Ανθρώπινες Ιστορίες

Ο Ατατούρκ που μας «στοιχειώνει»

Γεννήθηκα σε ένα μικρό χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, στους πρόποδες του Πενταδακτύλου, όχι μακριά από τη βόρεια θάλασσα της Κερύνειας. Πριν προλάβω καλά καλά να συνειδητοποιήσω το περιβάλλον γύρω μου, έγινα πρόσφυγας μέσα στην ίδια μου την πατρίδα, ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Μεγάλωσα με τις αναμνήσεις του χωριού και τις διηγήσεις των δικών μου ανθρώπων, που όλοι κατάγονταν από τον ίδιο τόπο.

Το πατρικό σπίτι στο χωριό, ιδιοκτησία του παππού μου, κατεδαφίστηκε από τους κατακτητές το 2003 μόλις μία εβδομάδα από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων. Ο παππούς μου, όσο κι αν στενοχωρήθηκε, δεν έχασε την ελπίδα: «ο άνθρωπος είναι ο τόπος· όταν επιστρέψουμε, θα χτίσουμε καλύτερο», έλεγε με πείσμα. Δύο χρόνια αργότερα όμως, οι Τούρκοι αποφάσισαν να φτιάξουν παιδικό πάρκο στο άδειο πλέον οικόπεδο και έστησαν μια προτομή του Κεμάλ Ατατούρκ που κοιτάζει με βλοσυρό βλέμμα προς τον Πενταδάκτυλο. Στη βάση της προτομής αναγράφεται, σε ελεύθερη μετάφραση, η φράση «είναι ευτυχία να ανήκεις στο έθνος των Τούρκων».

Η προτομή αυτή ήταν σαν μαχαιριά στην ψυχή του παππού, ο οποίος όμως δεν λιγοψύχησε και δεν έπαψε ποτέ να ελπίζει και να αγωνίζεται με κάθε τρόπο για τον γυρισμό. Τα χρόνια πέρασαν, ο παππούς έφυγε από τη ζωή με τον καημό της επιστροφής, και το «σπίτι-οικόπεδο» πέρασε στην ιδιοκτησία της μητέρας μου, για να καταλήξει, πριν από λίγες μέρες, δική μου ιδιοκτησία.

Η ζωή μας όλα αυτά τα χρόνια άλλαζε· η κατοχή ήταν πάντα εκεί, αλλά ξεθώριαζε μέσα στην καθημερινότητα και τις έγνοιες μας. Ο Ατατούρκ, ωστόσο, στέκεται εκεί ακλόνητος, σταθερή υπενθύμιση της κατοχής, στοιχειώνοντάς μας με την ίδια μας την αδυναμία να επιστρέψουμε.

Σήμερα κρατώ στα χέρια μου τον τίτλο ιδιοκτησίας. Ένα χαρτί που βεβαιώνει πως μου ανήκει ένα κομμάτι γης το οποίο δεν μπορώ να διαχειριστώ, να επισκεφτώ ελεύθερα, ούτε καν να φροντίσω. Κληρονόμησα όχι ένα σπίτι, αλλά την απουσία ενός σπιτιού· όχι μια αυλή, αλλά μια προτομή που κοιτάζει βλοσυρά προς τα εκεί όπου κάποτε κοιμόταν η οικογένειά μου. Είναι μια ιδιοκτησία που δεν κατέχεις, αλλά σε κατέχει εκείνη· ένα χρέος μνήμης που περνά από γενιά σε γενιά, βαρύτερο από κάθε συμβόλαιο.

Προσδοκώ τη μέρα εκείνη που θα σταθώ εκεί με όπως ο παππούς μου —ελεύθερος, στο δικό μου χώμα. Ξέρω πως η ιστορία αυτή δεν είναι μοναδική. Είναι η ιστορία χιλιάδων οικογενειών προσφύγων, που κουβαλούν στη μνήμη τους σπίτια που δεν υπάρχουν πια, ή που υπάρχουν αλλοιωμένα, μετασχηματισμένα σε κάτι ξένο προς την ταυτότητά τους. Όσο όμως υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται, που διεκδικούν και που δεν σταματούν να ελπίζουν, κάθε προτομή, κάθε νέο κτίσμα πάνω σε ερείπια που δεν κατεδαφίστηκαν μόνο υλικά αλλά και συμβολικά, δεν είναι παρά ένα προσωρινό επεισόδιο σε μια ιστορία που δεν έχει ακόμη τελειώσει.

Και το ερώτημα παραμένει, τόσο προσωπικό όσο και συλλογικό: μπορεί κανείς να ελπίζει στην επιστροφή, μισό και κάτι αιώνα μετά; Ο παππούς μου πέθανε ελπίζοντας, κι εγώ, δεν έχω πάψει να πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει λύση. Και θα υπάρξει, όσο πιστεύουμε σε αυτήν, όσο δεν απογοητευόμαστε, δεν ξεχνούμε, και όσο παραμένει συστηματικός και μεθοδικός στόχος ζωής μας. Ωστόσο η ελπίδα αυτή δεν αρκεί να μείνει αφηρημένη· πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένη απαίτηση. Όποια μορφή κι αν πάρει τελικά μια λύση του Κυπριακού, θα πρέπει να διασφαλίσει πως δεν θα εξακολουθήσει να υπάρχει, συμβολικά, ένας «Ατατούρκ» πάνω σε κάθε κατεχόμενη ελληνική γη — πως το χώμα των προγόνων μας δεν θα συνεχίσει να φέρει τα σημάδια μιας κατάκτησης που θέλησε να σβήσει κάθε ίχνος της παρουσίας μας. Γιατί αν κάτι έμαθα από τον παππού μου και τους γονείς μου, είναι πως ο άνθρωπος είναι πράγματι ο τόπος· και η επιστροφή δεν μπορεί να είναι μόνο νομική ή εδαφική, αλλά και συμβολική — μια επιστροφή στην αξιοπρέπεια του τόπου μας, χωρίς προτομές που κοιτάζουν βλοσυρά προς τη μνήμη μας.

*Πρόσφυγας από τον Άγιο Νικόλαο Λευκονοίκου