Η οικονομία μεγαλώνει. Η κυπριακή οικογένεια;
Η Κύπρος προσελκύει εργαζομένους, κεφάλαια και επενδύσεις. Την ίδια ώρα, η στέγη ακριβαίνει, οι γεννήσεις των Κυπρίων μειώνονται και οι δικαιούχες κυπριακές πολύτεκνες οικογένειες συρρικνώθηκαν δραματικά. Μήπως ήρθε η ώρα να ξαναδούμε τι πραγματικά εννοούμε όταν μιλάμε για «δημογραφική πολιτική»;
Για χρόνια ακούμε ότι το δημογραφικό αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές για το μέλλον της Κύπρου. Μιλάμε για υπογεννητικότητα, γήρανση του πληθυσμού και ανάγκη στήριξης της οικογένειας.
Την ίδια περίοδο, όμως, η κυπριακή οικονομία απέδειξε ότι μπορεί να προσαρμόζεται πολύ γρήγορα όταν το απαιτούν οι ανάγκες της. Όταν χρειάστηκε περισσότερο εργατικό δυναμικό, στράφηκε στο εξωτερικό. Όταν επιδίωξε περισσότερες επενδύσεις, δημιούργησε κίνητρα προσέλκυσης κεφαλαίων και επιχειρήσεων.
Και αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Μια μικρή και ανοικτή οικονομία χρειάζεται εργαζομένους, επιχειρήσεις, επενδύσεις και κεφάλαια.
Το ερώτημα είναι άλλο:
Γιατί η οικονομία προσαρμόστηκε τόσο γρήγορα, αλλά όχι η πολιτική για την οικογένεια;
Γιατί το κράτος κατάφερε να δημιουργήσει μηχανισμούς για να προσελκύει ανθρώπινο δυναμικό από το εξωτερικό, αλλά δεν κατάφερε με την ίδια αποφασιστικότητα να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε ο ίδιος ο γηγενής πληθυσμός να μπορεί να δημιουργεί και να συντηρεί μεγαλύτερες οικογένειες;
Μια αλλαγή μέσα σε μία γενιά
Οι αριθμοί δείχνουν το μέγεθος της μεταβολής.
Οι ξένοι υπήκοοι στην Κύπρο ήταν περίπου 25.800 το 1992. Το 2001 ξεπέρασαν τις 66.000, το 2011 τις 169.000 και στην Απογραφή του 2021 ξεπέρασαν πλέον τις 200.000, αποτελώντας περισσότερο από το ένα πέμπτο του πληθυσμού.
Δεν χρειάζεται να αντιπαραθέσουμε Κύπριους και αλλοδαπούς. Οι άνθρωποι που έρχονται στην Κύπρο εργάζονται, δημιουργούν, καταναλώνουν και καλύπτουν πραγματικές ανάγκες της οικονομίας.
Μια τόσο μεγάλη και γρήγορη μεταβολή δημιουργεί οικονομικά οφέλη. Δημιουργεί όμως και συνέπειες. Και δύο από αυτές αγγίζουν άμεσα κάθε νέο ζευγάρι που σκέφτεται να δημιουργήσει οικογένεια: η κατοικία και η εργασία.
Το σπίτι που για κάποιον είναι επένδυση, για μια νέα οικογένεια είναι ανάγκη
Στο στεγαστικό δεν χρειάζεται να κάνουμε υποθέσεις. Η ίδια η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στην έκθεσή της για το πρώτο τρίμηνο του 2026, συνδέει τη συνεχιζόμενη ανοδική πορεία των τιμών κατοικιών, μεταξύ άλλων, με την ισχυρή ζήτηση, κυρίως από ξένους αγοραστές και σε μικρότερο βαθμό από εγχώριους, παράλληλα βεβαίως με άλλους παράγοντες, όπως το κατασκευαστικό κόστος και η προσφορά.
Στο τελευταίο τρίμηνο του 2025 ο Δείκτης Τιμών Κατοικιών είχε ήδη αυξηθεί κατά 7,1% σε ετήσια βάση.
Η ξένη ζήτηση φέρνει κεφάλαια, αυξάνει τις συναλλαγές, στηρίζει την οικοδομική βιομηχανία και ενισχύει την αξία περιουσιακών στοιχείων.
Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά:
Το σπίτι που για κάποιον είναι επένδυση, για μια νέα οικογένεια είναι ανάγκη.
Όσο αυξάνεται η ζήτηση για τις διαθέσιμες κατοικίες, τόσο αυξάνεται και η πίεση στις τιμές. Ο νέος Κύπριος καλείται έτσι να αγοράσει σπίτι σε μια αγορά πολύ διαφορετική από εκείνη στην οποία αγόραζαν οι γονείς του.
Για τον πολύτεκνο η αγωνία πολλαπλασιάζεται. Δεν σκέφτεται μόνο το μεγαλύτερο σπίτι που χρειάζεται σήμερα. Βλέπει τέσσερα, πέντε ή έξι παιδιά και αναρωτιέται πώς αυτά θα μπορέσουν αύριο να αποκτήσουν τη δική τους κατοικία.
Κάπου εδώ το στεγαστικό παύει να είναι μόνο οικονομικό πρόβλημα. Γίνεται δημογραφικό.
Τα οικονομικά συμφέροντα είναι υπαρκτά
Γύρω από αυτό το οικονομικό μοντέλο υπάρχουν απολύτως θεμιτά αλλά ισχυρά συμφέροντα: επιχειρήσεις που χρειάζονται εργατικό δυναμικό και καταναλωτές, κατασκευαστές και ιδιοκτήτες που ωφελούνται από την αυξημένη ζήτηση ακινήτων, τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης πιστώσεων των οποίων οι εξασφαλίσεις ενισχύονται όταν αυξάνονται οι αξίες των ακινήτων, αλλά και το ίδιο το κράτος που ωφελείται από επενδύσεις, συναλλαγές, φορολογικά έσοδα και υψηλότερο ΑΕΠ.
Όλα αυτά είναι θεμιτά. Το κρίσιμο ερώτημα όμως παραμένει:
Ποιος μετρά το κοινωνικό και δημογραφικό κόστος όταν τόσα οικονομικά συμφέροντα συγκλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση;
Γιατί η αύξηση της αξίας ενός διαμερίσματος μπορεί να σημαίνει κέρδος για τον ιδιοκτήτη, ισχυρότερη εξασφάλιση για τον πιστωτή και μεγαλύτερη αξία για τον επενδυτή.
Για το νέο ζευγάρι σημαίνει απλούστερα: χρειάζομαι περισσότερα χρήματα για να κάνω σπίτι και οικογένεια.
Και στην άλλη πλευρά της εξίσωσης βρίσκεται ο μισθός
Τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας για το 2024 δείχνουν διάμεσες μηνιαίες απολαβές €2.053 για τους Κυπρίους εργαζομένους και €1.544 για τους μη Κυπρίους — διαφορά περίπου €500 τον μήνα ή σχεδόν 25%.
Αυτό δεν σημαίνει ότι «οι ξένοι ρίχνουν τους μισθούς». Μια τέτοια γενίκευση θα ήταν λανθασμένη. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Υπάρχουν μη Κύπριοι υψηλόμισθοι εργαζόμενοι, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως η τεχνολογία και τα χρηματοοικονομικά, αλλά και μεγάλος αριθμός χαμηλόμισθων εργαζομένων σε άλλους τομείς.
Τα ίδια στοιχεία δείχνουν όμως σημαντικές μισθολογικές διαφορές σε κλάδους που απασχολούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Στη γεωργία, οι μέσες μηνιαίες απολαβές το 2024 ήταν €1.677 για Κυπρίους έναντι €650 για μη Κυπρίους. Στις κατασκευές, €1.952 έναντι €1.580, και στην εστίαση και φιλοξενία, €1.785 έναντι €1.434.
Η μεγαλύτερη ψαλίδα εμφανίζεται στη γεωργία, όπου οι μέσες απολαβές των μη Κυπρίων αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 40% εκείνων των Κυπρίων εργαζομένων στον ίδιο ευρύτερο κλάδο.
Τα στοιχεία αυτά από μόνα τους δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση μεταξύ της παρουσίας αλλοδαπών εργαζομένων και της εξέλιξης των μισθών των Κυπρίων. Υπάρχουν διαφορετικές ειδικότητες, θέσεις εργασίας, προσόντα και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τις αμοιβές.
Αποδεικνύουν όμως ότι στην ίδια αγορά εργασίας συνυπάρχουν ομάδες εργαζομένων με πολύ διαφορετικά επίπεδα αμοιβών.
Και αυτό επιτρέπει να τεθεί ένα απολύτως θεμιτό οικονομικό ερώτημα:
Όταν η οικονομία μπορεί να αντλεί εργατικό δυναμικό από μια πολύ μεγαλύτερη διεθνή δεξαμενή, μέρος της οποίας εργάζεται με αισθητά χαμηλότερες αμοιβές, πόση πίεση παραμένει στην αγορά για αύξηση των μισθών;
Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνδεθεί με όσα συμβαίνουν στη στέγη.
Στη στέγη ο Κύπριος οικογενειάρχης βρίσκεται απέναντι σε μια ολοένα ισχυρότερη διεθνή ζήτηση· στην εργασία βρίσκεται μέσα σε μια ολοένα μεγαλύτερη διεθνή προσφορά.
Από τη μία βλέπει το κόστος της κατοικίας να ανεβαίνει. Από την άλλη πρέπει να δημιουργήσει εισόδημα αρκετό για να το ακολουθήσει.
Και κάπου ανάμεσα στα δύο καλείται να αποφασίσει:
Μπορώ να αποκτήσω σπίτι; Μπορώ να δημιουργήσω οικογένεια; Και πόσα παιδιά μπορώ να στηρίξω;
Άλλο αύξηση πληθυσμού και άλλο δημογραφική ανανέωση
Εδώ οι αριθμοί των γεννήσεων αποκτούν διαφορετικό νόημα.
Οι γεννήσεις από Κύπριες μειώθηκαν από 6.728 το 2013 σε 6.111 το 2024.
Την ίδια περίοδο οι γεννήσεις από μητέρες τρίτων χωρών αυξήθηκαν από 937 σε 2.484.
Οι αριθμοί αυτοί δεν στρέφονται εναντίον κανενός. Μας υποχρεώνουν όμως να διαχωρίσουμε δύο διαφορετικά πράγματα:
Άλλο η αύξηση του συνολικού πληθυσμού και άλλο η δημογραφική ανανέωση του γηγενούς πληθυσμού.
Μπορούμε να καλύπτουμε ανάγκες της οικονομίας εισάγοντας εργατικό δυναμικό. Δεν μπορούμε όμως με αυτόν τον τρόπο να θεωρούμε ότι λύσαμε την υπογεννητικότητα της κυπριακής οικογένειας.
Και ειδικά στους πολύτεκνους υπάρχει ένας αριθμός που δύσκολα αγνοείται.
10.065 → 3.166
Σύμφωνα με στοιχεία που δόθηκαν στο πλαίσιο κοινοβουλευτικού ελέγχου προς τον βουλευτή Πρόδρομο Αλαμπρίτη, οι δικαιούχες κυπριακές πολύτεκνες οικογένειες ήταν 10.065 το 2012.
Το 2024 ήταν 3.166.
Σχεδόν 70% λιγότερες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε το 70% των πολύτεκνων οικογενειών. Μιλάμε για δικαιούχες οικογένειες.
Αλλά αυτό ακριβώς είναι το ανησυχητικό: χιλιάδες κυπριακές πολύτεκνες οικογένειες βρέθηκαν εκτός του βασικού συστήματος κρατικής στήριξης.
Και εδώ φτάνουμε στον περί Επιδόματος Τέκνου Νόμο. Όχι για να χαθούμε σε δεκάδες αριθμούς, αλλά για να δούμε έναν μόνο:
€49.000 για ένα παιδί — €69.000 για τέσσερα
Για δύο γονείς και ένα εξαρτώμενο παιδί ο Νόμος προβλέπει εισοδηματικό όριο €49.000.
Για δύο γονείς και τέσσερα εξαρτώμενα παιδιά το ανεβάζει στις €69.000.
Φαινομενικά, λοιπόν, η πολύτεκνη οικογένεια ευνοείται.
Μόνο που τα €69.000 ισχύουν μόνο όσο συνυπάρχουν τέσσερα εξαρτώμενα παιδιά. Όταν το μεγαλύτερο πάψει να θεωρείται εξαρτώμενο, το εισοδηματικό όριο υποχωρεί, παρότι τα μικρότερα εξακολουθούν να μεγαλώνουν μέσα στην ίδια οικογένεια.
Έτσι, για να έχει μια πολύτεκνη οικογένεια συνεχή πρόσβαση στη στήριξη από τη γέννηση του πρώτου παιδιού μέχρι να πάψει και το τελευταίο να είναι εξαρτώμενο, καταλήγει ουσιαστικά ξανά στο όριο των €49.000.
Το ίδιο όριο με την οικογένεια του ενός παιδιού.
Αλλά ακόμη και όσο ισχύουν οι €69.000, η αριθμητική αποκαλύπτει τη στρέβλωση:
1 παιδί – 3 μέλη
€49.000 → περίπου €16.300 ανά μέλος
4 παιδιά – 6 μέλη
€69.000 → περίπου €11.500 ανά μέλος
Η οικογένεια διπλασιάστηκε σε μέλη, αλλά το εισοδηματικό όριο αυξήθηκε μόλις κατά €20.000.
Ακόμη και όταν λοιπόν ο Νόμος αυξάνει το όριο λόγω των περισσότερων παιδιών, απαιτεί από την πολύτεκνη οικογένεια περίπου 30% χαμηλότερο εισόδημα ανά μέλος για να παραμένει δικαιούχος.
Γιατί όσο μεγαλώνει η οικογένεια, τόσο αυστηρότερα γίνονται τα κριτήρια;
Αυτό είναι τελικά το παράδοξο που πρέπει να διορθωθεί.
Η οικονομία άλλαξε. Η αγορά εργασίας άλλαξε. Η αγορά ακινήτων άλλαξε. Το κόστος ζωής άλλαξε. Η οικογενειακή πολιτική όμως δεν ακολούθησε με την ίδια ταχύτητα.
Και το πρόβλημα δεν σταματά στο ίδιο το Επίδομα Τέκνου. Η λήψη του χρησιμοποιείται σε πολλές περιπτώσεις ως προϋπόθεση πρόσβασης και σε άλλες μορφές κρατικής στήριξης. Έτσι, ένα στρεβλό εισοδηματικό κριτήριο μπορεί να κλείνει διαδοχικά περισσότερες πόρτες στην ίδια οικογένεια.
Γι’ αυτό η επικείμενη αλλαγή του Νόμου δεν πρέπει να περιοριστεί σε μια απλή αύξηση κάποιων ποσών.
Η αύξηση των παιδιών πρέπει να οδηγεί σε μεγαλύτερη και όχι αναλογικά μικρότερη κρατική στήριξη.
Για τις πολύτεκνες οικογένειες υπάρχει και η καθαρότερη λύση, που αποτελεί πάγια θέση της Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων: η κατάργηση των εισοδηματικών κριτηρίων.
Όχι επειδή κάθε πολύτεκνος είναι φτωχός. Αλλά επειδή η πολυτεκνία δεν είναι μέτρο φτώχειας. Είναι μόνιμα αυξημένη οικογενειακή και δημογραφική ευθύνη.
Τέσσερα, πέντε ή έξι παιδιά σημαίνουν τέσσερεις, πέντε ή έξι άνθρωποι που χρειάζονται εκπαίδευση, στέγη, μετακίνηση και αύριο τη δυνατότητα να ξεκινήσουν τη δική τους ζωή.
Η Κύπρος απέδειξε ότι μπορεί να δημιουργεί ισχυρά κίνητρα όταν η οικονομία χρειάζεται ανθρώπους.
Ήρθε η ώρα να αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργήσει εξίσου ισχυρά κίνητρα όταν η Κύπρος χρειάζεται παιδιά.
Γιατί το δημογραφικό δεν λύνεται απλώς αυξάνοντας τον αριθμό των ανθρώπων που κατοικούν σε έναν τόπο.
Λύνεται όταν οι άνθρωποι αυτού του τόπου πιστέψουν ξανά ότι μπορούν να δημιουργήσουν οικογένεια χωρίς να φοβούνται το μέλλον των παιδιών τους.
*Έφορος Δημοσίων Σχέσεων
Παγκύπρια Οργάνωση Πολυτέκνων