Αναλύσεις

Οι διαδικτυακές αγορές ασκούν πίεση στο λιανεμπόριο

Η έκρηξη των μικροδεμάτων αλλάζει τις αγοραστικές συνήθειες των Κυπρίων, ενώ το ΚΕΒΕ προειδοποιεί για αυξανόμενες πιέσεις στις επιχειρήσεις και ζητά ίσους όρους ανταγωνισμού

Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, ο τρόπος με τον οποίο ψωνίζουν οι Κύπριοι έχει αλλάξει αισθητά. Οι ουρές στα ταμεία πολλών καταστημάτων δίνουν σταδιακά τη θέση τους στις παραγγελίες μέσω κινητού τηλεφώνου, ενώ τα δέματα που καταφθάνουν καθημερινά από το εξωτερικό αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητας χιλιάδων νοικοκυριών. Πλατφόρμες όπως η Temu και η Shein έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες, φέρνοντας μια νέα πραγματικότητα για τους καταναλωτές, τις εταιρείες διανομής, τις τελωνειακές Αρχές, αλλά και τις κυπριακές επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον έντονου διεθνούς ανταγωνισμού.

Η αλλαγή αυτή επιβεβαιώνεται και από τα επίσημα στοιχεία. Σύμφωνα με έρευνα του Γραφείου Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, το 76% των πολιτών στην Κύπρο δήλωσαν ότι πραγματοποιούν ηλεκτρονικές αγορές, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο που έχει καταγραφεί από την έναρξη της συγκεκριμένης μέτρησης. Παράλληλα, αυξήθηκε και η συχνότητα των αγορών, καθώς ο μέσος αριθμός ηλεκτρονικών αγορών ανά καταναλωτή διαμορφώθηκε σε 1,2 τον μήνα το 2022, 1,6 το 2023 και 2 αγορές τον μήνα το 2025.

Η ίδια έρευνα καταγράφει ότι εννέα στους δέκα πολίτες χρησιμοποιούν κάποια μορφή ταχυδρομικής υπηρεσίας, ενώ τα Κυπριακά Ταχυδρομεία παραμένουν ο βασικός πάροχος για το 95% των πολιτών. Παράλληλα, ο μέσος αριθμός παραδόσεων δεμάτων αυξήθηκε από 16,9 ανά πολίτη ετησίως το 2023 σε 19,9 το 2025, εξέλιξη που αντανακλά τη συνεχή ενίσχυση της ζήτησης για υπηρεσίες παράδοσης.

Η τάση αυτή δεν περιορίζεται στην Κύπρο, αλλά αποτελεί ευρωπαϊκό φαινόμενο. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2024 εισήχθησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση περίπου 4,6 δισεκατομμύρια μικροδέματα αξίας έως 150 ευρώ, αριθμός που αντιστοιχεί σε περίπου 12 εκατομμύρια δέματα ημερησίως και είναι διπλάσιος σε σύγκριση με το 2023. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και το 2025, όταν οι εισαγωγές μικροδεμάτων ανήλθαν σε περίπου 5,9 δισεκατομμύρια, με περισσότερο από το 90% να προέρχονται από την Κίνα.

Η αλματώδης αύξηση των εισαγωγών μικροδεμάτων έχει ήδη προκαλέσει την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία προωθεί νέα μέτρα για την ενίσχυση των τελωνειακών ελέγχων, τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των προϊόντων που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά και την αντιμετώπιση ζητημάτων που αφορούν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και την προστασία των καταναλωτών.

Πάνω από 2,6 εκατομμύρια δηλώσεις σε εννέα μήνες

Σύμφωνα με στοιχεία από το Τμήμα Τελωνείων, από τον Οκτώβριο του 2025, οπότε καταγράφονται τα στοιχεία μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος εισαγωγών του Τμήματος, μέχρι και τις 15 Ιουλίου 2026 υποβλήθηκαν περισσότερες από 2,6 εκατομμύρια τελωνειακές δηλώσεις για δέματα από τρίτες χώρες. Ειδικότερα, τον Οκτώβριο του 2025 καταχωρήθηκαν 251.591 δηλώσεις, τον Νοέμβριο 269.673, τον Δεκέμβριο 331.790, τον Ιανουάριο του 2026 342.615, τον Φεβρουάριο 320.857, τον Μάρτιο 269.481, τον Απρίλιο 190.334, τον Μάιο 285.076, τον Ιούνιο 253.352, ενώ μέχρι τις 15 Ιουλίου 2026 είχαν ήδη καταγραφεί 101.634 δηλώσεις.

Η Κίνα κυριαρχεί στις αποστολές μικροδεμάτων

Τα στοιχεία του Τμήματος Τελωνείων καταδεικνύουν ότι η συντριπτική πλειονότητα των δεμάτων χαμηλής αξίας που εισέρχονται στην Κύπρο προέρχονται από την Κίνα. Σύμφωνα με τον Εκπρόσωπο Τύπου του Τμήματος, το 91% των αποστολών δεμάτων χαμηλής αξίας (έως 150 ευρώ) προέρχονται από την Κίνα, γεγονός που αναδεικνύει τη δεσπόζουσα θέση που κατέχουν οι κινεζικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου στις αγορές των Κυπρίων. Την ίδια ώρα, περίπου 4% των αποστολών προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, 2% από το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ το υπόλοιπο 3% αφορά εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες.

Το 71% των δηλώσεων αφορά αγορές από την Temu

Οι αποστολές δεμάτων χαμηλής αξίας παρουσιάζουν σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως λόγω της ανάπτυξης μεγάλων πλατφορμών ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως η Temu και η Shein. Ωστόσο, όπως εξηγεί στη «Σημερινή» ο Εκπρόσωπος Τύπου του Τμήματος Τελωνείων, Γιώργος Κωνσταντίνου, η θεαματική αύξηση στις δηλώσεις εισαγωγής που καταγράφεται από τον Οκτώβριο του 2025 δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αύξηση των παραγγελιών, αλλά και στην εφαρμογή του νέου αυτοματοποιημένου συστήματος εισαγωγών του Τμήματος. Μέχρι τότε, οι δηλώσεις εισαγωγής για τα συγκεκριμένα δέματα υποβάλλονταν σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα δέματα έφθαναν στην Κύπρο ως ενδοκοινοτικό φορτίο. Με την εφαρμογή του νέου συστήματος, οι δηλώσεις υποβάλλονται πλέον απευθείας από τους εξαγωγείς στο ηλεκτρονικό σύστημα του Τμήματος Τελωνείων, με αποτέλεσμα ο μηνιαίος αριθμός των δηλώσεων να αυξηθεί από περίπου 2.500-3.000 σε 250.000-300.000.

Παράλληλα, τα στοιχεία του Τμήματος Τελωνείων αναδεικνύουν την κυριαρχία των συγκεκριμένων πλατφορμών στις εισαγωγές μικροδεμάτων. Όπως αναφέρει ο κ. Κωνσταντίνου, το 71% των δηλώσεων εισαγωγής αφορά αγορές μέσω της Temu, το 15% μέσω της Shein, το 4% μέσω της Amazon, ενώ το υπόλοιπο 10% αφορά άλλες πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου. Διευκρινίζει ακόμη ότι το ποσοστό της Shein εμφανίζεται μειωμένο από τον Μάρτιο-Απρίλιο του 2026, καθώς η εταιρεία άρχισε να εξυπηρετεί μεγάλο μέρος των παραγγελιών προς την Κύπρο μέσω αποθηκών που διατηρεί σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως αποτέλεσμα, περίπου 80%-90% των δεμάτων της μεταφέρονται πλέον ως ενωσιακές αποστολές, αφού οι σχετικές τελωνειακές διαδικασίες ολοκληρώνονται στο κράτος μέλος από το οποίο αποστέλλονται.

Ρούχα, παπούτσια και είδη για το σπίτι στις πρώτες θέσεις

Η πλειονότητα των μικροδεμάτων που εισέρχονται στην Κύπρο αφορά προϊόντα καθημερινής χρήσης. Σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντίνου, στις πρώτες θέσεις των εισαγόμενων προϊόντων βρίσκονται η ένδυση και η υπόδηση, ενώ ακολουθούν τσάντες και αξεσουάρ, πλαστικά είδη, μικροαντικείμενα οικιακής χρήσης, καθώς και ηλεκτρονικά προϊόντα και εξαρτήματα τηλεπικοινωνιών. Η εικόνα αυτή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Τμήματος, αντικατοπτρίζει τις καταναλωτικές επιλογές των Κυπρίων, οι οποίοι στρέφονται ολοένα και περισσότερο στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες για την αγορά προϊόντων χαμηλής αξίας και καθημερινής χρήσης.

Αυξήθηκαν οι τελωνειακοί έλεγχοι

Ερωτηθείς κατά πόσον ο αυξημένος όγκος εισαγωγών έχει οδηγήσει σε εντατικοποίηση των ελέγχων, ο Εκπρόσωπος Τύπου του Τμήματος Τελωνείων επιβεβαίωσε ότι η κατακόρυφη αύξηση των δηλώσεων εισαγωγής από τρίτες χώρες δημιούργησε την ανάγκη για περισσότερους τελωνειακούς ελέγχους. Όπως ανέφερε, το Τμήμα διενεργεί σήμερα συνδυασμένους ελέγχους, οι οποίοι βασίζονται τόσο στην ανάλυση κινδύνου όσο και σε δειγματοληπτικούς τυχαίους ελέγχους, με στόχο να διαπιστώνεται κατά πόσον τα εισαγόμενα προϊόντα συμμορφώνονται με τη νομοθεσία και τους κανονισμούς που διέπουν τις εισαγωγές στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Οι παρατυπίες που εντοπίζουν οι τελωνειακές Αρχές

Αναφερόμενος στους τελωνειακούς ελέγχους, ο κ. Κωνσταντίνου σημείωσε ότι εντοπίζονται κατά καιρούς παρατυπίες στα δέματα που ελέγχονται, οι οποίες όμως αφορούν κυρίως ζητήματα συμμόρφωσης με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές ασφάλειας και όχι υποθέσεις απομιμήσεων. Όπως αναφέρει, οι περισσότερες περιπτώσεις σχετίζονται με παραβιάσεις της σήμανσης CE, ιδιαίτερα σε ηλεκτρικές συσκευές.

Πιέσεις στο κυπριακό λιανικό εμπόριο

Οι αλλαγές που καταγράφονται στις εισαγωγές μικροδεμάτων αντανακλώνται πλέον και στην κυπριακή αγορά, με τις επιχειρήσεις να κάνουν λόγο για αυξανόμενες πιέσεις από τις διεθνείς πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου. Όπως ανέφερε στη «Σημερινή» ο Γενικός Γραμματέας του ΚΕΒΕ, Φιλόκυπρος Ρουσουνίδης, μπορεί να μην υπάρχουν ακόμη ολοκληρωμένα στοιχεία που να αποτυπώνουν με ακρίβεια το οικονομικό αποτύπωμα για τις κυπριακές επιχειρήσεις, ωστόσο, μέσα από την καθημερινή επικοινωνία με τα μέλη του Επιμελητηρίου, καθίσταται σαφές ότι οι πιέσεις προς το λιανικό εμπόριο αυξάνονται διαρκώς.

Σύμφωνα με τον κ. Ρουσουνίδη, τις μεγαλύτερες πιέσεις δέχονται οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους κλάδους της ένδυσης και της υπόδησης, των αξεσουάρ, των ειδών οικιακής χρήσης, των παιχνιδιών, των μικρών ηλεκτρονικών συσκευών και γενικότερα των προϊόντων χαμηλής και μεσαίας αξίας, όπου η τιμή αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τον καταναλωτή. Την ίδια ώρα, παρατηρείται σταδιακή μετατόπιση των Κυπρίων προς τις ηλεκτρονικές αγορές, γεγονός που περιορίζει μέρος της επισκεψιμότητας και των αυθόρμητων αγορών στα φυσικά καταστήματα.

Παράλληλα, ο Γενικός Γραμματέας του ΚΕΒΕ διευκρίνσε ότι το ζήτημα δεν αφορά το ηλεκτρονικό εμπόριο ή την τεχνολογία καθαυτή. Όπως σημειώνει, οι κυπριακές επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται την ανάγκη να επενδύσουν ακόμη περισσότερο στην ψηφιακή τους παρουσία, στην ποιότητα των υπηρεσιών, στην ταχύτητα εξυπηρέτησης και στη συνολική εμπειρία του πελάτη. Η βασική ανησυχία, όπως υπογραμμίζει, αφορά το κατά πόσον όλοι οι παίκτες της αγοράς λειτουργούν με τους ίδιους κανόνες. «Οι ευρωπαϊκές και κυπριακές επιχειρήσεις επωμίζονται φορολογικές, τελωνειακές, εργασιακές, περιβαλλοντικές και κανονιστικές υποχρεώσεις, καθώς και αυστηρές προδιαγραφές για την ασφάλεια και την ποιότητα των προϊόντων τους. Δεν είναι αποδεκτό να ανταγωνίζονται προϊόντα που ενδέχεται να εισέρχονται στην αγορά χωρίς αντίστοιχους ελέγχους και υποχρεώσεις», τόνισε.

Η λύση δεν είναι μόνο η χαμηλή τιμή

Όπως τονίζει ο κ. Ρουσουνίδης, οι κυπριακές επιχειρήσεις δεν μπορούν και δεν πρέπει ν’ ανταγωνιστούν αποκλειστικά στη βάση της χαμηλότερης τιμής. Αντίθετα, διαθέτουν συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως η ποιότητα, η αξιοπιστία, η άμεση εξυπηρέτηση, η εγγύηση, η ασφάλεια των προϊόντων και η σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύσσουν με τον καταναλωτή. Για να μπορέσουν, όμως, ν’ αξιοποιήσουν αυτά τα πλεονεκτήματα, απαιτείται ένα πραγματικά ισότιμο περιβάλλον ανταγωνισμού.

Σύμφωνα με τον ίδιο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο απαιτούνται αυστηρότεροι έλεγχοι στα προϊόντα που εισέρχονται στην ενιαία αγορά, πλήρης εφαρμογή της νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων, ουσιαστική ιχνηλασιμότητα των πωλητών και μεγαλύτερη ευθύνη των ίδιων των ηλεκτρονικών πλατφορμών. Παράλληλα, χαρακτηρίζει ως θετική εξέλιξη την επιβολή τελωνειακής επιβάρυνσης στα μικρά δέματα από την 1η Ιουλίου 2026, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι το συγκεκριμένο μέτρο από μόνο του δεν αρκεί.

Σε εθνικό επίπεδο, προσθέτει, χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, καλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών και ουσιαστική στήριξη της ψηφιακής μετάβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Όπως αναφέρει, θα πρέπει να προωθηθούν προγράμματα που θα βοηθήσουν τις κυπριακές επιχειρήσεις να αναπτύξουν σύγχρονα ηλεκτρονικά καταστήματα, αποτελεσματικότερες υπηρεσίες παράδοσης και μεγαλύτερη εξωστρέφεια.

Κλείνοντας, ο Γενικός Γραμματέας του ΚΕΒΕ απευθύνει μήνυμα τόσο προς τους καταναλωτές όσο και προς την Πολιτεία. «Η χαμηλότερη τιμή δεν αποτελεί πάντοτε τη συμφερότερη ή ασφαλέστερη επιλογή. Κάθε αγορά είναι ταυτόχρονα και μια οικονομική επιλογή. Όταν στηρίζουμε μια κυπριακή επιχείρηση, στηρίζουμε θέσεις εργασίας, τα δημόσια έσοδα και την πραγματική οικονομία του τόπου». Παράλληλα, ξεκαθαρίζει ότι το ΚΕΒΕ δεν ζητά προστατευτισμό, αλλά ίδιους κανόνες, ίδιες υποχρεώσεις και πραγματικά ίσους όρους ανταγωνισμού για όλους.

Τι να προσέχουν οι καταναλωτές

Οι ηλεκτρονικές αγορές από πλατφόρμες του εξωτερικού αποτελούν πλέον καθημερινή συνήθεια για χιλιάδες καταναλωτές. Πριν από κάθε αγορά, είναι σημαντικό οι καταναλωτές να επιλέγουν αξιόπιστους πωλητές, να ενημερώνονται για τους όρους επιστροφής και επιστροφής χρημάτων και να διατηρούν τα στοιχεία της παραγγελίας και της πληρωμής τους. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στα ηλεκτρικά προϊόντα, καθώς θα πρέπει να φέρουν την απαιτούμενη σήμανση CE, όπου αυτή προβλέπεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, ώστε να διασφαλίζεται ότι πληρούν τις βασικές προδιαγραφές ασφάλειας. Παράλληλα, πριν από την ολοκλήρωση της αγοράς, καλό είναι να διαβάζονται προσεκτικά η περιγραφή και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, προκειμένου να αποφεύγονται δυσάρεστες εκπλήξεις.