Τουρκοκύπριοι και Λινοπάμπακοι
Ανυπόκριτη αγάπη για την Κύπρο
Ο ελληνοτραφής Μέγας Βεζίρης Μεχμέτ Κιαμίλ Πασάς- Κυπρισλή.
Μέρος Γ΄
Η αγάπη του ελληνοτραφούς Μεχμέτ Κιαμίλ Πασά για τη γενέτειρά του Κύπρο ήταν πηγαία και ανυπόκριτη, όπως ειλικρινές ήταν και το ενδιαφέρον του για την ευημερία του λαού της. Και, από όποιο αξίωμα και αν κατείχε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, την βοηθούσε αθόρυβα και ποικιλότροπα. Φωτεινό παράδειγμα, η μυστική συνεργασία του με τον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο για την επίλυση σοβαρών προβλημάτων που ταλαιπωρούσαν τον κυπριακό λαό. «Κατά το 1870 ο τότε Αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος έμελλε να μεταβή εις Κωνσταντινούπολιν διά τοπικά ζητήματα και ενημέρωσε τον Κιαμίλ,ο οποίος έστελνε συστατικάς επιστολάς προς ισχυρούς φίλους του εν Κωνσταντινουπόλει, ίνα βοηθήσωσι την Αυτού Μακαριότητα διά τα υπέρ της Κύπρου ζητήματα…».
Με τα χαρισματικά του προσόντα, τη μόρφωση και την ευρυμάθειά του, σπάνια εφόδια για τους οθωμανούς υπαλλήλους του Δοβλετιού, ο ελληνοτραφής Κιαμίλ μετά από μακρά ευδόκιμη υπηρεσία άρχισε να ανεβαίνει γρήγορα τα σκαλοπάτια της ανώτατης κρατικής ιεραρχίας. Και το 1881, ενώ ήταν Υφυπουργός Εσωτερικών, αρμόδιος για τα θέματα Βακουφίων (θρησκευτικών κληροδοτημάτων), έγινε Μέγας Βεζύρης (Πρωθυπουργός), αξίωμα που κράτησε μέχρι το 1887. Επί της πρώτης αυτής Πρωθυπουργίας του η Υψηλή Πύλη κράτησε θερμή αγγλόφιλη πολιτική, βλέποντας πάντοτε με υποψία τους Ρώσους και τους λοιπούς Σλάβους, τους οποίους ο Κιαμίλ θεωρούσε πάντοτε ως τους μεγαλύτερους εχθρούς των Τούρκων. Λόγω ακριβώς αυτής της θέσης ο Κιαμίλ επεδίωκε πάντοτε τη φιλία με την Ελλάδα, παρά τις έντονες αντιδράσεις στενών συμβούλων του Σουλτάνου.
Για δεύτερη φορά ο Κιαμίλ έγινε Μέγας Βεζύρης το 1896 και κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για συνεννόηση με την Ελλάδα και αποτροπή τού, ατυχούς για τον Ελληνισμό, πολέμου του 1897. Γι’ αυτές τις προσπάθειές του έπεσε στη δυσμένεια του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ, απομακρύνθηκε από την Πρωθυπουργία και στάλθηκε διοικητής στη Σμύρνη, όπου το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε του τουρκικού, γι’ αυτό και οι Τούρκοι την αποκαλούσαν «Γκιαούρ Ισμίρ», δηλαδή Σμύρνη των Απίστων. Στη θέση αυτή παρέμεινε δέκα χρόνια περίπου και κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την πρόοδο των κατοίκων της .
Πτώση λόγω… ανεξαρτησίας
Το 1907 κλήθηκε πάλι από τον Σουλτάνο για τρίτη φορά, να αναλάβει τα καθήκοντα του Μεγάλου Βεζύρη. Αμέσως άρχισε να προβαίνει σε ανακατατάξεις στην κυβερνητική μηχανή. Τόλμησε να τα βάλει με το Κομιτάτο των φανατικών μισελλήνων Νεοτούρκων και, σε μια επίδειξη δύναμης, έπαυσε τους δύο προσκείμενους σ’ αυτό πανίσχυρους Υπουργούς των Στρατιωτικών και Ναυτικών, αντικαθιστώντας τους με δύο χριστιανούς, έναν Έλληνα και έναν Αρμένιο. Γράφει σχετικά στο βιβλίο του «Η Τουρκία καταρρέουσα» ο Ουίλιαμ Μίλλερ: «Τη 28η 1908 ο Σουλτάνος ήνοιξε την Βουλήν και ανήγγειλεν, διά λόγου, ότι η πρόθεσίς του να κυβερνήση συνταγματικώς ήτο αμετάβλητος. Αλλά την πραγματικήν δύναμιν είχε το Κομιτάτον». Και παρατηρεί ο Μίλλερ: «Ο Κιαμίλ προέβη εις επίδειξιν ανεξαρτησίας διά της παύσεως των δύο Υπουργών των Στρατιωτικών και των Ναυτικών, οίτινες είχον διορισθεί υπό του Κομιτάτου. Οι αποτελούντες αυτό εξεδικήθησαν, προκαλέσαντες την ψήφισιν ελλείψεως εμπιστοσύνης προς τον Μέγαν Βεζύρην και αγαγόντας ούτως εις την πτώσιν του».
Έτσι, οι Νεότουρκοι έριξαν τον Κιαμίλ και ο Σουλτάνος έμεινε έρμαιο στα χέρια τους. Τόσο τους τύφλωνε το ανθελληνικό τους μένος και το μίσος τους προσωπικά εναντίον του Κιαμίλ, που τον κατηγορούσαν ως Έλληνα και Κρυπτοχριστιανό, και δεν τους επέτρεπε να αντιληφθούν τον επικείμενο πόλεμο των βαλκανικών κρατών εναντίον της ψυχορραγούσας Οθωμανικής Αυτορατορίας. Και όταν είχαν αντιληφθεί ότι ο πόλεμος ήταν πια αναπόφευκτος, ο Σουλτάνος και οι Νεότουρκοι θυμήθηκαν τον Κιαμίλ και τον κάλεσαν να αναλάβει, για τέταρτη φορά, την Πρωθυπουργία. Ήταν, όμως, πολύ αργά για ν’ αποτρέψει τον πόλεμο, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειές του.
Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντα του Μεγάλου Βεζύρη, ο Κιαμίλ προσπαθούσε απεγνωσμένα ν’ αποτρέψει τον πόλεμο των συνασπισμένων κρατών της Βαλκανικής Χερσονήσου, που ορθά προέβλεπε ότι θα ήταν καταστροφικός για την Τουρκία. Πίστευε ότι θα μπορούσε να πείσει την Ελλάδα να μην μπει στον πόλεμο κατά της Τουρκίας, και εισηγήθηκε στον Σουλτάνο να της δοθεί η Κρήτη και να ικανοποιηθούν μερικά άλλα ανώδυνα για την Τουρκία αιτήματα, που αφορούσαν τη Θράκη και τη Μακεδονία. Αλλά οι κοντόφθαλμοι και πολεμοχαρείς, κακοί σύμβουλοι του Σουλτάνου, που συνεργάζονταν και συνωμοτούσαν σε βάρος του διορατικού και συνετού Κιαμίλ, ματαίωσαν τις προσπάθειές του αυτές. Σε λίγο, όμως, ξέσπασε ο Βαλκανικός Πόλεμος, όπως είχε προβλέψει, και η Τουρκία έχανε το ένα μετά το άλλο τα ευρωπαϊκά-βαλκανικά εδάφη της επικράτειάς της. Κυνηγημένος σε όλα τα μέτωπα ο τουρκικός στρατός, όσος δεν παραδόθηκε, ζητούσε ανακωχή, για να προλάβει την πλήρη συντριβή του. Ο Κιαμίλ, στην κρίσιμη για την Τουρκία αυτή στιγμή, προσπαθούσε να πετύχει μια έντιμη ειρήνη, έστω και οδυνηρή, για ν’ αποτρέψει μεγαλύτερη καταστροφή. Ο Σουλτάνος, περιστοιχισμένος από κακούς συμβούλους και φανατικούς Νεοτούρκους, ήταν αδύναμος και ανίκανος να ασκήσει τα καθήκοντά του. Οι Νεότουρκοι εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία αυτή του Σουλτάνου και εξανάγκασαν τον Κιαμίλ Πασά να εγκαταλείψει την Πρωθυπουργία, θέτοντάς του το πιστόλι στον κρόταφο, ενώ συνεδρίαζε το Υπουργικό του Συμβούλιο.
Αναφορά του Τραπεζούντος Χρύσανθου
Για τη συμπεριφορά του Κιαμίλ έναντι των Ελλήνων και γενικά των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας κάνει αναφορά σε επιστολή του προς τη Διάσκεψη της Ειρήνης του Παρισιού του 1919, ο τότε Μητροπολίτης Τραπεζούντος και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χρύσανθος, στην οποία επισημαίνει:
«Το Σααλναμέ, ήτοι, η επίσημος στατιστική του έτους 1908, εις το Βιλαέτιον Τραπεζούντος ανεβίβαζε τον ελληνικόν πληθυσμόν εις 500.000, μόνον εις αυτό το Βιλαέτιον.
»Το 1912, η φιλελευθέρα Κυβέρνησις του Κιαμίλ Πασά, κατόπιν επισήμου συμφωνίας μετά των Πατριαρχείων, έδωσε επτά βουλευτικάς έδρας εις τους Έλληνας του Πόντου, εξ ων τρεις εις την περιφέρειαν Τραπεζούντος, δύο εις την της Σαμψούντος και ανά μίαν εις τας περιφερείας Καρά-Χισάρ και Σινώπης. Ούτω, η Κυβέρνησις του Κιαμίλ Πασά επισήμως ανεγνώρισεν ότι υπήρχον 700.000 Έλληνες εν Πόντω, δεδομένου ότι, κατά τους τουρκικούς εκλογικούς νόμους, επί 100.000 κατοίκων εξελέγετο εις βουλευτής της τουρκικής Βουλής. Προσέτι, και αυτή η Κυβέρνηση των Νεοτούρκων αναγνωρίζουσα, την αριθμητικήν σπουδαιότητα των Ποντίων».
Δεν παραλείπει ο μεγάλος εκείνος ιεράρχης να αναφερθεί με επίσημα στοιχεία στις χιλιάδες των εξισλαμισθέντων με τη βία Ελλήνων του Πόντου. Γράφει σχετικά: «Ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου ανέρχεται εις 850.000, εκ των οποίων 250.000 ευρίσκονται νυν -1919- εν τη νοτίω Ρωσία και τω Καυκάσω. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός της ιδίας περιφερείας υπολογίζεται εις 1.068.000, εκ των οποίων, 232.000 κατοικούσιν εις την επαρχίαν του Λαζαστάν, ως εκ τούτου, εις την Περιφέρειαν του Πόντου μένουσι 836.000 μουσουλμάνοι. Εν άλλοις λέξεσι, το ελληνικόν και το μουσουλμανικόν στοιχείον είναι περίπου ισάριθμα. Οι μουσουλμάνοι του Πόντου ανήκουσιν εις διαφόρους φυλάς. Εκ του ολικού αριθμού, 340.000 είναι γνήσιοι Τούρκοι, 200.000 είναι Σουρμενίται, 50.000 Κιρκάσιοι, 200.000 Ορφίται και 50.000 Σταυριώται, οι οποίοι Σταυριώται είναι χριστιανοί, τους οποίους η τουρκική κυβέρνησις, παρά τας διαμαρτυρίας αυτών, ήναγκασε να μείνωσι προσηρτημένοι εις τον Ισλαμισμόν.
»Ορφίται και οι Τονγιλήδες ουδέποτε ελησμόνησαν την ελληνικήν καταγωγήν των. Οι Ορφίται εξισλαμίσθησαν προ 180 ετών. Διατηρούσι εισέτι χριστιανικά τινά ήθη. Φυλάττουσι το Ευαγγέλιον ως πολύτιμα κειμήλια, αι δε σύζυγοί των δεν γνωρίζουσι καμμίαν άλλην γλώσσαν πλην της Ελληνικής…».
Επίσημοι της αποικιακής κυβέρνησης, ο Αρχιεπίσκοπος και πλήθος παραγόντων, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν. Ο Κιαμίλ είχε ανταποδώσει τη φιλοφρονητική επίσκεψη στον Αρχιεπίσκοπο Κύριλλο Β’ στην Αρχιεπισκοπή και αντάλλαξαν απόψεις για την πρόοδο του κυπριακού λαού στο σύνολό του. Από την Αρχιεπισκοπή ο Κιαμίλ πήγε στο απέναντι Παγκύπριο Γυμνάσιο, την πνευματική του τροφό, συναντήθηκε με τους καθηγητές και μίλησε, σε άπταιστα Ελληνικά, στους μαθητές, δίνοντάς τους νουθεσίες και παραγγέλλοντάς τους να αγαπούν τον τόπο τους και να εργαστούν για την πρόοδο και την προκοπή του.
Λίγο αργότερα επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, μέσω Βηρυτού και Σμύρνης. Κατά τον γυρισμό του στην Κύπρο πέρασε από τον Πειραιά, όπου δέχθηκε τους δημοσιογράφους στους οποίους ανέπτυξε τις θέσεις του για την κατάσταση που επικρατούσε στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή. Ο γηραιός πολιτικός υποστήριξε και πάλι με ζέση και επιχειρήματα τη σύναψη ελληνοτουρκικής συμμαχίας. Γυρίζοντας στην Κύπρο συνέχισε να ενδιαφέρεται για το μέλλον της τασσόμενος υπέρ της ειρηνικής συμβίωσης και αγαστής συνεργασίας Ελλήνων και Τούρκων, μέχρι που τον πρόδωσε η καρδιά του και τον βρήκε ο θάνατος στις αρχές Νοεμβρίου 1913. Στην κηδεία του παρέστησαν ο Άγγλος Ύπατος Αρμοστής καθώς και Έλληνες και Οθωμανοί προύχοντες απ’ όλα τα μέρη της Κύπρου. Ο Κιαμίλ τάφηκε στο προαύλιο του τεμένους Αράπ Αχμέτ, στην κατεχόμενη Λευκωσία.
Το εγκώμιο τού κυπριακής καταγωγής Οθωμανού πολιτικού έπλεξαν όλες οι τότε εκδιδόμενες ελληνικές εφημερίδες της Κύπρου. Ο Μανιάτης εθνικός αγωνιστής Νικόλαος Καταλάνος, διευθυντής του «Κυπριακού Φύλακος», έγραψε για τον Κιαμίλ και τα εξής: «Αστήρ πρώτου μεγέθους απασβέσθη τω μωαμεθανικώ στερεώματι, διανύσας εν αυτώ φωτεινήν και περίλαμπρον τροχιάν…». Και ο Κωνσταντίνος Μυριανθόπουλος, που εγνώριζε προσωπικά τον Κιαμίλ, έγραψε: «Ο Κιαμίλ Πασάς υπήρξεν ασφαλώς η ευρυτέρα και φωτεινοτέρα διάνοια εν τη νεωτέρα Τουρκία…».
*Το Δ΄ Μέρος την επόμενη Κυριακή