Διεθνή

Ποιος πληρώνει τον πόλεμο;

Η Ευρώπη στενάζει και το Λονδίνο συνεχίζει να γράφει επιταγές για την Ουκρανία

Υπάρχει μια στιγμή στην ιστορία κάθε πολέμου κατά την οποία πρέπει να τεθεί ένα απλό ερώτημα: μέχρι πού φτάνει η πολιτική και οικονομική αντοχή εκείνων που πληρώνουν τον λογαριασμό;

Για την Ευρώπη, αυτή η στιγμή φαίνεται να πλησιάζει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον κινητοποιήσει συνολικά 224,5 δισεκατομμύρια ευρώ για την Ουκρανία, σύμφωνα με τα δικά της επίσημα στοιχεία. Από αυτά, 77,9 δισεκατομμύρια ευρώ αφορούν στρατιωτική βοήθεια, ενώ συνολικά η ΕΕ και τα κράτη-μέλη έχουν κινητοποιήσει περίπου 93 δισεκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυση των στρατιωτικών και αμυντικών δυνατοτήτων της Ουκρανίας. Αυτά δεν είναι μικρά ποσά. Είναι αστρονομικά ποσά. Και πίσω από κάθε δισεκατομμύριο υπάρχει κάτι που συχνά χάνεται μέσα στη γλώσσα των Βρυξελλών: ο φορολογούμενος.

Ο πολίτης που πληρώνει φόρους. Ο εργαζόμενος που βλέπει το κόστος της ζωής να αυξάνεται. Η οικογένεια που προσπαθεί να πληρώσει ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα, τρόφιμα και ενοίκιο. Αυτός ο πολίτης καλείται ταυτόχρονα να αποδεχθεί ότι η Ευρώπη θα συνεχίσει να διαθέτει τεράστιους πόρους για έναν πόλεμο του οποίου το τέλος παραμένει αβέβαιο. Και πάνω από όλους, σε αυτή την πολιτική γραμμή, βρίσκεται το Λονδίνο. Η βρετανική κυβέρνηση δηλώνει ότι έχει δεσμεύσει συνολικά 25 δισεκατομμύρια λίρες για την Ουκρανία, από τα οποία 16 δισ. αφορούν στρατιωτική υποστήριξη. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει δεσμευτεί να διαθέτει 3 δισεκατομμύρια λίρες τον χρόνο σε στρατιωτική βοήθεια μέχρι το 2030-31.

Εδώ πλέον δεν μιλάμε για μια προσωρινή αντίδραση σε μια κρίση. Μιλάμε για πολυετή στρατηγική χρηματοδότησης ενός πολέμου. Και αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να συζητηθεί ανοιχτά. Η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η στήριξη της Ουκρανίας αποτελεί ζήτημα βρετανικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας. Είναι μια θέση που το Λονδίνο έχει διατυπώσει επανειλημμένα.

Όμως μια κυβερνητική θέση δεν σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι υποχρεούνται να σταματήσουν να ρωτούν. Πού οδηγεί αυτή η πολιτική; Πόσο θα κοστίσει συνολικά; Ποιο είναι το τέλος της; Και ποιος αποφασίζει πότε η χρηματοδότηση πρέπει να σταματήσει; Αυτά είναι απολύτως θεμιτά ερωτήματα σε μια δημοκρατία. Γιατί όσο το Λονδίνο λέει ότι θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί στρατιωτικά την Ουκρανία μέχρι το 2030-31, ο Ευρωπαίος πολίτης δικαιούται να αναρωτηθεί εάν οι κυβερνήσεις του έχουν κάποιο αντίστοιχο μακροπρόθεσμο σχέδιο για την αντιμετώπιση του κόστους ζωής.

Δεν μπορείς να ζητάς από μια οικογένεια να κάνει οικονομίες σε κάθε επίπεδο και την ίδια στιγμή να της λες ότι η χρηματοδότηση ενός πολέμου θα συνεχιστεί για χρόνια χωρίς σαφές οικονομικό όριο. Και εδώ βρίσκεται η πραγματική πολιτική σύγκρουση. Δεν είναι σύγκρουση ανάμεσα σε «φιλοουκρανούς» και «αντιουκρανούς». Είναι σύγκρουση γύρω από το πόσα χρήματα μπορεί και πρέπει να διαθέσει η Ευρώπη, για πόσο χρόνο και με ποιο αποτέλεσμα.

Το σύνθημα «σταματήστε να κλέβετε τα χρήματά μας για τον Ζελένσκι» είναι σκληρό και πολιτικά φορτισμένο. Δεν μπορεί όμως να αποδοθεί συλλήβδην σε όλους τους Ευρωπαίους πολίτες. Εκφράζει, ωστόσο, τη γλώσσα μιας πολιτικής αντίδρασης που ζητά να τεθεί προτεραιότητα στις εσωτερικές ανάγκες. Και το ερώτημα δεν μπορεί να φιμωθεί.

Γιατί όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κινητοποιήσει πάνω από 224 δισεκατομμύρια ευρώ για την Ουκρανία και η Βρετανία έχει δεσμευτεί για πολυετή στρατιωτική χρηματοδότηση, η κοινωνία δικαιούται να ζητά λογαριασμό. Η Βρετανία, ειδικά, οφείλει να εξηγήσει στους δικούς της φορολογουμένους γιατί η στρατιωτική υποστήριξη πρέπει να συνεχιστεί για ακόμη χρόνια και ποιο ακριβώς είναι το πολιτικό σχέδιο που θα οδηγήσει από τη στρατιωτική σύγκρουση σε μια βιώσιμη ειρήνη. Γιατί η αποστολή όπλων μπορεί να είναι μια πολιτική επιλογή. Η παράταση όμως μιας σύγκρουσης χωρίς σαφή πολιτικό ορίζοντα είναι μια επιλογή που απαιτεί διαρκή δημόσιο έλεγχο.

Και όσο οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να ανοίγουν τα δημόσια ταμεία, τόσο πιο δυνατά θα ακούγεται το ερώτημα:

Πόσο ακόμη;

Πόσο ακόμη θα πληρώνει ο Ευρωπαίος φορολογούμενος;

Πόσο ακόμη θα χρηματοδοτείται ο πόλεμος;

Και κυρίως:

Πότε θα αρχίσουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να μιλούν σοβαρά για το κόστος της ειρήνης — και όχι μόνο για το κόστος του πολέμου;