Πόσο θα «πονέσει» το Ιράν το Economic D-Day που προανήγγειλε ο Τραμπ
Η αποκοπή των οικονομικών διαύλων μόνο εύκολη υπόθεση δεν θεωρείται
Η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εισέρχεται σε μια νέα, ιδιαίτερα κρίσιμη φάση, καθώς ο πόλεμος οδεύει προς τον έκτο μήνα χωρίς να διαφαίνεται διέξοδος ούτε στο στρατιωτικό, ούτε στο διπλωματικό πεδίο. Ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει την πίεση προς την Τεχεράνη, προαναγγέλλοντας αυτό που ο ίδιος χαρακτηρίζει «Economic D-Day», μια νέα και σαρωτική οικονομική εκστρατεία που, όπως όλα δείχνουν, δεν θα περιοριστεί μόνο στο ιρανικό καθεστώς, αλλά θα μπορούσε να επεκταθεί σε χώρες, τράπεζες, επιχειρήσεις και άλλα δίκτυα που εξακολουθούν να προσφέρουν οικονομική ή εμπορική «ανάσα» στο Ιράν.
Τι σημαίνει το Economic D-Day
Ο Τραμπ κλιμακώνει την πίεση προς το Ιράν, προαναγγέλλοντας αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε «Economic D-Day», την ώρα που παραμένει το αδιέξοδο τόσο για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ όσο και για την επίτευξη συμφωνίας τερματισμού του πολέμου, ο οποίος εισέρχεται πλέον στον έκτο μήνα.
Με ανακοίνωση ο Αμερικανός Πρόεδρος προανήγγειλε μια σαρωτική οικονομική εκστρατεία κατά της Τεχεράνης, βάζοντας στο στόχαστρο όχι μόνο το ιρανικό καθεστώς, αλλά και κάθε χώρα ή οντότητα που διατηρεί οικονομικές ή εμπορικές σχέσεις μαζί του.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος έκανε λόγο για «τη σκληρότερη οικονομική επιχείρηση που έχει ποτέ ληφθεί εναντίον οποιασδήποτε χώρας», χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει ποια επιπλέον μέτρα σχεδιάζει η Ουάσιγκτον, πέραν των ήδη αυστηρών κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στην Τεχεράνη.
Αναλυτές όμως εξηγούν ότι η προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να ασκήσει ασφυκτική πίεση στο Ιράν και να το οδηγήσει σε υποχώρηση περνά σε μεγάλο βαθμό από το Ντουμπάι, ένα από τα κρισιμότερα οικονομικά κέντρα της περιοχής.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν την αναστολή χρηματοοικονομικών και οικονομικών συναλλαγών με το Ιράν, σε μια κίνηση που θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά την πρόσβαση της Τεχεράνης σε βασική πηγή εισαγωγών και σε μιαν από τις σημαντικότερες οικονομικές «πύλες» της προς τον υπόλοιπο κόσμο.
Η απόφαση ακολούθησε εβδομάδες πιέσεων από την κυβέρνηση Τραμπ προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, προκειμένου να εντείνουν τη δράση τους κατά των ιρανικών χρηματοπιστωτικών δικτύων που δραστηριοποιούνται στη χώρα. Δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν μεταφέρει στους ομολόγους τους ότι ένα χτύπημα στις ροές χρήματος που συνδέονται με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης θα μπορούσε να έχει ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο στην Τεχεράνη από τον ναυτικό αποκλεισμό που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ σε ιρανικούς λιμένες.
Η Ουάσιγκτον φέρεται επίσης να έχει ζητήσει από τα Εμιράτα να λάβουν αυστηρότερα μέτρα κατά κυρωμένων ιρανικών οντοτήτων και άλλων δικτύων που δραστηριοποιούνται μυστικά στη χώρα.
Την ίδια ώρα, ο Τραμπ έστειλε νέο αυστηρό μήνυμα προς τις χώρες που εξακολουθούν να παρέχουν οικονομικές διευκολύνσεις στην Τεχεράνη.
«Κάθε χώρα που επιτρέπει στα χρηματοπιστωτικά της ιδρύματα, στις επιχειρήσεις, στα αεροδρόμια ή σε κυβερνητικές οντότητες να παρέχουν οποιοδήποτε είδος σωσιβίου στο Ιράν, θα αντιμετωπίσει η ίδια ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ οικονομικές συνέπειες», ανέφερε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αργά το βράδυ της Τετάρτης.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος αναφέρθηκε ειδικότερα στο λαθρεμπόριο πετρελαίου, στις γραμμές ανταλλαγής, στις μεταφορές μετρητών, στα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, στα νηολόγια πλοίων και στις εταιρείες-βιτρίνες, υπογραμμίζοντας ότι «όλα πρέπει να σταματήσουν τώρα».
Ο Τραμπ δεν κατονόμασε τις χώρες στις οποίες αναφερόταν, ωστόσο κάλεσε όλους τους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών να συνταχθούν με την προσπάθειά του.
Εφόσον εφαρμοστούν σε ευρεία κλίμακα, τα μέτρα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων θα μπορούσαν να περιορίσουν σημαντικά την πρόσβαση του Ιράν σε ξένο συνάλλαγμα και στα διεθνή εμπορικά δίκτυα, σε μια περίοδο κατά την οποία η ιρανική οικονομία δέχεται ήδη τεράστιες πιέσεις από τον υψηλό πληθωρισμό, τις κυρώσεις και τις επιπτώσεις του πολέμου.
Η κυβέρνηση Τραμπ εκτιμά ότι η περαιτέρω οικονομική πίεση μπορεί να οδηγήσει την Τεχεράνη ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, η αποκοπή αυτών των οικονομικών διαύλων μόνο εύκολη υπόθεση δεν θεωρείται.
Μεγάλο μέρος της σχετικής δραστηριότητας πραγματοποιείται σκόπιμα κάτω από αδιαφανείς συνθήκες. Αμερικανικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια καταδεικνύουν ότι έσοδα από πετρελαϊκές πωλήσεις, συναλλαγές σε ξένο συνάλλαγμα και πληρωμές για ιρανικές οντότητες περνούσαν επί μακρόν μέσω εταιρειών-βιτρινών και ανταλλακτηρίων στο Ντουμπάι, συχνά χωρίς το όνομα του Ιράν να εμφανίζεται καν στις συναλλαγές.
Μια πραγματική αποκοπή του Ιράν θα απαιτούσε, συνεπώς, πολύ πιο επιθετική παρέμβαση των Αρχών των Εμιράτων σε αδιαφανείς χρηματοοικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες. Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, θα μπορούσε να επηρεάσει τον ίδιο τον ρόλο του Ντουμπάι ως ενός από τα σημαντικότερα παγκόσμια κέντρα εμπορίου, κεφαλαίων και επανεξαγωγών.
Ειδικοί εξηγούν ότι η απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να κινηθούν κατά του άμεσου εμπορίου και των χρηματοοικονομικών συναλλαγών είναι σημαντική, ωστόσο μεγάλο μέρος της έμμεσης δραστηριότητας εξακολουθεί να περνά μέσα από τράπεζες του Ντουμπάι, στηρίζοντας αυτό που περιέγραψε ως «σκιώδες» τραπεζικό και χρηματοδοτικό δίκτυο του Ιράν.
Πόσο αποτελεσματικά θα είναι τα νέα μέτρα;
Ωστόσο, το Ιράν ζει εδώ και δεκαετίες υπό το βάρος διεθνών κυρώσεων και, μέχρι σήμερα, έχει δείξει ότι είναι διατεθειμένο να αντέξει το οικονομικό κόστος, αλλά και ότι διαθέτει την ικανότητα να προσαρμόζεται απέναντι σε τεράστιες οικονομικές και στρατιωτικές πιέσεις όσο η σύγκρουση παρατείνεται.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Ουάσιγκτον είναι, επομένως, κατά πόσον ένας νέος γύρος κυρώσεων μπορεί να πετύχει εκεί όπου άλλες στρατηγικές απέτυχαν.
Ο ακριβής μηχανισμός της νέας αμερικανικής εκστρατείας οικονομικής πίεσης παραμένει μέχρι στιγμής ασαφής. Ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, αναμένεται να παρουσιάσει περισσότερες λεπτομέρειες σε συνέντευξη Τύπου στις 24 Αυγούστου.
Σε συνέντευξή του στο CNBC, πάντως, ο Μπέσεντ ξεκαθάρισε ότι η Ουάσιγκτον είναι έτοιμη να κινηθεί εναντίον οποιασδήποτε χώρας, συμμάχου ή αντιπάλου, εάν θεωρήσει ότι αυτή προσφέρει οικονομική «ανάσα» στην Τεχεράνη.
Ωστόσο, το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με σημαντικές αμερικανικές κυρώσεις σχεδόν από την αρχή της ύπαρξης της Ισλαμικής Δημοκρατίας, μετά την επανάσταση του 1979.
Η οικονομική πίεση εντάθηκε σημαντικά μετά την απόφαση της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ να αποχωρήσει από τη συμφωνία του 2015 μεταξύ του Ιράν και των μεγάλων δυνάμεων για τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Στο πλαίσιο της σημερινής σύγκρουσης, η αμερικανική κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει την «Επιχείρηση Economic Fury», μια διπλή εκστρατεία οικονομικής πίεσης που συνδυάζει κυρώσεις, συντονισμένες από το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών, κατά των χρηματοοικονομικών ροών του ιρανικού καθεστώτος, με ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμένων.
Ο Ιμράν Μπαγιούμι, ειδικός στη γεωστρατηγική στο Atlantic Council, εκτιμά ότι η νέα ανακοίνωση αντικατοπτρίζει την αυξανόμενη απογοήτευση στην Ουάσιγκτον, καθώς οι προηγούμενες επιλογές δεν απέφεραν τα αποτελέσματα που επιδιώκει ο Τραμπ.
«Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μιαν αναγνώριση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σχεδόν εγκλωβιστεί σε αυτόν τον πόλεμο», δήλωσε στο BBC. «Είναι άλλη μια προσπάθεια άσκησης οικονομικής πίεσης».
Όπως πρόσθεσε, η νέα δέσμη μέτρων αποτελεί απλώς ένα ακόμη εργαλείο που χρησιμοποιεί η Ουάσιγκτον, χωρίς, όμως, κατά την άποψή του, να έχει παρουσιαστεί μια ξεκάθαρη συνολική στρατηγική. «Δεν έχουμε δει μια σαφή στρατηγική από την κυβέρνηση, ούτε σε στρατιωτικό ούτε σε οικονομικό επίπεδο. Το ερώτημα για το τι ακριβώς προσπαθούν να πετύχουν οι ΗΠΑ παραμένει αναπάντητο», σημείωσε.
Οικονομικοί αναλυτές σημειώνουν ότι η νέα στρατηγική θα επιχειρήσει να διευρύνει σημαντικά την «ακτίνα» των κυρώσεων. Στο στόχαστρο αναμένεται να βρεθούν τρίτες χώρες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν, αλλά των οποίων οι οικονομίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το αμερικανικό δολάριο. Μέχρι σήμερα, όπως σημείωσε, οι ΗΠΑ χρησιμοποιούσαν κυρίως την απειλή δευτερογενών κυρώσεων εναντίον ξένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να τα ωθήσουν στη συμμόρφωση με την αμερικανική πολιτική κυρώσεων.
Η νέα στρατηγική, ωστόσο, ενδέχεται να επιχειρήσει να αξιοποιήσει έναν πολύ ευρύτερο μοχλό πίεσης, στοχεύοντας ουσιαστικά κάθε συναλλαγή που συνδέεται ταυτόχρονα με το αμερικανικό δολάριο και το Ιράν, όπως για παράδειγμα τα ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που βοηθούν το Ιράν να παρακάμπτει τις κυρώσεις ή διοχετεύουν κεφάλαια προς το ιρανικό κράτος.
Παραμένει, ωστόσο, ασαφές πώς θα αντιδράσει η Τεχεράνη. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το Ιράν έχει μέχρι σήμερα αποδείξει πως διαθέτει σημαντική ικανότητα προσαρμογής, χρησιμοποιώντας παράτυπα δίκτυα και εναλλακτικούς διαύλους για να παρακάμπτει τις κυρώσεις.
Σύμφωνα με αναλυτές, το Ιράν έχει αποδείξει ότι διαθέτει σημαντική ικανότητα προσαρμογής απέναντι στις διεθνείς κυρώσεις, αναζητώντας συνεχώς νέους τρόπους και εναλλακτικά δίκτυα για την παράκαμψή τους. Όπως επισημαίνουν, κάθε νέα δέσμη περιοριστικών μέτρων οδηγεί συχνά στην ανάπτυξη νέων μηχανισμών και διαδρομών, γεγονός που καθιστά την πλήρη εφαρμογή και επιβολή των κυρώσεων ιδιαίτερα δύσκολη.
Η αποτελεσματικότητά τους, συνεπώς, δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο αυστηρά είναι τα μέτρα που ανακοινώνονται, αλλά και από την ικανότητα των αρμόδιων Αρχών να εντοπίζουν και να περιορίζουν στην πράξη τα δίκτυα και τις δραστηριότητες που επιχειρούν να τα παρακάμψουν.
Την ίδια ώρα, η επιτυχία του σχεδίου του Τραμπ θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την αντίδραση των χωρών που θα βρεθούν τελικά στο στόχαστρο της Ουάσιγκτον. Μεταξύ αυτών θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται ακόμη και σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Τουρκία και το Ιράκ, αλλά και η Κίνα.
Ουσιαστικά, η ισχύς των κυρώσεων είναι άμεσα συνδεδεμένη με την προθυμία των χωρών που στοχοποιούνται να συμμορφωθούν με τους στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ή, σε διαφορετική περίπτωση, να αντιμετωπίσουν ενδεχομένως επώδυνες κυρώσεις σε συναλλαγές που συνδέονται με το δολάριο.
Η αλλαγή στάσης του Ιράν
Την ίδια ώρα, το Ιράν φαίνεται να αλλάζει στρατιωτική τακτική, μετατοπίζοντας σταδιακά το βάρος από τις επιχειρήσεις αντιποίνων σε μια πιο επιθετική στρατηγική. Αναλυτές εκτιμούν ότι η στροφή αυτή αντανακλά την πεποίθηση της Τεχεράνης πως διαθέτει πλέον τα απαραίτητα μέσα πίεσης για να προωθήσει τις απαιτήσεις της και να ξεπεράσει το αδιέξοδο που έχει διαμορφωθεί στο μέτωπο του πολέμου και της διπλωματίας.
Από την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων στις 28 Φεβρουαρίου, οι οποίες πυροδότησαν τη σύγκρουση, η Τεχεράνη παρουσίαζε σε μεγάλο βαθμό τα πλήγματα κατά στόχων των ΗΠΑ, του Ισραήλ και χωρών του Κόλπου ως απάντηση και αντίποινα για τις επιθέσεις που δέχθηκε η Ισλαμική Δημοκρατία.
Τους τελευταίους μήνες, ωστόσο, Ιρανοί αξιωματούχοι μιλούν πλέον ανοιχτά για μεγαλύτερη έμφαση στις επιθετικές επιχειρήσεις, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα στρατηγικά «χαρτιά» της Τεχεράνης απέναντι στην Ουάσιγκτον.
Ο έλεγχος της κρίσιμης θαλάσσιας οδού έχει προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στη διεθνή διακίνηση ενέργειας και έχει συμβάλει στην αύξηση των τιμών, προσφέροντας στο Ιράν ένα ισχυρό μέσο πίεσης.
Τη νέα κατεύθυνση περιέγραψε στις αρχές του μήνα ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, στο πλαίσιο αναδιάταξης της στρατιωτικής ηγεσίας, καλώντας σε «ενίσχυση της μέγιστης αποτροπής» και προετοιμασία για τη διεξαγωγή «επιθετικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας εναντίον του εχθρού».
Την περασμένη εβδομάδα, υψηλόβαθμος αξιωματούχος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης άφησε επίσης να εννοηθεί ότι η Τεχεράνη αναθεωρεί το στρατιωτικό της δόγμα, δίνοντας στρατηγική προτεραιότητα στις επιθετικές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι η νέα προσέγγιση δεν σημαίνει απαραίτητα πως το Ιράν υιοθετεί ένα δόγμα «προληπτικού πολέμου».
Αντίθετα, η Τεχεράνη φαίνεται να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, εάν η σύγκρουση καταστεί αναπόφευκτη, θα πρέπει να κλιμακώνει νωρίτερα και πιο δυναμικά, αντί να περιμένει τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ να καθορίσουν τους όρους και τον χρόνο της αναμέτρησης.
Η μεταστροφή αυτή συνδέεται, σύμφωνα με εκτιμήσεις, και με την αντίληψη της Τεχεράνης για τις πραγματικές προθέσεις της Ουάσιγκτον. Κατά την ιρανική εκτίμηση, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να μην επιδιώκουν πλέον μια γενικευμένη πολεμική σύγκρουση, αλλά να επιχειρούν τη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος, μέσω του ναυτικού αποκλεισμού και της εντεινόμενης οικονομικής πίεσης.