Πατήρ Θεόκλητος Κυριάκου: Ο διάκονος που έζησε τη φρίκη της αιχμαλωσίας της δεύτερης εισβολής και γλύτωσε δύο φορές από τον θάνατο
Ο πατήρ Θεόκλητος Κυριάκου θυμάται τις στιγμές που σημάδεψαν τη ζωή του, τους ξυλοδαρμούς, την αιχμαλωσία και τη φωτογραφία του σαράντα ημερών παιδιού του που κράτησε ως φυλαχτό
Πενήντα δύο χρόνια έχουν περάσει από τον Αύγουστο του 1974, όμως για όσους έζησαν την τουρκική εισβολή οι εικόνες εκείνων των ημερών δεν ανήκουν απλώς στο παρελθόν. Παραμένουν ζωντανές, συνδεδεμένες με πρόσωπα, φόβους, απώλειες και στιγμές που καθόρισαν ολόκληρη τη μετέπειτα ζωή τους. Μια τέτοια μαρτυρία είναι αυτή του πατρός Θεόκλητου Κυριάκου, ο οποίος σε ηλικία μόλις 21 ετών βρέθηκε αντιμέτωπος με τον θάνατο, έζησε την αιχμαλωσία και μεταφέρθηκε μαζί με άλλους Ελληνοκύπριους κρατουμένους στην Τουρκία.
Στις 14 Αυγούστου 1974, κατά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, ο πατήρ Θεόκλητος βρισκόταν στη Μια Μηλιά μαζί με τη σύζυγό του, το μόλις σαράντα ημερών παιδί τους, συγγενείς και άλλους ανθρώπους που είχαν παραμείνει στην περιοχή. Μέσα στη σύγχυση των ωρών εκείνων βγήκε από το σπίτι όπου διέμεναν, θεωρώντας ότι οι φωνές που άκουγε προέρχονταν από Ελληνοκύπριο στρατιώτη, με τον οποίο είχε προηγουμένως συνεννοηθεί. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκε μπροστά σε Τούρκους στρατιώτες και, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, με ένα όπλο στραμμένο επάνω του.
Η παρέμβαση ενός Τούρκου αξιωματικού αποδείχθηκε καθοριστική. Ήταν ο άνθρωπος που σταμάτησε τον στρατιώτη ο οποίος ετοιμαζόταν να τον πυροβολήσει, αλλά και ο ίδιος που λίγο αργότερα θα του έσωζε ξανά τη ζωή. Όταν περίπου 300 άνδρες είχαν συγκεντρωθεί στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου και πέντε από αυτούς οδηγήθηκαν σε αυτοκίνητο, ο νεαρός τότε διάκονος βρέθηκε επίσης να σπρώχνεται προς το όχημα. Ο αξιωματικός τον τράβηξε έξω την τελευταία στιγμή. Οι πέντε άνδρες που έφυγαν με το αυτοκίνητο παρέμειναν αγνοούμενοι.
Ακολούθησαν η μεταφορά, οι ξυλοδαρμοί και η αιχμαλωσία. Το ράσο που φορούσε τον έκανε ακόμη πιο ευδιάκριτο στα μάτια όσων τον κρατούσαν. Ο ίδιος θυμάται ότι, εξαιτίας της ιδιότητάς του ως κληρικού, τον συνέδεαν με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και ότι υπέστη επανειλημμένα χτυπήματα και κακομεταχείριση. Οι συνέπειες έμειναν και στο σώμα του, καθώς, όπως αναφέρει, αργότερα χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις.
Μέσα σ’ εκείνες τις συνθήκες, μια φωτογραφία απέκτησε για τον ίδιο ιδιαίτερη σημασία. Επρόκειτο για εικόνα που είχε ληφθεί την ημέρα της σύλληψής του και στην οποία βρισκόταν μαζί με το βρέφος του. Όταν την είδε αργότερα τυπωμένη σε εφημερίδα κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, κατάφερε να την κρατήσει και την έκρυψε μέσα στα ρούχα του. Για έναν άνθρωπο που δεν γνώριζε ποια ήταν η τύχη της οικογένειάς του, η εικόνα του παιδιού του έγινε πηγή δύναμης και ένα είδος φυλαχτού.
Η εμπειρία του 1974 δεν έμεινε, ωστόσο, μόνο στη δική του αιχμαλωσία. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ως ιερέας και πνευματικός, ήρθε σε επαφή με ανθρώπους που κουβαλούσαν τα δικά τους τραύματα από την εισβολή και τον ξεριζωμό. Ανάμεσά τους και γυναίκες που υπέστησαν βιασμούς και οι οποίες, όπως περιγράφει, για χρόνια επέλεγαν να μη μιλήσουν για όσα είχαν ζήσει.
Ιδιαίτερη θέση στη μνήμη του κατέχει και το ζήτημα των αγνοουμένων. Η εικόνα των πέντε ανδρών που οδηγήθηκαν μακριά, ενώ ο ίδιος απομακρύνθηκε την τελευταία στιγμή από το ίδιο αυτοκίνητο, παραμένει μία από τις πιο σκληρές αναμνήσεις του.
Σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, ο πατήρ Θεόκλητος Κυριάκου μιλά στη «Σημερινή» για εκείνες τις ώρες που βρέθηκε αντιμέτωπος με τον θάνατο, για τον Τούρκο αξιωματικό που του έσωσε δύο φορές τη ζωή, για την κακοποίηση που υπέστη ως αιχμάλωτος και για τη φωτογραφία τού παιδιού του που κράτησε ως φυλαχτό. Ανατρέχει παράλληλα στις μαρτυρίες ανθρώπων που συνάντησε αργότερα ως πνευματικός, μιλά για τις γυναίκες που έζησαν τη φρίκη των βιασμών, για τους αγνοουμένους και για τα τραύματα που, παρά την πάροδο των δεκαετιών, δεν έπαψαν ποτέ να τον συνοδεύουν.
Ποια είναι η πρώτη εικόνα που σας έρχεται στο μυαλό όταν επιστρέφετε νοερά στη 14η Αυγούστου 1974;
Είναι εικόνες που δεν έφυγαν ποτέ από μέσα μου. Εκείνη την ημέρα βρισκόμουν στη Μια Μηλιά μαζί με τη σύζυγό μου, το μωρό μας, που ήταν μόλις σαράντα ημερών, τα πεθερικά μου και άλλα πρόσωπα που είχαν παραμείνει στην περιοχή. Είχα συνεννοηθεί με έναν Ελληνοκύπριο στρατιώτη να προσπαθήσει να μας βοηθήσει να φύγουμε. Όταν άκουσα φωνές και θόρυβο έξω, νόμισα ότι είχε έρθει εκείνος και βγήκα λέγοντας ότι βρισκόμασταν μέσα. Αντί γι' αυτό, βρέθηκα μπροστά στους Τούρκους στρατιώτες. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε για μένα μια δοκιμασία που με συνοδεύει μέχρι σήμερα. Δεν ησύχασα πραγματικά από τότε.
Τι σκεφτήκατε τη στιγμή που ο Τούρκος στρατιώτης ετοιμαζόταν να σας πυροβολήσει και μπροστά σας βρίσκονταν η σύζυγος και το σαράντα ημερών παιδί σας;
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πραγματικό φόβο θανάτου. Ένας στρατιώτης όπλισε και έστρεψε το όπλο πάνω μου. Μου τράβηξε και τον σταυρό που φορούσα στο στήθος και πίστεψα ότι θα με σκοτώσει. Δεν φοβόμουν μόνο για τον εαυτό μου. Σκεφτόμουν τι θα γινόταν με όλους τους υπόλοιπους που βρίσκονταν μέσα, τη γυναίκα μου, το παιδί μου και τους άλλους ανθρώπους. Εκείνοι δεν είχαν ακόμη βγει έξω και δεν ήξερα ποια θα ήταν η τύχη τους.
Ο ίδιος Τούρκος αξιωματικός σάς έσωσε δύο φορές. Πώς εξηγείτε τη στάση του και τι αισθάνεστε σήμερα όταν βλέπετε τη φωτογραφία του;
Δεν μπορώ να γνωρίζω τι είχε μέσα στο μυαλό του ή γιατί ενήργησε έτσι. Αυτό που ξέρω είναι ότι δύο φορές η παρέμβασή του αποδείχθηκε καθοριστική για τη ζωή μου. Την πρώτη φορά, όταν ο στρατιώτης ήταν έτοιμος να με πυροβολήσει, ο αξιωματικός τον σταμάτησε και τον χαστούκισε. Τη δεύτερη, όταν μας είχαν συγκεντρώσει στον Άγιο Δημήτριο και πέντε άνδρες είχαν ξεχωριστεί από τους υπόλοιπους, με έσπρωξαν και εμένα προς το αυτοκίνητο όπου τους είχαν βάλει. Είχα ήδη το ένα πόδι μέσα όταν ο ίδιος αξιωματικός με τράβηξε έξω. Το αυτοκίνητο έφυγε αμέσως. Οι πέντε εκείνοι άνθρωποι παρέμειναν αγνοούμενοι. Έχω μέχρι σήμερα τη φωτογραφία στην οποία φαίνεται ο συγκεκριμένος αξιωματικός μαζί με το μωρό μου. Για μένα είναι ο άνθρωπος που βρέθηκε δύο φορές μπροστά μου σε στιγμές που κινδύνευε άμεσα η ζωή μου.
Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή της αιχμαλωσίας σας και τι σας έδινε τη δύναμη να αντέχετε;
Από τις χειρότερες στιγμές ήταν η μεταφορά μας μετά τη συγκέντρωση στον Άγιο Δημήτριο προς την τουρκική περιοχή της παλιάς Λευκωσίας. Επειδή φορούσα το ράσο, το πατούσα καθώς προσπαθούσα να κινηθώ, έπεφτα στο έδαφος και τότε με κλοτσούσαν και με χτυπούσαν με τα όπλα. Με χτυπούσαν στο σώμα, τραβούσαν τα γένια μου. Εκείνες τις ώρες αισθανόμουν ότι με μεταχειρίζονταν σαν να μην ήμουν άνθρωπος. Έλεγα μέσα μου ότι ήταν αδύνατον να σωθώ.
Τα βασανιστήρια και οι κακουχίες συνεχίστηκαν και στη συνέχεια της αιχμαλωσίας. Ιδιαίτερα επειδή ήμουν κληρικός, με συνέδεαν με τον Μακάριο και με θεωρούσαν κατά κάποιον τρόπο υπεύθυνο. Δεν υπάρχει σχεδόν σημείο του σώματός μου που να μη δέχθηκε χτυπήματα και αργότερα χρειάστηκε να υποβληθώ σε τρεις εγχειρήσεις.
Αυτό που με κρατούσε ήταν κυρίως η πίστη μου και η ελπίδα ότι θα ξαναδώ τους δικούς μου. Έκανα την προσευχή μου και ζητούσα να αξιωθώ να επιστρέψω στην Κύπρο και να δω ξανά το παιδί μου.
Η φωτογραφία με το μωρό σας έγινε για εσάς ένα είδος φυλαχτού. Τι συμβόλιζε εκείνες τις ημέρες και τι σημαίνει σήμερα;
Η φωτογραφία εκείνη μου έδωσε τεράστιο θάρρος. Στα Άδανα με φώναζαν επειδή ήμουν ο κληρικός ανάμεσα στους αιχμαλώτους. Άλλοτε με χλεύαζαν, άλλοτε με χτυπούσαν. Κάποια στιγμή μού έδειξαν σε εφημερίδα τη φωτογραφία που είχε τραβηχτεί κατά τη σύλληψή μας, στην οποία φαινόμουν μαζί με το μωρό μου.
Μόλις την είδα, ήταν σαν να έβλεπα ξανά τους ανθρώπους μου. Ζήτησα να κρατήσω τη φωτογραφία και κατάφερα να την κόψω. Την τύλιξα και την έκρυψα μέσα στη φόδρα του παντελονιού μου. Ήθελα να την έχω κοντά μου και, αν κατάφερνα να επιβιώσω, να μείνει ως ενθύμιο όλων όσων είχαμε περάσει. Τότε ήταν για μένα μια εικόνα της οικογένειάς μου και μια πηγή δύναμης.
Πώς βιώσατε την επιστροφή στην Κύπρο και την πρώτη συνάντηση με τη σύζυγο και το παιδί σας;
Μέχρι την επιστροφή μου δεν γνώριζα με βεβαιότητα τι είχε συμβεί στη γυναίκα και στο παιδί μου. Όταν επιστρέψαμε στην Κύπρο και μας μετέφεραν στο γκαράζ Παυλίδη, υπήρχαν εκεί μηνύματα από τις οικογένειές μας. Έψαξα και βρήκα τελικά το μήνυμα που μου είχε στείλει η γυναίκα μου, το οποίο δεν είχε φτάσει ποτέ σε μένα όσο ήμουν αιχμάλωτος. Μου έγραφε ότι βρίσκονταν στη Βαβατσινιά και ότι οι δικοί μου ήταν καλά. Εκεί ήταν που έμαθα με βεβαιότητα ότι η οικογένειά μου είχε σωθεί.
Με ποιον τρόπο επηρέασαν όσα ζήσατε την πίστη σας, τη διακονία σας και τη σχέση σας με τον Θεό;
Η πίστη μου μέσα από όσα έζησα ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο. Από μικρό παιδί ήθελα να γίνω ιερέας. Είχα αυτήν την κλήση μέσα μου, μεγάλωσα στη Λευκωσία, πήγαινα τακτικά στην εκκλησία και από νωρίς είχα στενή σχέση με την Εκκλησία.
Στην αιχμαλωσία υπήρχαν στιγμές που αισθανόμουν ότι μόνο η χάρη του Θεού μπορούσε να με κρατήσει. Προσευχόμουν να μπορέσω να γυρίσω πίσω και να δω ξανά το παιδί μου. Όλα αυτά επηρέασαν και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζω σήμερα τους ανθρώπους. Ως πνευματικός βρίσκομαι σε έναν συνοικισμό, ανάμεσα σε ανθρώπους που κουβαλούν πολύ πόνο. Έχω ακούσει όλα αυτά τα χρόνια ιστορίες και εξομολογήσεις ανθρώπων που έζησαν την εισβολή και τον ξεριζωμό.
Μιλήσατε ως πνευματικός με γυναίκες που υπέστησαν βιασμούς κατά την εισβολή. Τι σας εξομολογούνταν και γιατί πολλές επέλεξαν τη σιωπή;
Οι περισσότερες γυναίκες που υπέστησαν βιασμό δεν το ανέφεραν ποτέ και, σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς πέρασαν. Κάποιες βρήκαν το κουράγιο να μιλήσουν. Ως πνευματικός άκουσα γυναίκες να μου ανοίγουν την καρδιά τους και να κλαίνε. Όταν τις άκουγα, δάκρυζα και εγώ. Προσπαθούσα να νιώσω τον πόνο τους και να σταθώ δίπλα τους όσο μπορούσα.
Πολλές δεν ήθελαν να γνωστοποιηθεί αυτό που τους είχε συμβεί. Φοβούνταν τις συνέπειες για την οικογένειά τους, για τον σύζυγο ή τα παιδιά τους και δεν ήθελαν να εκτεθούν. Η δική μου προσπάθεια ήταν να τους δίνω θάρρος και, με την πνευματική δύναμη που μπορούσα να προσφέρω, να τις βοηθώ ώστε αυτό το τραύμα να μη μείνει για πάντα σαν ανοιχτή πληγή μέσα τους.
Σχεδόν 52 χρόνια μετά, ποια τραύματα εξακολουθούν να σας συνοδεύουν και υπάρχουν στιγμές που οι μνήμες επιστρέφουν πιο έντονα;
Δεν ησύχασα από εκείνον τον καιρό. Αυτά που ζήσαμε δεν περιγράφονται εύκολα σε λίγες προτάσεις. Είναι ολόκληρο βιβλίο. Τα χτυπήματα που δέχθηκα ήταν πάρα πολλά και οι συνέπειες έμειναν και στο σώμα μου, αφού χρειάστηκε να κάνω τρεις εγχειρήσεις.
Υπάρχουν όμως και τα ψυχικά τραύματα. Ως πνευματικός συνεχίζω να συναντώ ανθρώπους από τον προσφυγικό κόσμο και να ακούω τον πόνο τους. Γι' αυτό και όσα συνέβησαν τότε δεν είναι για μένα απλώς μια μακρινή ανάμνηση. Είναι κάτι που εξακολουθεί να υπάρχει στη ζωή ανθρώπων γύρω μας.
Τι θα θέλατε να γνωρίζουν οι νεότερες γενιές για την εισβολή, την αιχμαλωσία και τους ανθρώπους που ακόμη περιμένουν απαντήσεις για τους αγνοουμένους τους;
Για μένα το τραγικότερο κομμάτι όλων αυτών είναι η υπόθεση των αγνοουμένων και ο πόνος των οικογενειών τους. Υπάρχουν άνθρωποι που για δεκαετίες περίμεναν τους δικούς τους και έζησαν με αυτήν την αγωνία. Πιστεύω ότι πρέπει να βρίσκουν δύναμη μέσα από την Εκκλησία, την προσευχή και τα μνημόσυνα για τους ανθρώπους τους, ώστε και οι ίδιοι να μπορούν να βρουν κάποιαν ανακούφιση.
Στους νέους θα ήθελα να πω ότι χρειάζονται σωστά πρότυπα στη ζωή τους. Χωρίς τον Θεό, πιστεύω ότι ο άνθρωπος δύσκολα μπορεί να βρει πραγματική ανακούφιση. Και εμείς οι κληρικοί πρέπει να δεχόμαστε κάθε νέο όπως είναι. Αν βρεις τον σωστό τρόπο να τον πλησιάσεις και να τον φέρεις κοντά σου, μπορείς να τον βοηθήσεις να γίνει σωστός άνθρωπος. Για μένα, το καλύτερο πρότυπο παραμένει ο Χριστός.