Αναλύσεις

Η Τουρκία επανασχεδιάζει την Ανατολική Μεσόγειο

Στη νέα Ανατολική Μεσόγειο θα επικρατήσει εκείνος που θα μπορεί να συνδυάζει ισχύ και διπλωματία, αποτροπή και διάλογο, συμμαχίες και εθνική αυτοπεποίθηση

Είναι διάχυτη η άποψη ότι η Τουρκία του 2026 είναι μια χώρα που διεκδικεί περισσότερα στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο. Όμως, πέραν τούτου, είναι μια περιφερειακή δύναμη που επιχειρεί να μεταβάλει τους ίδιους τους όρους με τους οποίους λειτουργεί το γεωπολιτικό σύστημα της περιοχής. Η στρατηγική της Άγκυρας στηρίζεται πλέον σε έναν συνδυασμό στρατιωτικής ισχύος, διπλωματικής ευελιξίας, αμυντικής βιομηχανίας, ενεργειακών συμφερόντων, οικονομικών σχέσεων και σταδιακής δημιουργίας τετελεσμένων. Η Κύπρος και η Ελλάδα βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής όχι ως δύο ανεξάρτητα προβλήματα, αλλά ως μέρος ενός ενιαίου γεωπολιτικού χώρου.

Η βασική ιδέα είναι η στρατηγική αυτονομία. Η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρεί τη θέση της στο ΝΑΤΟ και τις σχέσεις της με τη Δύση, χωρίς όμως να εξαρτά την εξωτερική και αμυντική της πολιτική αποκλειστικά από αυτές. Πρόσφατες αναλύσεις του Brookings και ακαδημαϊκές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική έχει μετακινηθεί σταδιακά προς μεγαλύτερη αυτονομία και δυνατότητα άσκησης επιρροής σε πολλαπλά μέτωπα. Η Τουρκία θέλει να μπορεί να συνομιλεί ταυτόχρονα με την Ουάσιγκτον, τις Βρυξέλλες, τη Μόσχα, τις χώρες της Μέσης Ανατολής, την Κεντρική Ασία και την Αφρική.

Ο δεύτερος πυλώνας είναι η στρατιωτική και τεχνολογική ισχύς. Η τουρκική αμυντική βιομηχανία έχει εξελιχθεί σε σημαντικό εξαγωγικό κλάδο και η Άγκυρα επενδύει συστηματικά σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ναυτικές πλατφόρμες, πυραυλικά συστήματα, ηλεκτρονικό πόλεμο και συστήματα επιτήρησης. Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν αποτελεί πλέον απλώς θεωρητικό δόγμα. Πρόσφατη μεγάλη άσκηση κατέδειξε την προσπάθεια της Τουρκίας να διαθέτει δυνατότητα ταυτόχρονης θαλάσσιας παρουσίας στο Αιγαίο, στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο τρίτος πυλώνας είναι ακριβώς η Γαλάζια Πατρίδα. Η τουρκική στρατηγική επιδιώκει να συνδέσει την ασφάλεια της Τουρκίας με την παρουσία της στις θαλάσσιες ζώνες που την περιβάλλουν. Η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της γεωγραφίας, των ενεργειακών πόρων, των θαλάσσιων δικαιοδοσιών και της δυνατότητας σύνδεσης Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής. Η γερμανική SWP επισημαίνει ότι η Τουρκία συνδυάζει στρατιωτική παρουσία με διπλωματική δράση, επιδιώκοντας να προασπίσει τα συμφέροντά της «επί του πεδίου και στο τραπέζι».

Εδώ ακριβώς εντάσσεται η Κύπρος. Η τουρκική πολιτική δεν περιορίζεται πλέον στην επιδίωξη μιας συγκεκριμένης λύσης του Κυπριακού. Η Άγκυρα προβάλλει σταθερά τη θέση περί δύο κρατών και κυριαρχικής ισότητας και ταυτόχρονα επιδιώκει την ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας των Τουρκοκυπρίων. Αναλύσεις τουρκικών στρατηγικών κέντρων συνδέουν ευθέως την πολιτική των δύο κρατών με τη Γαλάζια Πατρίδα και την προστασία των τουρκικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η συζήτηση περί «ταϊβανοποίησης» των κατεχομένων πρέπει να αντιμετωπισθεί με σοβαρότητα αλλά και με ακρίβεια. Δεν πρόκειται για επίσημο τουρκικό δόγμα με αυτήν την ονομασία. Πρόκειται για αναλυτικό σενάριο που περιγράφει μια σταδιακή διεύρυνση των διεθνών οικονομικών, πολιτιστικών, αθλητικών και πολιτικών σχέσεων του ψευδοκράτους, χωρίς άμεση ανάγκη πλήρους διεθνούς αναγνώρισης. Η απόκτηση καθεστώτος παρατηρητή στον Οργανισμό Τουρκικών Κρατών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας διεύρυνσης των διεθνών επαφών των Τουρκοκυπρίων.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Τουρκία δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να επιτύχει αύριο την αναγνώριση ενός δεύτερου κυπριακού κράτους. Αρκεί να καταστήσει σταδιακά τη διχοτόμηση περισσότερο λειτουργική, οικονομικά βιώσιμη και διεθνώς ανεκτή. Αν αυτό επιτευχθεί, κάθε μελλοντική διαπραγμάτευση θα διεξάγεται πάνω σε διαφορετικό έδαφος. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στρατηγικό ζήτημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία.

Η τουρκική στρατηγική, όμως, δεν αφορά μόνο την Κύπρο. Η Άγκυρα επιχειρεί να αποκτήσει επιρροή από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Μέση Ανατολή και από τη Λιβύη μέχρι την Κεντρική Ασία. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η Τουρκία χρησιμοποιεί διμερείς σχέσεις για να ενισχύσει τις θέσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, η Άγκυρα αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση ως χώρας-κλειδί για το ΝΑΤΟ, την ευρωπαϊκή ασφάλεια, τη Μαύρη Θάλασσα και τη Μέση Ανατολή.

Απέναντι σε αυτήν τη στρατηγική, Αθήνα και Λευκωσία δεν μπορούν να απαντούν αποσπασματικά. Χρειάζεται ενιαίος ελληνικός και κυπριακός στρατηγικός σχεδιασμός. Πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως του μοναδικού διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους στην Κύπρο και η αποτροπή οποιασδήποτε έμμεσης εξίσωσής της με το κατοχικό καθεστώς.

Δεύτερη προτεραιότητα είναι η ευρωπαϊκή διάσταση. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ασφάλεια της Κύπρου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως περιφερειακή ελληνοτουρκική διαφορά. Η Λευκωσία πρέπει να καταστήσει σαφές ότι η αλλαγή του status quo στην Κύπρο επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την ενεργειακή πολιτική και τη στρατηγική αυτονομία της ίδιας της Ευρώπης.

Τρίτη προτεραιότητα είναι η αποτρεπτική ισχύς. Δεν σημαίνει κούρσα εξοπλισμών χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό. Σημαίνει στοχευμένη ενίσχυση αεράμυνας, αντι-drone δυνατοτήτων, θαλάσσιας επιτήρησης, κυβερνοάμυνας, ηλεκτρονικού πολέμου, πληροφοριών και προστασίας κρίσιμων υποδομών. Η Ελλάδα πρέπει να διαθέτει αξιόπιστη αποτροπή και η Κυπριακή Δημοκρατία να ενισχύσει τις δικές της δυνατότητες άμυνας και επιτήρησης.

Τέταρτη προτεραιότητα είναι η ενεργειακή και στρατηγική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και η ανάπτυξη σχέσεων με την Αίγυπτο και άλλα κράτη της περιοχής. Οι συνεργασίες αυτές δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως «αντιτουρκικός άξονας», αλλά ως δίκτυο κοινών συμφερόντων στην ενέργεια, την ασφάλεια, τις υποδομές και την πολιτική προστασία. Η ίδια η τουρκική στρατηγική κατανοεί τη σημασία τέτοιων περιφερειακών δικτύων και προσπαθεί να αποτρέψει τη διαμόρφωσή τους χωρίς τουρκική συμμετοχή.

Πέμπτη προτεραιότητα είναι η διπλωματική κινητοποίηση. Η Λευκωσία πρέπει να διαθέτει μόνιμο μηχανισμό ενημέρωσης κυβερνήσεων, ευρωπαϊκών θεσμών, κοινοβουλίων, διεθνών Οργανισμών και think tanks. Το Κυπριακό δεν κερδίζεται μόνο με ψηφίσματα. Κερδίζεται και με την καθημερινή διαμόρφωση διεθνούς αντίληψης για το τι πραγματικά συμβαίνει επί του εδάφους.

Και, τέλος, χρειάζεται διαπραγματευτική ενεργητικότητα χωρίς αυταπάτες. Η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να παραμένει προσηλωμένη στη διαδικασία των Ηνωμένων Εθνών και να αξιοποιεί κάθε πραγματική ευκαιρία επανέναρξης ουσιαστικών συνομιλιών. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να γνωρίζει ότι κάθε καθυστέρηση δημιουργεί νέα δεδομένα επί του εδάφους.

Συμπερασματικά, θα ήταν μεγάλο λάθος να αντιμετωπισθεί η σημερινή Τουρκία είτε ως μια δύναμη που απλώς «μπλοκάρει» μια λύση είτε ως δύναμη που αναπόφευκτα θα οδηγηθεί σε σύγκρουση. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η Άγκυρα επιδιώκει να αυξήσει τη διαπραγματευτική της ισχύ, να διευρύνει το περιφερειακό της αποτύπωμα και να διαμορφώσει τετελεσμένα που θα παραμείνουν χρήσιμα, ανεξάρτητα από την τελική έκβαση του Κυπριακού. Η στάση και στρατηγική Αθήνας και Λευκωσίας, συνεπώς, πρέπει να είναι εξίσου μακροπρόθεσμη. Ενότητα στρατηγικής, ευρωπαϊκή αξιοποίηση, αποτρεπτική ισχύς, ενεργειακές και περιφερειακές συνεργασίες, διεθνής διπλωματία και ταυτόχρονα ενεργός συμμετοχή στη διαδικασία του ΟΗΕ. Ούτε η αδράνεια ούτε οι μεγαλοστομίες συνιστούν στρατηγική. Στη νέα Ανατολική Μεσόγειο θα επικρατήσει εκείνος που θα μπορεί να συνδυάζει ισχύ και διπλωματία, αποτροπή και διάλογο, συμμαχίες και εθνική αυτοπεποίθηση. Και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο στρατηγικό στοίχημα για Ελλάδα και Κύπρο.

*Πρώην Πρύτανης, Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips