Η κρίση της μεγάλης οθόνης και η μάχη της επιβίωσης
Ο κινηματογράφος εξακολουθεί να διεκδικεί τη θέση του στη ζωή του κοινού
Από την πανδημία και την οικονομική πίεση μέχρι την έλλειψη μεγάλων παραγωγών, οι κινηματογράφοι πέρασαν μιαν από τις δυσκολότερες περιόδους τους. Όμως, η μεγάλη οθόνη αποδεικνύεται ανθεκτική.
Ο κινηματογράφος, παρά τις προβλέψεις που κατά καιρούς τον θέλουν να χάνει τη μάχη από την τηλεόραση, το διαδίκτυο και τις πλατφόρμες, εξακολουθεί να διεκδικεί τη θέση του στη ζωή του κοινού.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η μεγάλη οθόνη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή σειρά προκλήσεων. Η πανδημία του κορωνοϊού, η οικονομική πίεση που αισθάνονται τα νοικοκυριά, αλλά και η έλλειψη παραγωγών ικανών να προσελκύσουν μαζικά το κοινό, δημιούργησαν ένα δύσκολο σκηνικό για τις κινηματογραφικές αίθουσες.
Τι κράτησε το κοινό μακριά από τις αίθουσες
Ο Μανώλης Καραπατάκης, ιδιοκτήτης της αλυσίδας K-Cineplex, μιλώντας στη «Σημερινή» αναφέρθηκε στην κρίση που πέρασε ο κινηματογράφος, στις αλλαγές στις συνήθειες του κοινού και στην επόμενη ημέρα.
Η μείωση της επισκεψιμότητας των κινηματογράφων, σύμφωνα με τον κ. Καραπατάκη, δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα. Η εικόνα που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραμέτρων.
Πρώτα ήρθε ο κορωνοϊός. Οι περιορισμοί επηρέασαν άμεσα τη λειτουργία των αιθουσών και, όπως εξηγεί, ακόμη και τότε υπήρχαν άνθρωποι που εξακολουθούσαν να προσέρχονται στον κινηματογράφο φορώντας μάσκα. Παράλληλα, υπήρξε το οικονομικό ζήτημα. Όταν το διαθέσιμο εισόδημα περιορίζεται, η έξοδος στον κινηματογράφο μπορεί να πάψει ν’ αποτελεί συχνή συνήθεια και να μετατραπεί σε επιλογή που γίνεται πιο προσεκτικά.
Ο τρίτος παράγοντας ήταν ίσως ο πιο καθοριστικός, η ίδια η παραγωγή ταινιών. «Αν δεν έχεις ταινία δημιουργική και ταινία η οποία να σου προσφέρει κάτι δυνατό, έρχεται το πρώτο χτύπημα», σύμφωνα με τον κ. Καραπατάκη, ο οποίος προσθέτει ότι η οικονομική διάσταση είναι εξίσου σημαντική.
Όπως λέει, τις ημέρες που το εισιτήριο είναι οικονομικότερο, η προσέλευση αυξάνεται αισθητά. Ο ίδιος περιγράφει χαρακτηριστικά τη διαφορά, μια Δευτέρα μπορεί, για παράδειγμα, να καταγράψει μόλις δέκα εισιτήρια, ενώ το Σαββατοκύριακο να φτάσει τα τριάντα. Την οικονομική Τρίτη, όμως, μπορεί να καταγραφεί ξανά αντίστοιχη προσέλευση με αυτήν του Σαββατοκύριακου.
Το στοιχείο αυτό, για τον ίδιο, αποκαλύπτει το γεγονός ότι το κοινό θέλει να πηγαίνει σινεμά, αλλά δεν έχει πάντοτε την οικονομική δυνατότητα να το κάνει όσο συχνά θα ήθελε.
Στο κόστος του εισιτηρίου, όπως εξηγεί, προστίθενται παράγοντες όπως τα πνευματικά δικαιώματα, ο φόρος θεάματος και ο ΦΠΑ. Όλα αυτά επηρεάζουν τελικά την τιμή που καλείται να πληρώσει ο θεατής.
Οι πλατφόρμες απέναντι στη μεγάλη οθόνη
Η άνοδος των πλατφορμών και η δυνατότητα να παρακολουθεί κάποιος μια ταινία στο σπίτι ή ακόμη και από το κινητό του έχουν αλλάξει το τοπίο. Ωστόσο, ο κ. Καραπατάκης δεν θεωρεί ότι πρόκειται για ένα καινούργιο φαινόμενο.
Η τεχνολογία, όπως υποστηρίζει, πάντοτε αποτελούσε έναν νέο κύκλο για τον κινηματογράφο. Πρώτα ήταν η τηλεόραση, μετά η έγχρωμη τηλεόραση, ακολούθησε το βίντεο, το DVD και σήμερα οι ψηφιακές πλατφόρμες. Η κάθε νέα τεχνολογία δημιούργησε την εντύπωση ότι μπορεί να αλλάξει οριστικά τις ισορροπίες.
Όπως εξηγεί ο κ. Καραπατάκης, η κινηματογραφική αίθουσα προσφέρει κάτι διαφορετικό, την εμπειρία.
«Είναι η στιγμή που ο θεατής αφήνει πίσω του το κινητό, τον υπολογιστή ή την τηλεόραση και βγαίνει από το σπίτι για να μοιραστεί την ταινία με άλλους ανθρώπους. Είναι μια κοινωνική εμπειρία, όχι απλώς η παρακολούθηση ενός έργου. Και αυτή η εμπειρία δεν έχει χαθεί», τονίζει.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαφορετική συμπεριφορά του κοινού στις κυπριακές πόλεις.
Στη Λεμεσό, σύμφωνα με την εικόνα που έχει από τις αίθουσες, οι θεατές εμφανίζονται περισσότερο ως παρέες. Φίλοι πηγαίνουν μαζί στον κινηματογράφο και μοιράζονται την εμπειρία. Στη Λευκωσία, αντίθετα, είναι περισσότερα ζευγάρια ή δύο φίλοι.
Ο κ. Καραπατάκης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι στη Λευκωσία υπάρχουν θεατές που έχουν παρακολουθήσει την ίδια ταινία δύο και τρεις φορές, όταν πρόκειται για μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή παραγωγή.
Από τις μελέτες που πραγματοποιούνται στην Κύπρο και οι οποίες συνδυάζονται με δεδομένα από την Ευρώπη και την Αμερική, προκύπτουν δύο βασικοί παράγοντες, το οικονομικό και το περιεχόμενο.
Η ιστορία, η παραγωγή, η ίδια η ταινία και η εμπειρία που προσφέρει είναι αυτά που μπορούν να κάνουν τον θεατή να σηκωθεί από τον καναπέ και να βρεθεί στην αίθουσα.
Δεν είναι τυχαίο ότι συγκεκριμένα είδη ταινιών έχουν γνωρίσει ιδιαίτερη δυναμική τα τελευταία χρόνια. Τα horror και τα θρίλερ, όπως αναφέρει ο κ. Καραπατάκης, έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη απήχηση στους νέους. Όταν υπάρχει μια ταινία που τους ενδιαφέρει πραγματικά, η ηλικιακή ομάδα και το περιεχόμενο μπορούν να μετατρέψουν την ταινία σε κινηματογραφικό γεγονός.
Όταν ο κινηματογράφος πέρασε τη μεγαλύτερη κρίση του
Η ιστορία του κινηματογράφου στην Κύπρο αποδεικνύει ότι η απειλή της «εξαφάνισης» δεν είναι καινούργια.
Ο κ. Καραπατάκης γυρίζει πίσω στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, τις οποίες χαρακτηρίζει ως τις χειρότερες περιόδους για τον κινηματογράφο στην Κύπρο. Τότε ήταν η τηλεόραση και το βίντεο που έφεραν μεγάλες αλλαγές, κλείνοντας πολλούς ανθρώπους στο σπίτι.
Και, όμως, ο κινηματογράφος επέστρεψε. Τον Οκτώβριο του 1986, όπως αναφέρει, άρχισε μια νέα περίοδος αναγέννησης. Στις 14 Ιουνίου 1998 άνοιξε το πρώτο multiplex στην Κύπρο, στη Λεμεσό. Ακολούθησαν η Λάρνακα το 2001 και η Λευκωσία το 2002, ενώ το 2007 προστέθηκε ακόμη ένας σημαντικός σταθμός στο Mall of Cyprus.
Η περίοδος 2000-2008 χαρακτηρίζεται ως μία από τις καλύτερες εποχές του κινηματογράφου στην Κύπρο. Ακολούθησε μια μικρή πτώση, νέες αυξομειώσεις και, όταν οι παραγωγές άρχισαν και πάλι να γίνονται ισχυρές, ήρθε το μεγαλύτερο ίσως χτύπημα της σύγχρονης εποχής, ο κορωνοϊός.
Η εικόνα που περιγράφει ο κ. Καραπατάκης σήμερα είναι σαφώς πιο αισιόδοξη.
Ο κινηματογράφος στην Κύπρο βρίσκεται, όπως λέει, σε περίοδο ανάκαμψης. Οι παραγωγές έχουν αρχίσει να επιστρέφουν, ενώ εκτιμά ότι οι επόμενες χρονιές μπορούν να είναι ιδιαίτερα δυνατές. Κάνει μάλιστα λόγο για μια πολύ δυνατή περίοδο που περιλαμβάνει τις χρονιές 2026, 2027 και 2028.
Οι μεγάλες παραγωγές, οι κινήσεις των στούντιο και οι συγχωνεύσεις στον χώρο θεωρεί ότι μπορούν να συμβάλουν σε μεγαλύτερες επενδύσεις και περισσότερη χρηματοδότηση για νέες ταινίες.
Αναφερόμενος στην ταινία «Οδύσσεια» είπε ότι υπήρξε μεγάλη ανταπόκριση, με τις αίθουσες στην Κύπρο να καταγράφουν ακόμη και sold out προβολές.
Ερωτηθείς κατά πόσον υπάρχει ο κίνδυνος να κλείσουν οι κινηματογράφοι, η απάντηση του Μανώλη Καραπατάκη είναι κατηγορηματική: «ποτέ».
Όπως εξηγεί, καμία από τις κυπριακές εταιρείες δεν έφτασε στο σημείο να κλείσει κινηματογράφους εξαιτίας της κρίσης. Αναφέρεται μάλιστα στη συνεργασία που υπάρχει μεταξύ των επιχειρήσεων του κλάδου, οι οποίες, παρά τον ανταγωνισμό τους, επικοινωνούν και αντιμετωπίζουν από κοινού τις δυσκολίες της αγοράς.
Η λογική είναι ότι όλοι πρέπει να μπορούν να επιβιώσουν σε μια δύσκολη περίοδο, χωρίς ο ένας να στρέφεται εναντίον του άλλου. «Ο κινηματογράφος δεν θα πεθάνει ποτέ. Απλώς έπρεπε να περάσει αυτήν την κάμψη», κατέληξε.