Απόψεις Πολιτικής

Όταν η ιδεολογία νικά την πραγματικότητα: Πώς η woke Αριστερά ξαναγράφει τα ανθρώπινα δικαιώματα

Οι περισσότερες μουσουλμανικές κοινωνίες δεν συμμερίζονται τις αντιλήψεις που κυριαρχούν σήμερα στα πανεπιστήμια, στις ΜΚΟ και στα μέσα ενημέρωσης της Δύσης σχετικά με το φύλο, τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα.

Δύο ειδήσεις των τελευταίων ημερών, φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους, φωτίζουν μια βαθύτερη κρίση του σύγχρονου δημόσιου λόγου. Η πρώτη αφορά την άρνηση της Τουρκίας και της Αιγύπτου να επιτρέψουν τον ελλιμενισμό του κρουαζιερόπλοιου Scarlet Lady, το οποίο μετέφερε περίπου 2.000 ομοφυλόφιλους επιβάτες. Η δεύτερη αφορά τη γέννηση μιας αντισημιτικής θεωρίας συνωμοσίας μετά τον αγώνα Αργεντινής και Αιγύπτου στο Παγκόσμιο Κύπελλο, όπου διαδόθηκε ο ισχυρισμός ότι η ήττα της Αιγύπτου ήταν αποτέλεσμα εβραϊκής και ισραηλινής συνωμοσίας.

Και στις δύο περιπτώσεις, η πραγματικότητα θυσιάστηκε στον βωμό της ιδεολογίας.

Στην υπόθεση του κρουαζιερόπλοιου, μεγάλο μέρος των Δυτικών μέσων ενημέρωσης επιχείρησε να παρουσιάσει το περιστατικό ως ακόμη μία απόδειξη της παγκόσμιας ανόδου της Δεξιάς και του «τραμπισμού». Υπονοήθηκε ότι η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και η άνοδος συντηρητικών κυβερνήσεων δημιουργούν ένα διεθνές κλίμα εχθρικό προς τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Ωστόσο, η εξήγηση αυτή παραβλέπει το προφανές.

Η Τουρκία και η Αίγυπτος δεν απαγόρευσαν την είσοδο του πλοίου επειδή επηρεάστηκαν από τον Τραμπ. Το έπραξαν επειδή οι κυρίαρχες θρησκευτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές αντιλήψεις των χωρών αυτών θεωρούν την ομοφυλοφιλία ανεπιθύμητη ή ακόμη και ηθικά απαράδεκτη. Η βασική πηγή αυτής της στάσης δεν είναι ο αμερικανικός συντηρητισμός αλλά η ισλαμική παράδοση και η πολιτισμική πραγματικότητα των συγκεκριμένων κοινωνιών.

Εδώ αναδεικνύεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σύγχρονης ταυτοτικής πολιτικής. Για χρόνια, τμήματα της Δυτικής Αριστεράς επιχείρησαν να οικοδομήσουν μια πολιτική συμμαχία μεταξύ ακτιβιστών LGBT κινημάτων και ισλαμικών κοινοτήτων, παρουσιάζοντας αμφότερους ως θύματα της ίδιας υποτιθέμενης Δυτικής καταπίεσης. Όταν όμως οι Αρχές μουσουλμανικών κρατών ενεργούν σύμφωνα με τις δικές τους κοινωνικές αντιλήψεις, η ευθύνη μετατοπίζεται μυστηριωδώς στον Τραμπ, στη Δεξιά ή στον «λαϊκισμό».

Η πραγματικότητα είναι πιο απλή και λιγότερο βολική. Οι περισσότερες μουσουλμανικές κοινωνίες δεν συμμερίζονται τις αντιλήψεις που κυριαρχούν σήμερα στα πανεπιστήμια, στις ΜΚΟ και στα μέσα ενημέρωσης της Δύσης σχετικά με το φύλο, τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν αποτελεί ισλαμοφοβία. Αποτελεί περιγραφή της πραγματικότητας.

Παρόμοια είναι η εικόνα και στη δεύτερη υπόθεση. Μετά τον ποδοσφαιρικό αγώνα Αργεντινής και Αιγύπτου, κυκλοφόρησε η θεωρία ότι το αποτέλεσμα ήταν προϊόν εβραϊκής συνωμοσίας. Φωτογραφίες του Μέσι με Ισραηλινούς αξιωματούχους, εικόνες του Χαβιέρ Μιλέι με τον Νετανιάχου και ψευδείς πληροφορίες για την καταγωγή του διαιτητή χρησιμοποιήθηκαν ως «αποδείξεις».

Η υπόθεση αυτή αποκαλύπτει μιαν άλλη όψη του ίδιου φαινομένου. Σημαντικό μέρος του σύγχρονου ακτιβιστικού λόγου έχει υιοθετήσει ένα απλοϊκό σχήμα καταπιεστή και καταπιεζόμενου. Στο σχήμα αυτό οι Εβραίοι και το Ισραήλ τοποθετούνται συχνά στην κατηγορία του ισχυρού, του λευκού, του αποικιοκράτη. Οι μουσουλμάνοι τοποθετούνται αυτομάτως στην κατηγορία του θύματος. Όταν η πραγματικότητα δεν συμβαδίζει με το σχήμα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.

Έτσι βλέπουμε το παράδοξο. Το μοναδικό εβραϊκό κράτος της περιοχής παρουσιάζεται ως η κύρια πηγή αστάθειας, ενώ οργανώσεις όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ, οι Χούθι και πλήθος άλλων ισλαμιστικών κινημάτων αντιμετωπίζονται συχνά με αξιοσημείωτη επιείκεια. Η τρομοκρατία σχετικοποιείται. Ο αντισημιτισμός βαφτίζεται «αντισιωνισμός». Η ευθύνη μεταφέρεται πάντοτε στον ίδιο ύποπτο.

Το κοινό νήμα που συνδέει αυτές τις δύο ιστορίες είναι η άρνηση αντιμετώπισης της πραγματικότητας όταν αυτή συγκρούεται με το ιδεολογικό αφήγημα. Η ταυτοτική πολιτική δεν αξιολογεί άτομα και γεγονότα με βάση αρχές. Τα αξιολογεί με βάση την ομάδα στην οποία ανήκουν. Δεν εξετάζει ποιος έχει δίκαιο, αλλά ποιος θεωρείται προνομιούχος και ποιος θύμα.

Για την Κύπρο, η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η αύξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού μέσω της μετανάστευσης αποτελεί πλέον κοινωνική πραγματικότητα. Κάθε δημοκρατική κοινωνία οφείλει να σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όλων. Όμως, ο σεβασμός προϋποθέτει ειλικρίνεια. Δεν μπορούμε να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές αξιών γύρω από ζητήματα όπως η ελευθερία της έκφρασης, η ισότητα των φύλων, τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων και ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους.

Η Κύπρος δεν θα ωφεληθεί ούτε από τη δαιμονοποίηση, ούτε από την άρνηση. Θα ωφεληθεί μόνο από μια νηφάλια προσήλωση στην πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα, όσο άβολη κι αν είναι, παραμένει πάντοτε καλύτερος οδηγός από οποιοδήποτε ιδεολογικό αφήγημα.

* Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο με εξειδίκευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και Φιλοσοφία Δικαίου