. Από τη μια πλευρά, η Κύπρος παρουσιάζει ισχυρά δημόσια οικονομικά. Από την άλλη, ένα μέρος των πολιτών θεωρούν ότι οι θεσμοί λειτουργούν συχνά απομακρυσμένοι από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Η απόσταση ανάμεσα στην οικονομική επιτυχία και στην κοινωνική αντίληψη της επιτυχίας είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η χώρα. Η ευρωπαϊκή σύσταση, επομένως, δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως απλή επιβράβευση μιας ορθής δημοσιονομικής πολιτικής. Θα μπορούσε ν’ αποτελέσει αφετηρία για μια νέα κοινωνική συμφωνία ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες. Μια συμφωνία που ν’ αποδεικνύει έμπρακτα ότι η δημοσιονομική σταθερότητα δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά εργαλείο για τη βελτίωση της κοινωνικής συνοχής.
Η πρώτη προτεραιότητα οφείλει να είναι η στέγαση. Αν υπάρχει ένας τομέας όπου η δημοσιονομική ισχύς μπορεί να μετατραπεί άμεσα σε κοινωνικό όφελος, αυτός είναι η κατοικία. Η δημιουργία ενός μεγάλου εθνικού προγράμματος προσιτής κατοικίας, με αξιοποίηση κρατικής γης, συνεργασίες με την τοπική αυτοδιοίκηση και κίνητρα για την κατασκευή οικιστικών μονάδων με κοινωνικά κριτήρια, θα μπορούσε ν’ αποτελέσει τη σημαντικότερη κοινωνική μεταρρύθμιση της επόμενης δεκαετίας.
Παράλληλα, απαιτείται μια νέα προσέγγιση στην αγορά εργασίας. Η ανεργία μπορεί να βρίσκεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, όμως η ποιότητα της απασχόλησης δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στις προσδοκίες των νέων. Η ύπαρξη εργαζομένων που αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες, παρά το γεγονός ότι εργάζονται πλήρως, υπονομεύει την εμπιστοσύνη προς το οικονομικό μοντέλο. Η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, η επένδυση στην επαγγελματική κατάρτιση και η σύνδεση των μισθολογικών πολιτικών με την παραγωγικότητα μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία μιας δικαιότερης αγοράς εργασίας.
Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα της θεσμικής εμπιστοσύνης. Τα τελευταία χρόνια, υποθέσεις που συνδέθηκαν με φαινόμενα διαφθοράς, ευνοιοκρατίας και αδιαφάνειας τραυμάτισαν την εικόνα του κράτους. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν επιτυγχάνεται με επικοινωνιακές εκστρατείες, αλλά με μετρήσιμες μεταρρυθμίσεις. Ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, πλήρης διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις, ουσιαστική λογοδοσία των αξιωματούχων και ενίσχυση των ανεξάρτητων θεσμών αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις.
Η Κυβέρνηση διαθέτει σήμερα ένα πλεονέκτημα που λίγες κυβερνήσεις είχαν στο παρελθόν, και αυτό είναι ο δημοσιονομικός χώρος. Το ερώτημα είναι αν αυτός ο χώρος θ’ αξιοποιηθεί για να διορθώσει χρόνιες κοινωνικές στρεβλώσεις ή αν θα αναλωθεί σε αποσπασματικές παροχές και βραχυπρόθεσμες πολιτικές σκοπιμότητες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η στήριξη της νέας γενιάς. Για πολλούς νέους Κύπριους, η προοπτική αγοράς κατοικίας μοιάζει πλέον πιο μακρινή απ’ ό,τι για τους γονείς τους. Η αίσθηση κοινωνικής κινητικότητας, ότι δηλαδή η επόμενη γενιά θα ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη, εξασθενεί. Όταν αυτή η προσδοκία χάνεται, κλονίζεται η εμπιστοσύνη όχι μόνο προς την οικονομία, αλλά και προς τη Δημοκρατία.
Η αξιοποίηση μέρους των δημοσιονομικών πλεονασμάτων για στοχευμένες πολιτικές υπέρ των νέων οικογενειών, της πρώτης κατοικίας και της πρόσβασης σε ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες θα μπορούσε να λειτουργήσει ως επένδυση στο μέλλον της χώρας. Δεν πρόκειται για κοινωνική δαπάνη με στενή έννοια, αλλά για αναπτυξιακή πολιτική, που ενισχύει τη συνοχή και τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα.
Συμπερασματικά, ενώ η Κύπρος οφείλει να συνεχίσει να προστατεύει τη δημοσιονομική της αξιοπιστία, η πραγματική αξία της ευρωπαϊκής σύστασης βρίσκεται στην ευκαιρία που δημιουργεί για μια ουσιαστική επανασύνδεση της οικονομικής πολιτικής με τις ανάγκες των πολιτών. Διότι οι αριθμοί μπορεί να βελτιώνονται και οι δείκτες να καταγράφουν επιτυχίες, αλλά η βιωσιμότητα ενός οικονομικού μοντέλου κρίνεται τελικά από το κατά πόσον οι πολίτες αισθάνονται ότι συμμετέχουν δίκαια στα οφέλη του. Ως εκ τούτου, η μεγαλύτερη πρόκληση για την Κύπρο το 2026 δεν είναι να πείσει τις Βρυξέλλες ότι διαθέτει υγιή δημόσια οικονομικά. Αυτό φαίνεται ότι το έχει ήδη πετύχει. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να πείσει τους ίδιους τους πολίτες ότι η οικονομική επιτυχία της χώρας είναι και δική τους επιτυχία.
*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης