Αναλύσεις

ΝΑΤΟ, Άδανα και νέα γεωπολιτική εξίσωση

Το νέο στρατηγείο του ΝΑΤΟ στα Άδανα αντικατοπτρίζει τη μετατόπιση του στρατηγικού ενδιαφέροντος του ΝΑΤΟ προς τη νότια περιφέρειά του και αναβαθμίζει τον θεσμικό και επιχειρησιακό ρόλο της Τουρκίας

Η απόφαση του ΝΑΤΟ να ιδρύσει νέο Πολυεθνικό Χερσαίο Στρατηγείο στα Άδανα, με βάση το τουρκικό 6ο Σώμα Στρατού, αποτελεί μιαν από τις σημαντικότερες μεταβολές στη δομή δυνάμεων της Συμμαχίας στη νοτιοανατολική της πτέρυγα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Παρότι σε Ελλάδα και Κύπρο η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε στο κατά πόσον η Αθήνα και η Λευκωσία θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει την απόφαση ή η Ελλάδα να είχε ασκήσει αρνησικυρία, η ουσία βρίσκεται αλλού. Και τούτο είναι στο ότι η Τουρκία αναβαθμίζεται θεσμικά και επιχειρησιακά σε έναν χώρο που εκτείνεται από την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Μέση Ανατολή, ενώ Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Η επιλογή του τουρκικού 6ου Σώματος Στρατού ως πυρήνα του νέου στρατηγείου μόνο τυχαία δεν είναι. Το Σώμα, που υπάγεται στη 2η Τουρκική Στρατιά, έχει ιστορικά προσανατολισμό προς τη Συρία, το Ιράκ και την Ανατολική Μεσόγειο. Από την περιοχή αυτή σχεδιάστηκαν και υποστηρίχθηκαν οι περισσότερες τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη βόρεια Συρία, αλλά και η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ενώ πρόκειται για σχηματισμό με μακρά εμπειρία σε επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας. Η γεωγραφική του θέση, λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα από την Κύπρο, προσφέρει άμεση πρόσβαση προς τη Μέση Ανατολή, τη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και τους κύριους άξονες προς τον Καύκασο.

Η αναβάθμιση αυτή δεν σημαίνει ότι η Τουρκία αποκτά το δικαίωμα να αποφασίζει μονομερώς επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ. Οι αποστολές της Συμμαχίας εξακολουθούν να εγκρίνονται με πολιτική συναίνεση όλων των κρατών-μελών και τα πολυεθνικά στρατηγεία ενεργοποιούνται μόνο κατόπιν σχετικής απόφασης του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου. Ωστόσο, στην πράξη, η Άγκυρα ενισχύει τη θέση της ως βασικού επιχειρησιακού κόμβου της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Η παρουσία της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ, του σταθμού έγκαιρης προειδοποίησης στο Κιουρετσίκ, των μεγάλων λιμενικών εγκαταστάσεων της Ανατολικής Μεσογείου και πλέον ενός πολυεθνικού χερσαίου στρατηγείου δημιουργούν ένα πλέγμα στρατιωτικών δυνατοτήτων που αυξάνει το στρατηγικό βάρος της Τουρκίας εντός της Συμμαχίας.

Η σημασία αυτής της εξέλιξης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ότι το ΝΑΤΟ επαναπροσδιορίζει πλέον τη νότια γειτονία του ως περιοχή αυξημένου ενδιαφέροντος. Η αστάθεια στη Συρία και στον Λίβανο, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, η τρομοκρατία, οι μεταναστευτικές ροές, η ασφάλεια των ενεργειακών διαδρομών και η προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας από τη Διώρυγα του Σουέζ έως την Ανατολική Μεσόγειο αποτελούν πλέον ζητήματα πρώτης προτεραιότητας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το στρατηγείο των Αδάνων μπορεί να εξελιχθεί στον βασικό χερσαίο επιχειρησιακό κόμβο της Συμμαχίας για τη νότια περιφέρεια.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέα δεδομένα και για την Ελλάδα. Η Αθήνα εξακολουθεί να διαθέτει εξαιρετικά σημαντικές στρατιωτικές υποδομές, όπως η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη και η Λάρισα, που έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για τη μεταφορά δυνάμεων προς την Ανατολική Ευρώπη και τη Μαύρη Θάλασσα. Παράλληλα, η Ελλάδα παραμένει βασικός πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και αξιόπιστος σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών και των ευρωπαϊκών κρατών. Ωστόσο, η αναβάθμιση του επιχειρησιακού ρόλου της Τουρκίας σημαίνει ότι η ελληνική στρατηγική δεν μπορεί να περιοριστεί στην καταγραφή αντιρρήσεων. Η ουσιαστική απάντηση βρίσκεται στη διεκδίκηση μεγαλύτερης ελληνικής παρουσίας στις δομές διοίκησης του ΝΑΤΟ, στην ανάληψη περισσότερων πολυεθνικών αποστολών, στην ενίσχυση των εθνικών στρατηγείων και στη διατήρηση του πλεονεκτήματος που προσφέρουν οι ελληνικές Βάσεις ως ασφαλείς πύλες προς την Ανατολική Μεσόγειο και τη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσες είναι οι προεκτάσεις για την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Κύπρος βρίσκεται στο γεωγραφικό σημείο όπου διασταυρώνονται οι θαλάσσιες και αεροπορικές γραμμές μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής. Τα τελευταία χρόνια έχει ήδη αναδειχθεί σε σημαντικό κόμβο ανθρωπιστικών επιχειρήσεων, εκκενώσεων πολιτών από εμπόλεμες περιοχές και περιφερειακού συντονισμού. Υπό αυτήν την έννοια, ανεξάρτητα από τη θεσμική της σχέση με το ΝΑΤΟ, η γεωστρατηγική της αξία αυξάνεται διαρκώς. Σήμερα, όμως, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν συμμετέχει στις στρατιωτικές δομές διοίκησης της Συμμαχίας. Κατά συνέπεια, ο σχεδιασμός για την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου εξελίσσεται χωρίς θεσμική κυπριακή συμμετοχή, την ώρα που η Τουρκία ενισχύει περαιτέρω τον ρόλο της. Αυτό δεν σημαίνει ότι το νέο στρατηγείο αποκτά από μόνο του αρμοδιότητα επί της Κύπρου, ούτε ότι μπορεί να επηρεάσει το νομικό καθεστώς του νησιού. Σημαίνει, όμως, ότι η Άγκυρα ενισχύει την παρουσία της στους μηχανισμούς σχεδιασμού της Συμμαχίας για μια περιοχή στην οποία η Κύπρος βρίσκεται κυριολεκτικά στο επίκεντρο.

Αν στο μέλλον υπάρξει συνολική και βιώσιμη λύση του Κυπριακού και, σε δεύτερο χρόνο, η επανενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, εξέλιξη που θα απαιτούσε ομόφωνη απόφαση όλων των συμμάχων, τότε το γεωπολιτικό τοπίο θα μεταβληθεί ουσιαστικά. Η Κύπρος θα μπορούσε να συμμετέχει ισότιμα στις δομές διοίκησης της Συμμαχίας, να τοποθετεί επιτελείς στα πολυεθνικά στρατηγεία, να λαμβάνει μέρος στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και να αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση ως βασικού πυλώνα ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο. Σ’ ένα τέτοιο σενάριο, Ελλάδα και Κύπρος θα είχαν τη δυνατότητα να λειτουργούν συμπληρωματικά, συγκροτώντας έναν ενιαίο στρατηγικό χώρο από το Αιγαίο έως την Ανατολική Μεσόγειο. Η Σούδα, η Λάρισα, η Αλεξανδρούπολη και οι υποδομές της Κύπρου θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα συνεκτικό δίκτυο υποστήριξης των επιχειρήσεων της Συμμαχίας, ενισχύοντας παράλληλα τη γεωπολιτική βαρύτητα του Ελληνισμού στο σύνολό του.

Συμπερασματικά, το νέο στρατηγείο του ΝΑΤΟ στα Άδανα δεν αποτελεί απλώς μιαν ακόμη στρατιωτική εγκατάσταση. Αντικατοπτρίζει τη μετατόπιση του στρατηγικού ενδιαφέροντος του ΝΑΤΟ προς τη νότια περιφέρειά του και αναβαθμίζει τον θεσμικό και επιχειρησιακό ρόλο της Τουρκίας. Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, η πρόκληση δεν είναι να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη με όρους επικοινωνιακής αντιπαράθεσης, αλλά να διαμορφώσουν μια μακρόπνοη στρατηγική που να αξιοποιεί τη δική τους γεωγραφική θέση, τις υποδομές, τις διεθνείς συνεργασίες και τη σταθερότητά τους, ώστε να παραμείνουν αναντικατάστατοι πυλώνες της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.

*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης