Αναλύσεις

Η ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας στο 3,3%

Επίδοση πολύ υψηλότερη από τον μέσο όρο της Eυρωζώνης

Η προκαταρκτική εκτίμηση της Στατιστικής Υπηρεσίας για ανάπτυξη 3,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 τοποθετεί την Κύπρο σε επίδοση πολύ υψηλότερη από τον μέσο όρο της Eυρωζώνης. Το νούμερο σχολιάστηκε δικαιολογημένα θετικά από την πολιτική ηγεσία, καθώς επιβεβαιώνει ότι η ανάκαμψη της τελευταίας δεκαετίας δεν ήταν συγκυριακή και ότι η οικονομία απορροφά τους εξωτερικούς κραδασμούς καλύτερα από τους περισσότερους Ευρωπαίους εταίρους. Η ουσιαστική ανάγνωση, ωστόσο, δεν βρίσκεται στη σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Βρίσκεται στη σύνθεση της ανάπτυξης, στην ποιότητα του εισοδήματος που δημιουργείται και στον βαθμό στον οποίο αυτό το εισόδημα παραμένει τελικά μέσα στην οικονομία.

Ως προς τη σύνθεση, η επίδοση στηρίχθηκε κυρίως στο εμπόριο, στην ενημέρωση και επικοινωνία, στις χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες και στις κατασκευές, με τη συμβολή του Tουρισμού και των Mεταφορών να παραμένει καθοριστική. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των κλάδων είναι ότι πρόκειται για δραστηριότητες έντασης ζήτησης και υπηρεσιών. Η ανάπτυξη δεν προέρχεται από διεύρυνση της παραγωγικής ικανότητας, αλλά από εντατικότερη χρήση της υφιστάμενης. Η επιβεβαίωση βρίσκεται στην επενδυτική εικόνα: όταν αφαιρεθούν οι εγγραφές πλοίων και αεροσκαφών, δηλαδή στοιχεία που επηρεάζουν λογιστικά το ΑΕΠ χωρίς να δημιουργούν εγχώρια παραγωγική υποδομή, η επενδυτική δραστηριότητα δεν επιταχύνεται· υποχωρεί. Αυτό είναι το πρώτο σοβαρό μήνυμα του τριμήνου.

Πληθωρισμός

Παράλληλα, η μακροοικονομική επίδοση συνυπάρχει με σαφή επιδείνωση στο επίπεδο των τιμών. Ο πληθωρισμός, που είχε ξεκινήσει το έτος σε συγκρατημένα επίπεδα, επιταχύνθηκε απότομα από την άνοιξη και μετά, καθώς η διαταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας μετακυλίστηκε γρήγορα στην εγχώρια αγορά. Το κρίσιμο σημείο δεν είναι το ύψος του δείκτη, αλλά η κατανομή του. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφονται στις μεταφορές, στη στέγαση, στην ενέργεια και στα τρόφιμα.

Πρόκειται για κατηγορίες ανελαστικής δαπάνης, οι οποίες καταλαμβάνουν δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο του προϋπολογισμού των χαμηλότερων εισοδηματικών κλιμακίων. Ένα νοικοκυριό που δαπανά το ένα τρίτο του εισοδήματός του σε στέγη και ενέργεια βιώνει πληθωρισμό ουσιωδώς υψηλότερο από αυτόν που αποτυπώνει ο μέσος δείκτης, ανεξάρτητα από το τι δείχνει η στατιστική. Εδώ βρίσκεται η εξήγηση του χάσματος ανάμεσα στη στατιστική εικόνα και στην καθημερινή εμπειρία. Η οικονομία μεγεθύνεται, αλλά η αγοραστική δύναμη πιέζεται ακριβώς εκεί όπου δεν υπάρχει δυνατότητα υποκατάστασης.

Η στέγη είναι η οξύτερη εκδοχή αυτού του προβλήματος και, μαζί, η πιο σαφής ένδειξη ότι η ανάπτυξη έχει διανεμητικό κόστος. Η ζήτηση τροφοδοτείται ταυτόχρονα από την εγχώρια αγορά, από τη μετεγκατάσταση εταιρειών και προσωπικού στον τομέα της τεχνολογίας και από την επενδυτική ζήτηση για ακίνητα εκ μέρους μη κατοίκων.

Η προσφορά, αντίθετα, περιορίζεται από τον χρόνο αδειοδότησης, τη διαθεσιμότητα γης στα αστικά κέντρα και το κόστος κατασκευής. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ίδια εισροή κεφαλαίων και ανθρώπινου δυναμικού που ενισχύει το ΑΕΠ λειτουργεί συγχρόνως ως μηχανισμός εκτόπισης για τα εγχώρια μεσαία εισοδήματα. Αυτό δεν είναι απλώς στεγαστικό ζήτημα. Είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής και δεν αντιμετωπίζεται με επιδοματικές παρεμβάσεις που ενισχύουν τη ζήτηση χωρίς να αυξάνουν την προσφορά.

Ενεργειακό κόστος

Δεύτερος διαρθρωτικός κίνδυνος είναι το ενεργειακό κόστος. Η Κύπρος παραμένει ηλεκτρικά απομονωμένη, με παραγωγή που εξαρτάται από εισαγόμενα υγρά καύσιμα, γεγονός που μεταφράζεται σε άμεση και σχεδόν αφιλτράριστη μετακύλιση κάθε διεθνούς διαταραχής στο κόστος των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.

Για μια οικονομία που φιλοδοξεί να προσελκύσει δραστηριότητες έντασης γνώσης, το ενεργειακό κόστος δεν είναι μόνο κοινωνικό ζήτημα. Είναι παράγοντας ανταγωνιστικότητας πρώτης τάξεως, ο οποίος επηρεάζει κάθε απόφαση εγκατάστασης, κάθε λογιστική κατάσταση μεταποιητικής μονάδας και κάθε τιμολόγιο ξενοδοχείου. Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται η υδατική επάρκεια, όπου η εξάρτηση από την αφαλάτωση συνδέει άμεσα τη διαθεσιμότητα νερού με την τιμή της ενέργειας, μετατρέποντας δύο ξεχωριστά προβλήματα σε ένα.

Το εξωτερικό ισοζύγιο συμπληρώνει την εικόνα και είναι ίσως το λιγότερο συζητημένο κομμάτι της. Η κυπριακή οικονομία διατηρεί ισχυρό πλεόνασμα υπηρεσιών, το οποίο όμως αντισταθμίζεται από διαρθρωτικό έλλειμμα αγαθών και, κυρίως, από συστηματική εκροή εισοδημάτων. Ο επαναπατρισμός κερδών από εταιρείες ξένης ιδιοκτησίας εξακολουθεί να επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και η επιβάρυνση αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά ενσωματωμένη στο μοντέλο.

Η τεχνική συνέπεια είναι σημαντική και υποτιμημένη: το εθνικό εισόδημα αυξάνεται με βραδύτερο ρυθμό από το ΑΕΠ. Ένα μέρος της αξίας που καταγράφεται ως κυπριακή παραγωγή δεν παραμένει ως κυπριακό εισόδημα. Όταν η ανάπτυξη στηρίζεται σε τομείς με υψηλή αλλοδαπή ιδιοκτησία, ο δείκτης του ΑΕΠ υπερεκτιμά συστηματικά τη βελτίωση της εθνικής ευημερίας και η απόκλιση αυτή εξηγεί γιατί η θετική είδηση δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη αίσθηση ευημερίας.

Το ζήτημα της παραγωγικής βάσης πρέπει να τεθεί ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Η Κύπρος δεν πάσχει από έλλειψη τομέων που παράγουν εισόδημα. Πάσχει από έλλειψη βάθους και διασύνδεσης μεταξύ τους. Ο τουρισμός παραμένει κλάδος υψηλού όγκου και μέτριας προστιθέμενης αξίας ανά επισκέπτη, με έντονη εποχικότητα και υψηλή ευαισθησία στις γεωπολιτικές εξελίξεις της περιοχής. Ο τομέας της τεχνολογίας παρουσιάζει τη μεγαλύτερη δυναμική, αλλά λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως θύλακας: εισάγει εξειδικευμένο προσωπικό, εξάγει υπηρεσίες και συνδέεται περιορισμένα με την εγχώρια εφοδιαστική αλυσίδα, την πανεπιστημιακή έρευνα και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η ναυτιλία, ως τρίτος πυλώνας, εκτίθεται πλήρως στις διαταραχές του παγκόσμιου εμπορίου και στις διακυμάνσεις των ναύλων, χωρίς η χώρα να ελέγχει κανέναν από τους δύο παράγοντες. Η μεταποίηση και η γεωργία παραμένουν μικρές και χαμηλής τεχνολογικής έντασης. Οι κατασκευές, που συνεισέφεραν αισθητά στην επίδοση του τριμήνου, είναι κατ’ εξοχήν προκυκλικός κλάδος με περιορισμένη μόνιμη συμβολή στην παραγωγικότητα.

Το άθροισμα των παραπάνω περιγράφει μια οικονομία με ισχυρή κυκλική επίδοση και ασθενή διαρθρωτική διαφοροποίηση. Οι δημοσιονομικές επιδόσεις, που πράγματι είναι από τις καλύτερες στην Ένωση, δεν πρέπει να συγχέονται με διαρθρωτική ανθεκτικότητα. Μεγάλο μέρος τους προκύπτει από υψηλή ονομαστική ανάπτυξη και από φορολογικά έσοδα ευαίσθητα στον κύκλο των υπηρεσιών και των ακινήτων. Οι διεθνείς προβλέψεις τοποθετούν τον μεσοπρόθεσμο ρυθμό αισθητά χαμηλότερα από τα σημερινά επίπεδα και, αν η επιβράδυνση αυτή συμπέσει με επίμονο πληθωρισμό στη στέγαση και την ενέργεια, η πίεση θα εκδηλωθεί ταυτόχρονα στα νοικοκυριά και στα δημόσια οικονομικά.

Η πολιτική ατζέντα που προκύπτει είναι συγκεκριμένη. Μείωση του ενεργειακού κόστους μέσω της διείσδυσης ανανεώσιμων πηγών, της αποθήκευσης και της διασύνδεσης, με χρονοδιαγράμματα που δεσμεύουν και όχι με εξαγγελίες που μετατίθενται. Αύξηση της προσφοράς κατοικίας μέσω πολεοδομικής απλοποίησης και αξιοποίησης κρατικής γης, αντί μέτρων που ενισχύουν αποκλειστικά τη ζήτηση και καταλήγουν να αυξάνουν τις τιμές. Μετατροπή του τομέα της τεχνολογίας από θύλακα σε πλατφόρμα, με κίνητρα που επιβραβεύουν τη διασύνδεση με εγχώριες επιχειρήσεις και πανεπιστήμια, αντί για την απλή εγκατάσταση. Στροφή του τουριστικού μοντέλου προς την αύξηση της αξίας ανά επισκέπτη και την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Και, τέλος, συστηματική παρακολούθηση του εθνικού εισοδήματος και όχι μόνο του ΑΕΠ, ώστε η διαρροή αξίας να αντιμετωπίζεται ως μετρήσιμος στόχος πολιτικής και όχι ως θεωρητική παρατήρηση.

Η κυπριακή οικονομία βρίσκεται σε σημείο ωριμότητας, όπου η επανάληψη της ίδιας συνταγής παράγει φθίνουσες αποδόσεις. Το ερώτημα για το 2026 δεν είναι αν μπορεί να συνεχίσει να μεγεθύνεται, αλλά αν μπορεί να μεγεθύνεται διαφορετικά, με περισσότερη εγχώρια προστιθέμενη αξία, λιγότερη διαρροή εισοδήματος, ισχυρότερη τεχνολογική διάχυση, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και στεγαστική ισορροπία. Το 3,3% είναι καλή αφετηρία γι’ αυτήν τη συζήτηση. Δεν αποτελεί, όμως, απάντηση σε αυτήν.