Κλιματική «βόμβα» για την κυπριακή οικονομία: Έως €28 δις ο λογαριασμός μέχρι το 2050
Τουρισμός, εργασία, υγεία, ενέργεια και γεωργία σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος
Σε έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς κινδύνους των επόμενων δεκαετιών για την Κύπρο εξελίσσεται η κλιματική αλλαγή, με τις επιπτώσεις της να μην περιορίζονται πλέον στο περιβάλλον. Τουρισμός, παραγωγικότητα της εργασίας, δημόσια υγεία, γεωργία και ενεργειακό κόστος βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, ενώ οι δυνητικές απώλειες για το ΑΕΠ υπολογίζονται σε δισεκατομμύρια ευρώ.
Τα στοιχεία που παρουσίασε το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου, στο πλαίσιο της παρουσίασης «Κλιματική Αλλαγή: Επιπτώσεις και Παρεμβάσεις στην Κυπριακή Οικονομία», αποτυπώνουν το οικονομικό αποτύπωμα που μπορεί να έχει η άνοδος της θερμοκρασίας και κυρίως το κόστος που συνεπάγεται η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων.
Ήδη €459 εκατ. οι απώλειες
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Κύπρος είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη, με τις εκτιμώμενες οικονομικές απώλειες από το 1980 μέχρι το 2024 να ανέρχονται ήδη περίπου στα €459 εκατ.
Για τα επόμενα χρόνια, μεταξύ των βασικών οικονομικών επιπτώσεων καταγράφονται η αυξημένη ζήτηση ενέργειας, η μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας και η επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών. Η διαχείριση τόσο των φυσικών κινδύνων όσο και εκείνων που προκύπτουν από τη μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών καθιστά καθοριστικό τον ρόλο της δημόσιας πολιτικής.
Τα δεδομένα καταδεικνύουν παράλληλα την κατεύθυνση προς την οποία κινούνται οι κλιματικές συνθήκες του νησιού. Καταγράφεται ανοδική τάση της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας μέχρι το 2060 και πτωτική τάση της βροχόπτωσης. Την ίδια ώρα, μειώνονται οι ανάγκες θέρμανσης, αλλά αυξάνονται σημαντικά οι ανάγκες ψύξης, με άμεσες συνέπειες για την κατανάλωση και το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Έως €28 δις το κόστος μέχρι το 2050
Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι εκτιμήσεις για τις μακροοικονομικές επιπτώσεις εάν δεν εφαρμοστούν αποτελεσματικές πολιτικές αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.
Στο δυσμενέστερο σενάριο, το λεγόμενο «Business as usual», οι απώλειες του ΑΕΠ εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσουν το 7% μέχρι το 2050, που μεταφράζεται σε σωρευτικό οικονομικό κόστος της τάξης των €26-€28 δις Μέχρι το 2100 η απόκλιση του ΑΕΠ εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει το 27%.
Στο ενδιάμεσο σενάριο «Middle of the Road», το ΑΕΠ εκτιμάται ότι μπορεί να είναι κατά 5% χαμηλότερο έως το 2050, με απώλειες €15-€18 δις, ενώ έως το τέλος του αιώνα η επίπτωση υπολογίζεται στο 14%.
Αντίθετα, στο βιώσιμο σενάριο, το οποίο προϋποθέτει ουσιαστικότερη κλιματική δράση, οι απώλειες περιορίζονται σε χαμηλά μονοψήφια ποσοστά, με το συνολικό κόστος να εκτιμάται γύρω στα €5 δις.
Πίεση στον τουρισμό
Με βάση εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στην παρουσίαση του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών, η συνολική παρούσα αξία του κόστους των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στην Κύπρο μέχρι το 2050, χωρίς μέτρα προσαρμογής, υπολογίζεται στα €18,2 δις σε τιμές 2023.
Το μεγαλύτερο μερίδιο αφορά τον τουρισμό, με 28% του συνολικού κόστους. Ακολουθούν η παραγωγικότητα της εργασίας με 21% και η δημόσια υγεία με 20%. Η αυξημένη ενεργειακή ζήτηση αντιστοιχεί στο 15% και η γεωργία στο 9%, ενώ μικρότερα μερίδια αποδίδονται στις ενεργειακές υποδομές, στους υδάτινους πόρους, στις παράκτιες πλημμύρες και στις δασικές πυρκαγιές.
Η άνοδος των θερμοκρασιών και οι μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες μπορούν να επηρεάσουν την ελκυστικότητα της Κύπρου ως προορισμού, ιδιαίτερα κατά τους θερμότερους μήνες. Παράλληλα, οι τουριστικές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με μεγαλύτερες ενεργειακές ανάγκες για ψύξη, αυξημένη κατανάλωση νερού και πρόσθετο κόστος προσαρμογής εγκαταστάσεων και υποδομών.
Το κόστος της ζέστης στην εργασία
Εξίσου σημαντικό είναι το κόστος από τη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας, το οποίο αντιστοιχεί στο 21% των συνολικών επιπτώσεων.
Η αυξανόμενη θερμική καταπόνηση μπορεί να περιορίζει την ικανότητα εργασίας, ιδιαίτερα σε δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε εξωτερικούς χώρους ή σε περιβάλλοντα με μεγάλη έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες. Η απώλεια παραγωγικότητας μεταφέρεται στην παραγωγή, στο κόστος των επιχειρήσεων και τελικά στο συνολικό ΑΕΠ.
Στην ίδια εξίσωση προστίθεται η δημόσια υγεία, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 20% του εκτιμώμενου κόστους.
Ενέργεια και γεωργία
Η αύξηση της θερμοκρασίας οδηγεί σε περισσότερες ανάγκες ψύξης και επομένως σε μεγαλύτερη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Το κόστος που συνδέεται με την ενεργειακή ζήτηση υπολογίζεται στο 15% του συνολικού κόστους των κλιματικών επιπτώσεων έως το 2050 χωρίς μέτρα προσαρμογής.
Την ίδια στιγμή, η γεωργία καλείται να λειτουργήσει μέσα σε ένα δυσμενέστερο περιβάλλον αυξημένων θερμοκρασιών και πιέσεων στους υδάτινους πόρους, αντιπροσωπεύοντας το 9% του συνολικού οικονομικού κόστους.
Φόροι άνθρακα και πράσινες επενδύσεις
Το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών εξετάζει διαφορετικά εργαλεία δημοσιονομικής και κλιματικής πολιτικής, μεταξύ των οποίων οι φόροι άνθρακα και οι πράσινες επενδύσεις.
Σε σενάριο σταδιακής αύξησης των φόρων άνθρακα κατά 20% μέχρι το 2031, εκτιμάται μικρή αλλά επίμονη συρρίκνωση της παραγωγής, περίπου 0,5% μέχρι το 2031, καθώς και αύξηση των τιμών ενέργειας και πληθωριστικές πιέσεις. Ωστόσο, η εφαρμογή φόρων άνθρακα από μόνη της κρίνεται ανεπαρκής για την επίτευξη των στόχων κλιματικής ουδετερότητας.
Διαφορετική είναι η εικόνα όταν τα φορολογικά έσοδα επιστρέφουν στην οικονομία μέσω πράσινων επενδύσεων. Σε αυτήν την περίπτωση, οι απώλειες του ΑΕΠ περιορίζονται στο 0,2% έως το 2031, ενώ μεσοπρόθεσμα καταγράφονται θετικά αποτελέσματα της τάξης του 0,3%. Παράλληλα, η παραγωγή καθαρής ενέργειας μπορεί να αυξηθεί κατά 10%-15% και οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου να μειωθούν κατά 2%-3%.
Κέρδη στο ΑΕΠ από ένα ολοκληρωμένο σχέδιο
Ακόμη πιο σημαντικά είναι τα αποτελέσματα ενός ευρύτερου μείγματος πολιτικής που συνδυάζει φόρους άνθρακα, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και υιοθέτηση νέων τεχνολογιών.
Σύμφωνα με τις προσομοιώσεις, ένα τέτοιο μείγμα μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά οικονομικά οφέλη. Τα κέρδη στο ΑΕΠ εκτιμάται ότι μπορούν να ξεπεράσουν το 2% το 2040 και να φτάσουν μέχρι το 4% το 2050, παράλληλα με σημαντική μείωση των εκπομπών.
Το εύρημα μεταβάλλει τη συζήτηση γύρω από το κόστος της πράσινης μετάβασης, καθώς οι κλιματικές πολιτικές, εφόσον συνδυάζονται με επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, μπορούν να λειτουργήσουν και ως αναπτυξιακό εργαλείο.
Μέχρι €450 εκατ. τον χρόνο για την κλιματική ουδετερότητα
Η μετάβαση, ωστόσο, απαιτεί σημαντικού ύψους επενδύσεις. Πριν από την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, την περίοδο 2010-2020, οι σχετικές επενδύσεις υπολογίζονταν περίπου στα €80-€100 εκατ. ετησίως. Με τα υφιστάμενα μέτρα για την περίοδο 2021-2030, το ποσό αυξάνεται στα €200-€220 εκατ. τον χρόνο.
Για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας την περίοδο 2031-2050, οι απαιτούμενες επενδύσεις υπολογίζονται σε €400-€450 εκατ. ετησίως, σε τιμές 2022. Αυτό σημαίνει ότι, σε σύγκριση με τα υφιστάμενα μέτρα, οι ετήσιες δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει ουσιαστικά να διπλασιαστούν.
Η προσπάθεια δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στο κράτος. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι δημόσιες επενδύσεις δύνανται να καλύψουν μόλις το 20%-30% των συνολικών αναγκών. Καθοριστικός καθίσταται επομένως ο ρόλος των επιχειρήσεων και των ιδιωτικών κεφαλαίων, όπως και η αξιοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Από τον Ρήνο στον Δούναβη
Η οικονομική διάσταση της κλιματικής αλλαγής δεν αποτελεί κυπριακό φαινόμενο. Το καλοκαίρι του 2026, η υποχώρηση της στάθμης μεγάλων ποταμών στην Κεντρική Ευρώπη ανέδειξε στην πράξη πώς ένα κλιματικό φαινόμενο μπορεί να εξελιχθεί σε άμεσο οικονομικό πρόβλημα.
Στον Ρήνο, μιαν από τις σημαντικότερες εμπορικές αρτηρίες της Ευρώπης, η ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες οδήγησαν σε τόσο χαμηλά επίπεδα νερού, ώστε η πλεύση μεγάλων εμπορικών φορτηγίδων να καταστεί εξαιρετικά δύσκολη ή αδύνατη σε ορισμένα σημεία.
Η μειωμένη χωρητικότητα των πλοίων αυξάνει το κόστος μεταφοράς και δημιουργεί πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, καθώς μεγάλες γερμανικές βιομηχανίες εξαρτώνται από τον ποταμό για την τροφοδοσία τους με πρώτες ύλες και τη μεταφορά των προϊόντων τους προς τα λιμάνια της Βόρειας Ευρώπης.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται στον Δούναβη, όπου η χαμηλή στάθμη των υδάτων επηρεάζει όχι μόνο τις μεταφορές αλλά και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ουγγαρία και η Ρουμανία αναγκάστηκαν να περιορίσουν τη λειτουργία πυρηνικών σταθμών, καθώς οι μονάδες απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού για την ψύξη τους.
Οι συνέπειες επεκτείνονται και στον τουρισμό. Στην Ουγγαρία, η υποχώρηση των υδάτων στη λίμνη Μπάλατον είχε, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, αντίκτυπο στις κρατήσεις, με ακυρώσεις σε ξενοδοχεία της περιοχής.
Τα παραδείγματα του Ρήνου και του Δούναβη δείχνουν έτσι πώς η ξηρασία μπορεί να προκαλέσει ταυτόχρονα προβλήματα στις μεταφορές, στην ενέργεια, στη βιομηχανία και στον τουρισμό, με τις επιπτώσεις να μεταφέρονται μέσω των εφοδιαστικών αλυσίδων και πέραν των περιοχών που πλήττονται άμεσα.
«Η κλιματική κρίση μεταφέρεται ήδη στο κόστος ζωής»
Τη σύνδεση αυτών των εξελίξεων με την Κύπρο ανέδειξε ο τέως διευθυντής της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, Κλεάνθης Νικολαΐδης. Όπως ανέφερε, το φετινό καλοκαίρι χαρακτηρίζεται διεθνώς από μεγάλες πυρκαγιές, εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες και έντονα καιρικά φαινόμενα, δημιουργώντας πιέσεις που επηρεάζουν όχι μόνο την καθημερινότητα αλλά και τη λειτουργία της οικονομίας.
Ο κ. Νικολαΐδης σημείωσε ότι στην Ευρώπη δεν έχει επηρεαστεί μόνο η στάθμη των υδάτων, αλλά και η θερμοκρασία τους, γεγονός που σε ορισμένες περιπτώσεις δυσχεραίνει τη χρήση του νερού ως ψυκτικού μέσου σε πυρηνικούς αντιδραστήρες και θερμικά εργοστάσια. Αναφέρθηκε επίσης στη μείωση των διαθέσιμων ποσοτήτων νερού για αγρότες και βιομηχανία στη Γαλλία, καθώς και στα χαμηλά επίπεδα επιφανειακών υδάτων στην Αγγλία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι οικονομικές συνέπειες μπορούν να φτάσουν μέχρι την Κύπρο μέσω των εισαγωγών. Έφερε ως παράδειγμα τις ποτάμιες μεταφορές, εξηγώντας ότι όταν μια φορτηγίδα που προηγουμένως μετέφερε δέκα τόνους εμπορευμάτων μπορεί πλέον να μεταφέρει μόλις τρεις ή τέσσερεις, το λειτουργικό της κόστος παραμένει σχεδόν το ίδιο. Το κόστος ανά μονάδα προϊόντος αυξάνεται και τελικά το προϊόν φτάνει ακριβότερο στην Κύπρο και γενικότερα στη Νότια Ευρώπη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην κρίση νερού, την οποία χαρακτήρισε βασική παράμετρο της κλιματικής κρίσης. Όπως τόνισε, η ασφάλεια νερού είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ασφάλεια της παραγωγής και ειδικότερα της γεωργικής παραγωγής. Για την Κύπρο, σημείωσε ότι χωρίς επαρκείς ποσότητες νερού οι αγρότες δεν μπορούν να διατηρήσουν σταθερή παραγωγή ή αναγκάζονται να παράγουν προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας και υψηλότερου κόστους, κάτι που αποτυπώνεται τελικά στις τιμές.
Ο τέως διευθυντής της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας διέκρινε το υδατικό πρόβλημα σε δύο βασικούς άξονες, την ύδρευση και την άρδευση. Στην ύδρευση, σημαντικό μέρος των αναγκών καλύπτεται μέσω αφαλατώσεων, οι οποίες όμως έχουν υψηλό κόστος. Το αφαλατωμένο νερό, όπως εξήγησε, είναι ιδιαίτερα ακριβό και δεν μπορεί εύκολα να αποτελέσει λύση για τη γεωργική παραγωγή. Στην άρδευση, οι περιορισμένες ποσότητες νερού οδηγούν είτε σε υπεράντληση είτε σε άντληση από μεγαλύτερα βάθη, προκαλώντας νέα αύξηση του κόστους.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι ακόμη και ένας πολύ βροχερός χειμώνας δεν αρκεί για να επιλύσει διαχρονικά το πρόβλημα. Η πληρότητα των φραγμάτων μπορεί να βελτιωθεί αισθητά μέσα σε μία καλή χρονιά, ωστόσο δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι οι επόμενοι χειμώνες θα είναι εξίσου βροχεροί. Αντίθετα, όπως σημείωσε, στατιστικές αναλύσεις δείχνουν ότι ενδέχεται να είναι ξηρότεροι.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Νικολαΐδης υπογράμμισε την ανάγκη μακροπρόθεσμης στρατηγικής στο υδατικό, αναφέροντας ότι βρίσκεται εδώ και καιρό στο τραπέζι πρόταση για ενίσχυση της βροχής με τεχνητά μέσα και περιβαλλοντικά φιλικές μεθόδους. Κατά τον ίδιο, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σε επίπεδο αρμόδιων Αρχών, καθώς η Κύπρος βρίσκεται, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, στο κέντρο της περιοχής του πλανήτη που υφίσταται κλιματική αλλαγή.
Η προειδοποίηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα υπό το πρίσμα των οικονομικών εκτιμήσεων για τις επόμενες δεκαετίες. Για την Κύπρο, η κλιματική κρίση μετατρέπεται σταδιακά από περιβαλλοντική πρόκληση σε ζήτημα παραγωγής, τιμών και κόστους ζωής, καθιστώντας την έγκαιρη προσαρμογή όχι μόνο περιβαλλοντική αλλά και οικονομική αναγκαιότητα.