Το «ένοπλο διαπραγματευτικό παιχνίδι» στην Ουκρανία
Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν αφορά μόνο την Ανατολική Ευρώπη. Επηρεάζει την ευρωπαϊκή άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια και την κατανομή στρατιωτικών πόρων σε ολόκληρη τη Μεσόγειο
Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής τον Φεβρουάριο του 2022, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει εισέλθει σε μια νέα επιχειρησιακή φάση. Μετά την αρχική ρωσική επίθεση σε πολλαπλούς άξονες και την αποτυχημένη προσπάθεια ταχείας κατάληψης του Κιέβου, ακολούθησαν οι ουκρανικές αντεπιθέσεις και η ανάκτηση σημαντικών εδαφών. Σήμερα κυριαρχεί ένας παρατεταμένος πόλεμος φθοράς, στον οποίο καμία πλευρά δεν φαίνεται ικανή να επιτύχει γρήγορα μιαν αποφασιστική νίκη.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν ο πόλεμος θα συνεχιστεί, αλλά ποια λειτουργία επιτελούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι ουκρανικές επιθέσεις επιδιώκουν πραγματικά να ανατρέψουν τη στρατηγική ισορροπία ή αποτελούν, σε σημαντικό βαθμό, μέσα για τη βελτίωση της θέσης του Κιέβου ενόψει μιας μελλοντικής διαπραγμάτευσης;
Οι δύο εκδοχές δεν αλληλοαναιρούνται. Στους σύγχρονους πολέμους, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και η διπλωματία αποτελούν συμπληρωματικές διαστάσεις. Όπως υπενθύμιζε ο Κλαούζεβιτς, ο πόλεμος αποτελεί συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Η πολιτική, όμως, συνεχίζεται και κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Παράδοξα, όσο πλησιάζει η προοπτική μιας διαπραγμάτευσης, τόσο μπορεί να εντείνεται η στρατιωτική δραστηριότητα. Κάθε πλευρά επιχειρεί να εξασφαλίσει τα τελευταία δυνατά πλεονεκτήματα στο πεδίο, γνωρίζοντας ότι η στρατιωτική ισορροπία θα επηρεάσει αναπόφευκτα το διπλωματικό αποτέλεσμα. Συχνά, η περίοδος που προηγείται μιας ειρηνευτικής συμφωνίας είναι και η πιο σκληρή.
Το ουκρανικό ζήτημα, ωστόσο, δεν μπορεί να αναλυθεί αποκλειστικά μέσα από τη σχέση Μόσχας και Κιέβου. Ο πόλεμος αποτελεί τμήμα ενός πολύ ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, στον οποίο εμπλέκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, η Τουρκία, η Κίνα, το Ιράν και οι μοναρχίες του Κόλπου.
Για την Ουάσιγκτον, η σύγκρουση συνέβαλε στην επαναβεβαίωση της κεντρικής θέσης του ΝΑΤΟ και της αμερικανικής ηγεσίας στην Ευρώπη. Παράλληλα, επιτάχυνε την ενεργειακή απομάκρυνση της Γερμανίας από τη Ρωσία, περιορίζοντας μια μορφή αλληλεξάρτησης που θεωρείτο προβληματική για τη συνοχή της Δύσης. Πρόκειται για μια ερμηνεία που παραμένει αντικείμενο συζήτησης, αλλά καταδεικνύει τις ευρύτερες συνέπειες του πολέμου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν κατ’ ανάγκην την πλήρη ήττα της Ρωσίας. Μια ανεξέλεγκτη αποσταθεροποίηση μιας πυρηνικής δύναμης θα δημιουργούσε τεράστιους κινδύνους. Η αμερικανική στρατηγική φαίνεται, αντίθετα, να κινείται μεταξύ της στήριξης της Ουκρανίας και της αποφυγής μιας άμεσης σύγκρουσης με τη Ρωσία.
Την ίδια στιγμή, ο βασικός μακροπρόθεσμος ανταγωνιστής των ΗΠΑ παραμένει η Κίνα. Η Ρωσία, παρά τη στρατιωτική της ισχύ, διαθέτει σαφώς μικρότερες οικονομικές δυνατότητες για έναν παγκόσμιο ανταγωνισμό μεγάλης διάρκειας. Για τον ίδιο λόγο, η αυξανόμενη ρωσοκινεζική συνεργασία δεν πρέπει να θεωρείται μια συμμαχία χωρίς αντιθέσεις. Η κινεζική οικονομική διείσδυση στην Κεντρική Ασία, περιοχή που η Μόσχα θεωρεί παραδοσιακά προνομιακό χώρο επιρροής, δημιουργεί ήδη δυνητικές εστίες ανταγωνισμού.
Η εξέλιξη του πολέμου θα εξαρτηθεί επομένως και από τον αμερικανικό στρατηγικό υπολογισμό. Εάν το κόστος της σύγκρουσης αυξηθεί ή η Ουάσιγκτον επικεντρωθεί περισσότερο στον Ινδο-Ειρηνικό, οι πιέσεις για διαπραγματευτική λύση μπορεί να ενισχυθούν. Μια τέτοια λύση, όμως, θα απαιτούσε μια ευρύτερη διεθνή ισορροπία ικανή να πείσει τόσο τη Μόσχα όσο και το Κίεβο ότι ο συμβιβασμός είναι προτιμότερος από τη συνέχιση του πολέμου.
Το ίδιο ισχύει και για το Ιράν, του οποίου η γεωγραφική θέση, μεταξύ Περσικού Κόλπου, Κασπίας, Καυκάσου, Κεντρικής και Νότιας Ασίας, το καθιστά κρίσιμο γεωπολιτικό κόμβο της Ευρασίας. Οι μεταβαλλόμενες σχέσεις του με την Ουκρανία δείχνουν ότι ακόμη και αντίπαλοι μπορούν να διατηρούν διαύλους επικοινωνίας όταν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, οι ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων, βιομηχανικών μονάδων και κόμβων εφοδιασμού στη Ρωσία αποσκοπούν όχι μόνο στη μείωση των ρωσικών δυνατοτήτων, αλλά και στην αύξηση του οικονομικού και κοινωνικού κόστους του πολέμου. Η Ρωσία, από την πλευρά της, επιδιώκει να φθείρει σταδιακά τις στρατιωτικές, οικονομικές και δημογραφικές αντοχές της Ουκρανίας, διατηρώντας παράλληλα στρατηγικά αποθέματα και αποφεύγοντας την υπερβολική δέσμευση δυνάμεων σε ένα μόνο μέτωπο.
Ο πόλεμος, επομένως, παραμένει μεταξύ δύο λογικών: της προσπάθειας αλλαγής των συσχετισμών στο πεδίο και της δημιουργίας καλύτερων προϋποθέσεων για την επόμενη διαπραγμάτευση. Κάθε επίθεση, κάθε πλήγμα σε βάθος και κάθε διπλωματικός δίαυλος αποτελούν τμήματα της ίδιας διαδικασίας.
Για τον Ελληνισμό, και ιδιαίτερα για την Ελλάδα και την Κύπρο, η κατανόηση αυτών των δυναμικών έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν αφορά μόνο την Ανατολική Ευρώπη. Επηρεάζει την ευρωπαϊκή άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια και την κατανομή στρατιωτικών πόρων σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Το ευρωπαϊκό επανεξοπλιστικό εγχείρημα, επομένως, δεν θα αφορά αποκλειστικά την ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης· αναπόφευκτα θα επηρεάσει και την Ανατολική Μεσόγειο. Για Αθήνα και Λευκωσία, η εξέλιξη αυτή καθιστά ακόμη πιο σημαντική την έγκαιρη κατανόηση των νέων ευρωπαϊκών και γεωπολιτικών ισορροπιών.
*Γεωπολιτικός Αναλυτής