Αναλύσεις

Ο νόμος του Επιδόματος Τέκνου – ο νόμος που αποδυνάμωσε το κυπριακό τέκνο

Δεκαπέντε χρόνια μετά, ποιος θα διορθώσει τις στρεβλώσεις του 2012;

Πέρασαν σχεδόν δεκαπέντε χρόνια από τότε που η Κύπρος, μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες οικονομικές συνθήκες, οδηγήθηκε στην εφαρμογή αυστηρών μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής.

Τότε το επιχείρημα ήταν κατανοητό: έπρεπε να σωθεί η οικονομία, να ορθοποδήσει η χώρα και να διασφαλιστεί το μέλλον των επόμενων γενεών.

Σχεδόν δεκαπέντε χρόνια μετά, όμως, δικαιούμαστε να θέσουμε ένα διαφορετικό ερώτημα:

Τι απέγιναν αυτές οι επόμενες γενιές;

Μήπως, στην προσπάθειά μας να διασώσουμε οικονομικά την Κύπρο, αφήσαμε σε δεύτερη μοίρα τις ίδιες τις οικογένειες που θα δημιουργούσαν το δημογραφικό της μέλλον;

Το 2012 άλλαξε ριζικά η φιλοσοφία του Επιδόματος Τέκνου. Εισήχθησαν αυστηρότερα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια και η στήριξη απέκτησε πολύ εντονότερα χαρακτηριστικά κοινωνικής στόχευσης.

Η οικονομική κρίση μπορεί να εξηγεί γιατί λήφθηκαν τότε έκτακτα μέτρα.

Δεν εξηγεί όμως γιατί οι βασικές στρεβλώσεις εκείνων των μέτρων παραμένουν σχεδόν δεκαπέντε χρόνια αργότερα.

Το παράδοξο των €49.000

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη στρέβλωση.

Για να μπορεί μια οικογένεια να παραμένει διαχρονικά μέσα στο σύστημα στήριξης, το κρίσιμο εισοδηματικό επίπεδο βρίσκεται περίπου στις €49.000, είτε μιλάμε για οικογένεια με ένα παιδί είτε για μια μεγάλη οικογένεια με πολύ περισσότερα παιδιά. Παράλληλα εφαρμόζεται περιουσιακό κριτήριο περίπου €1,2 εκατ.

Το ερώτημα είναι απλό:

Έχουν τις ίδιες οικονομικές ανάγκες €49.000 εισοδήματος για δύο γονείς και ένα παιδί και €49.000 για δύο γονείς και έξι, οκτώ ή δέκα παιδιά;

Προφανώς όχι.

Και όμως, όταν εξετάσουμε τη δυνατότητα συνεχούς πρόσβασης στη στήριξη, εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται η αδυναμία του συστήματος.

Ακόμη πιο προβληματικό είναι ότι τα βασικά αυτά όρια παρέμειναν για χρόνια χωρίς ουσιαστική τιμαριθμική αναπροσαρμογή, παρά την αύξηση μισθών, τιμών, ενοικίων, στεγαστικού κόστους, ενέργειας και του συνολικού κόστους ανατροφής ενός παιδιού.

Έτσι δημιουργήθηκε ένα παράδοξο: μια οικογένεια μπορεί να μην έγινε πραγματικά οικονομικά ισχυρότερη, αλλά να βρέθηκε εκτός στήριξης επειδή το ονομαστικό της εισόδημα αυξήθηκε ενώ τα όρια παρέμεναν καθηλωμένα.

Η προειδοποίηση υπήρχε από τότε

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η λογική που είχε αναπτυχθεί κατά τη διαμόρφωση των αλλαγών του 2012.

Ο οικονομολόγος Πάνος Πασιαρδής είχε θέσει ένα κρίσιμο ζήτημα: ανεξάρτητα από το αν μια παροχή χαρακτηρίζεται κοινωνικό βοήθημα ή δημογραφικό κίνητρο, εκείνο που πρέπει να εξετάζεται είναι κατά πόσο οι διαθέσιμοι πόροι μιας οικογένειας επαρκούν για την κάλυψη του πραγματικού κόστους ανατροφής των παιδιών της.

Αυτό είναι ακριβώς το σημείο που πρέπει να επανεξετάσουμε σήμερα.

Δεν μπορεί να αξιολογείται η οικονομική δυνατότητα μιας οικογένειας μόνο από το συνολικό εισόδημά της, χωρίς επαρκή στάθμιση του αριθμού των ανθρώπων που καλείται αυτό το εισόδημα να συντηρήσει.

Τα €60.000 για μια οικογένεια τριών ατόμων δεν έχουν την ίδια πραγματική αξία με €60.000 για μια οικογένεια έξι ή οκτώ ατόμων.

Οι αριθμοί δεκαπέντε χρόνια μετά

Και εδώ πρέπει να αφήσουμε στην άκρη τις θεωρίες και να δούμε τα αποτελέσματα.

Το 2012 περίπου 10.065 κυπριακές πολύτεκνες οικογένειες ήταν δικαιούχοι του Επιδόματος Τέκνου.

Το 2024 είχαν απομείνει περίπου 3.166.

Η μείωση προσεγγίζει το 70%.

Την ίδια περίοδο οι γεννήσεις Κυπρίων ακολούθησαν έντονα πτωτική πορεία και το 2024 περιορίστηκαν στις 6.111.

Δεν ισχυρίζομαι ότι ένας νόμος αποτελεί τη μοναδική αιτία της υπογεννητικότητας. Το δημογραφικό είναι πολυπαραγοντικό: στέγαση, εργασία, κόστος ζωής, ηλικία δημιουργίας οικογένειας και κοινωνικές μεταβολές παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Όμως δεν μπορούμε επίσης να αγνοούμε ότι η κρατική πολιτική στήριξης αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση μιας οικογένειας να προχωρήσει στο τρίτο, τέταρτο ή πέμπτο παιδί.

Και όταν επί δεκαπέντε χρόνια η πρόσβαση στη στήριξη γίνεται δυσκολότερη όσο μεγαλώνει μια οικογένεια, οφείλουμε τουλάχιστον να εξετάσουμε σοβαρά τις συνέπειες αυτής της πολιτικής.

Ποιος δεν είδε το πρόβλημα;

Και εδώ προκύπτει ένα θεσμικό ερώτημα.

Μέσα σε αυτά τα δεκαπέντε χρόνια πέρασαν κυβερνήσεις, υπουργοί, υφυπουργοί, βουλευτές, κοινοβουλευτικές επιτροπές και τεχνοκράτες.

Υπήρχαν οργανωμένα σύνολα που επανειλημμένα προειδοποιούσαν για τις στρεβλώσεις. Η Παγκύπρια Οργάνωση Πολυτέκνων κατέθετε θέσεις και ζητούσε αλλαγές.

Και όμως, ο βασικός μηχανισμός παρέμεινε.

Εάν το δημογραφικό αποτελούσε πραγματικά την προτεραιότητα που όλοι διακηρύσσουμε ότι είναι, δύσκολα εξηγείται αυτή η εικόνα.

Δεν θα είχαμε μια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Δημογραφικού που συνεδριάζει τόσο περιορισμένα.

Δεν θα βρισκόταν η Κύπρος διαχρονικά τόσο χαμηλά στις ευρωπαϊκές συγκρίσεις δαπανών για οικογένεια και παιδιά.

Δεν θα φτάναμε σήμερα να συζητούμε ριζική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος ακριβώς επειδή η γήρανση του πληθυσμού και η συρρίκνωση των νεότερων γενεών δημιουργούν τεράστιες μελλοντικές πιέσεις.

Και, κυρίως, δεν θα χρειαζόταν η επίσημη Οργάνωση των πολύτεκνων οικογενειών να αναμένει επί χρόνια μια συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για ένα ζήτημα που η ίδια η Πολιτεία χαρακτηρίζει εθνική προτεραιότητα.

Η οικονομία ορθοπόδησε. Τα μέτρα γιατί έμειναν;

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα.

Τα μέτρα του 2012 θεσπίστηκαν σε μια περίοδο οικονομικής έκτακτης ανάγκης.

Η Κύπρος όμως βγήκε από το μνημόνιο. Η οικονομία ανέκαμψε. Οι δημοσιονομικοί δείκτες βελτιώθηκαν.

Γιατί λοιπόν η οικογενειακή πολιτική εξακολουθεί να κουβαλά τη λογική της έκτακτης ανάγκης του 2012;

Δεν μπορούμε να ζητούμε από τις οικογένειες του 2026 να δημιουργήσουν τις επόμενες γενιές της Κύπρου με εισοδηματικά κριτήρια σχεδιασμένα σε μια εντελώς διαφορετική οικονομική πραγματικότητα.

Μια νέα ελπίδα – αλλά αυτή τη φορά χρειάζονται αποφάσεις

Η ανάληψη του Υφυπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας από την κ. Τίνα Παύλου, η οποία γνωρίζει και προσωπικά την πραγματικότητα μιας πολύτεκνης οικογένειας, δημιουργεί εύλογα νέες προσδοκίες.

Της ευχόμαστε κάθε επιτυχία.

Ελπίζουμε ότι αυτή τη φορά θα εξεταστεί ολόκληρη η φιλοσοφία του συστήματος και όχι μόνο μικρές αυξήσεις επιδομάτων ή περιορισμένες μετακινήσεις εισοδηματικών ορίων.

Ανάλογες προσδοκίες δημιουργήθηκαν και με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος επίσης προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια και είχε αναλάβει συγκεκριμένες προεκλογικές δεσμεύσεις απέναντι στους πολύτεκνους.

Τώρα είναι η στιγμή αυτές οι προσδοκίες να μετατραπούν σε πολιτική.

Και κάτι που πρέπει να γίνει κατανοητό από το Υπουργείο Οικονομικών

Υπάρχει, τέλος, μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να αποφεύγουμε.

Η ουσιαστική δημογραφική πολιτική κοστίζει.

Δεν μπορεί να αυξηθεί σημαντικά η πρόσβαση στη στήριξη, να ενισχυθούν οι υφιστάμενοι δικαιούχοι, να στηριχθούν περισσότερα παιδιά και ταυτόχρονα η συνολική δαπάνη να παραμένει ουσιαστικά η ίδια.

Το Υπουργείο Οικονομικών και ιδιαίτερα ο Υπουργός Οικονομικών κ. Μάκης Κεραυνός πρέπει να δουν το ζήτημα όχι μόνο ως δημοσιονομικό κόστος αλλά και ως επένδυση στη δημογραφική βιωσιμότητα της χώρας.

Η εξίσωση είναι απλή:

Αν θέλουμε μεγαλύτερη στήριξη, χρειάζεται μεγαλύτερη επένδυση.
Αν θέλουμε περισσότερες γεννήσεις, πρέπει να δημιουργήσουμε καλύτερες συνθήκες για να γίνουν.

Η Κύπρος το 2012 έκανε θυσίες για να διασώσει το μέλλον της.

Το 2026 πρέπει να φροντίσει να υπάρχει αυτό το μέλλον.

Και το μέλλον της Κύπρου είναι πρωτίστως τα παιδιά της.

*Έφορος Δημοσίων Σχέσεων Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων