Αναλύσεις

Η προβλεπόμενη «δίκαιη» διευθέτηση ως ευφημισμός για την αδικία

Στο πλαίσιο του «Κυπριακού», η προοπτική μιας «δίκαιης» διευθέτησης είναι ύπουλος ευφημισμός για την αδικία. Όχι μόνο αποφεύγει να προβλέψει την αποτελεσματική επιβολή του νόμου και την αυθεντική εφαρμογή της δικαιοσύνης, αλλά, ακόμη χειρότερα, επιδιώκει να νομιμοποιήσει τις άδικες συνέπειες της ατιμώρητης εγκληματικότητας – προς όφελος του επιτιθέμενου και εις βάρος του θύματος

Στις 7 Μαρτίου 2021, η «Σημερινή» δημοσίευσε το προηγούμενό μου άρθρο υπό τον τίτλο «Η ‘‘πολιτική ισότητα’’ ως ευφημισμός για την αθέμιτη ανισότητα». Σε εκείνο το άρθρο, αποκρυπτογράφησα την «πολιτική ισότητα», έναν από τους πολλαπλούς ευφημισμούς που έχουν εισέλθει στην παραπλανητική φρασεολογία του λεγόμενου «κυπριακού προβλήματος» (Μπορεί να διαβαστεί εδώ: https://simerini.sigmalive.com/article/2021/3/7/e-politike-isoteta-os-euphemismos-gia-ten-athemite-anisoteta/).

Σήμερα, εκθέτω την υπουλότητα ενός σχετικού ευφημισμού. Αναφέρομαι στην έννοια της «δίκαιης» διευθέτησης. Αυτή έχει εκφραστεί, κατ' επανάληψιν, από Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), από πολιτικούς και από αμέτρητα άλλα άτομα.

Η προέλευση μιας παραπλανητικής έννοιας

Στο πλαίσιο του «Κυπριακού», η έννοια της «δίκαιης» διευθέτησης οφείλει την προέλευσή της στη βρετανική αποικιακή εποχή. Στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 14 Σεπτεμβρίου 1956, μετά την έναρξη του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ υπέρ της αυτοδιάθεσης μέσω της τότε προτεινόμενης Ένωσης Ελλάδας-Κύπρου, ο Alan Lennox-Boyd, τότε Υπουργός Αποικιών του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ), εξέφρασε την ουσία της βρετανικής πολιτικής με τον ακόλουθο τρόπο:

«Η πρόθεσή μας από την αρχή ήταν να επιτύχουμε, με ειρηνικά μέσα και σε συνθήκες απαλλαγμένες από εκφοβισμό και τρόμο, μια δίκαιη και διαρκή διευθέτηση [«a just and lasting settlement»] στην Κύπρο, που θα ικανοποιήσει την τιμή και την αξιοπρέπεια εκείνων που ζουν στο νησί και που θα επιτρέψει στη Μεγάλη Βρετανία να χρησιμοποιήσει την Κύπρο ως αποτελεσματική βάση για την υπεράσπιση του ελεύθερου κόσμου και τη διατήρηση της σταθερότητας στη Μέση Ανατολή» (Πηγή: Hansard, House of Commons Debates, 14 September 1956, Column 385).

Σε παρένθεση, σημειώνω ότι, στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 19 Δεκεμβρίου 1956, ο κ. Lennox-Boyd έφερε την έννοια της διχοτόμησης («partition») στην επίσημη φρασεολογία του «Κυπριακού».

Στον απόηχο των δύο τουρκικών εισβολών της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ) του 1974, που οδήγησαν στην «de facto» διχοτόμηση αυτού του κράτους που εγκαθιδρύθηκε το 1960, η έννοια της «δίκαιης και διαρκούς διευθέτησης» αναστήθηκε. Στις 15 Ιουνίου 1976, το Συμβούλιο Ασφαλείας του OHE υιοθέτησε το Ψήφισμα 391 (1976). Όπως το επακόλουθο Ψήφισμα 401 (1976) της 14ης Δεκεμβρίου 1976, το Ψήφισμα 391 (1976) ανέφερε τόσο την έννοια της «δίκαιης και διαρκούς διευθέτησης του κυπριακού προβλήματος» («a just and lasting settlement of the Cyprus problem»), όσο και τη σχετική έννοια της «δίκαιης και διαρκούς ειρήνης στην Κύπρο» («a just and lasting peace in Cyprus»).

Όπως αναγνώρισε ρητά το Ψήφισμα 391 (1976), η έννοια της «δίκαιης και διαρκούς διευθέτησης του κυπριακού προβλήματος» παρουσιάστηκε προηγουμένως σε Έκθεση της 5ης Ιουνίου 1976 του Δρος Kurt Waldheim, τότε Γενικού Γραμματέα (ΓΓ) του ΟΗΕ (στο Έγγραφο του ΟΗΕ S/12093 στο https://digitallibrary.un.org/record/224979?ln=en). Στην παράγραφο 70 της Έκθεσής του, ο ΓΓ έγραψε: «Παρά τις όποιες δυσκολίες, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η καλύτερη ελπίδα για επίτευξη δίκαιης και διαρκούς διευθέτησης [«a just and lasting settlement»] του κυπριακού προβλήματος είναι μέσω διαπραγματεύσεων μεταξύ των εκπροσώπων των δύο κοινοτήτων».

Έτσι, υπό την ηγεσία του ΓΓ και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, δημιουργήθηκε η λανθασμένη εντύπωση ότι το «Κυπριακό» είναι εσωτερικό ενδοκοινοτικό πρόβλημα, αντί ένα ευρύτερο πρόβλημα με διεθνείς διαστάσεις, αλλά όχι μόνο λόγω της τουρκικής κατοχής, εθνοκάθαρσης και αυθαίρετης εκμετάλλευσης των βορείων εδαφών της ΚΔ.

Ανακυκλώσεις και παραλλαγές

Από το 1976, μέσω διαφόρων Ψηφισμάτων και σχετικών δηλώσεων, έχουν καταγραφεί διάφορες ανακυκλώσεις και παραλλαγές της «δίκαιης» διευθέτησης. Παράδειγμα εμφανίστηκε στις 29 Ιανουαρίου 2021 στο Ψήφισμα 2561 (2021) του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο συντάχθηκε, όπως προηγούμενα Ψηφίσματα του ΟΗΕ για το «Κυπριακό», πίσω από κλειστές πόρτες και χωρίς καμία επίσημη διαβούλευση με τους πολίτες της ΚΔ.

Στη Λειτουργική Παράγραφο 1 του Ψηφίσματος 2561 (2021), το Συμβούλιο Ασφαλείας:

«[Επιβεβαίωσε] όλα τα σχετικά ψηφίσματά του για την Κύπρο, ιδίως το Ψήφισμα 1251 (1999), και ανακαλεί τη σημασία της επίτευξης μιας μακράς, ολοκληρωμένης και δίκαιης διευθέτησης [«an enduring, comprehensive and just settlement»] που βασίζεται σε μια δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως εκτίθεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της OP4 [δηλ. Λειτουργικής Παραγράφου 4] του Ψηφίσματός του 716 (1991)».

Άρα, όπως προηγούμενα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας από την υιοθέτηση του Ψηφίσματος 649 (1990) στις 12 Μαρτίου 1990, το Ψήφισμα (2021) προβλέπει την εγκαθίδρυση μιας «δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας» όχι μόνο σύμφωνα με τις νεο-αποικιακές απαιτήσεις του εισβολέα της ΚΔ, αλλά και στη βάση των «de facto» τετελεσμένων που δημιουργήθηκαν, εξαιτίας της «de facto» στρατιωτικής νίκης της Τουρκίας το 1974.

Μεταγενέστερες δηλώσεις μάς παρουσίασαν ακόμη περισσότερες ανακυκλώσεις και παραλλαγές της έννοιας της «δίκαιης» διευθέτησης του «Κυπριακού». Έχω ήδη αναφέρει την έννοια της «δίκαιης και διαρκούς ειρήνης στην Κύπρο», όπως υιοθετήθηκε από τα Ψηφίσματα 391 (1976) και 401 (1976). Παρακάτω, θα σας παρουσιάσω τρία πιο πρόσφατα παραδείγματα, τα οποία προκαλούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Πρώτον, στις 26 Οκτωβρίου 2020, δημοσιεύτηκε επίσημο ανακοινωθέν από την αγγλική έκδοση του επίσημου ιστότοπου της Προεδρίας της Τουρκίας, πρώην αποικιακού ηγεμόνα της Νήσου Κύπρου από το 1571 έως το 1878 και, από το 1974, κατέχουσας δύναμης στα βόρεια εδάφη της ΚΔ. Είχε τον τίτλο «The Turkish side favors a fair, lasting and sustainable solution in Cyprus», δηλαδή «Η τουρκική πλευρά ευνοεί μια δίκαιη, διαρκή και βιώσιμη λύση στην Κύπρο». Αυτός ο τίτλος ήταν ηχώ μιας δήλωσης του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Δεύτερον, στις 12 Φεβρουαρίου 2021, δημοσιεύτηκε επίσημη υπουργική απάντηση του Λόρδου Ahmad του Wimbledon, Υφυπουργού Εξωτερικών, Κοινοπολιτείας και Ανάπτυξης στην κυβέρνηση του ΗΒ, αποικιακού ηγεμόνα όλης της Νήσου Κύπρου από το 1878 έως το 1960 και, από το 1960, ηγεμόνα σε δύο αποικιακά απομεινάρια στη Νήσο. Αυτή η υπουργική απάντηση παρουσίασε την ουσία της τωρινής βρετανικής πολιτικής, που είναι ως εξής:

«Το ΗΒ παραμένει ισχυρός υποστηρικτής μιας ολοκληρωμένης, δίκαιης και διαρκούς διευθέτησης του Κυπριακού [«a comprehensive, just and lasting settlement of the Cyprus issue»], με βάση το διεθνώς αποδεκτό μοντέλο μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, όπως ορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας …».

Τρίτον, στις 4 Μαρτίου 2021, δημοσιεύτηκε επίσημο ανακοινωθέν του Δημοκρατικού Συναγερμού (ΔΗΣΥ), κυβερνώντος κόμματος στην ΚΔ, υπό τον τίτλο «Συνάντηση Προέδρου [του ΔΗΣΥ] κ. Αβέρωφ Νεοφύτου, με τον Γενικό Γραμματέα του ΑΚΕΛ, κ. Άντρο Κυπριανού». Σε αυτό, ο κ. Νεοφύτου, μακροχρόνιος υποστηρικτής της προτεινομένης «επανένωσης» (δηλαδή της επανα-διαίρεσης) μέσω της «δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας», είπε τα εξής:

«Επαναλαμβάνω ότι φεύγω [από τη συνάντηση με τον κ. Κυπριανού] πιο αισιόδοξος. Αισιόδοξος, γιατί διαπίστωσα ότι μας ενώνει ο κοινός στόχος για την επανένωση της μοιρασμένης μας πατρίδας... Ν’ απαλλαχτούμε από την κατοχή, ν’ απαλλαχτούμε από τις εγγυήσεις και τα μονομερή δικαιώματα επέμβασης. Ν’ απαλλαχτούμε από τα κατοχικά στρατεύματα. Να επικρατήσουν οι αρχές για τις οποίες αγωνιζόμαστε. Να πάρουμε εδάφη, μια δίκαιη διευθέτηση του περιουσιακού …».

(Πηγές: www.tccb.gov.tr/en/news/542/122511/-the-turkish-side-favors-a-fair-lasting-and-sustainable-solution-in-cyprus-, https://questions-statements.parliament.uk/written-questions/detail/2021-02-02/HL12880 και www.disy.org.cy/nea/anakoinoseis/3412-synantisi-proedrou-k-averof-neofytou-me-ton-geniko-grammatea-tou-akel-k-antro-kyprianoy)

Σε καθένα από τα προαναφερθέντα κείμενα όπου έγινε επίκληση της έννοιας της «δίκαιης» διευθέτησης, απουσιάζει οποιαδήποτε ρητή αναφορά στη δικαιοσύνη. Παράλληλα, απουσιάζει οποιαδήποτε ρητή αποδοκιμασία των ατιμώρητων εισβολών, δολοφονιών, αναγκαστικών εξαφανίσεων, βιασμών, εκτοπίσεων, βίαιων μεταφορών, αποικισμών, λεηλασιών, καταστροφών της πολιτιστικής κληρονομιάς, αυθαίρετων εκμεταλλεύσεων των περιουσιών και σχετικών εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και άλλων διεθνών εγκλημάτων που φαίνεται ότι έχουν διαπραχθεί στην ΚΔ, όμως έχουν καλυφθεί, αλλά όχι μόνον προς όφελος της Τουρκίας.

Εξίσου απαράδεκτο είναι ότι όλα τα κείμενα που ανέφερα προβλέπουν, αν και σιωπηρά, μια «δίκαιη» διευθέτηση που, υπό ορισμένες προσαρμογές, θα ενσωματώσει την αδικία – νομιμοποιώντας τις παράνομες εδαφικές συνέπειες των τουρκικών εισβολών του 1974. Υπό τέτοιες συνθήκες, μια «δίκαιη» διευθέτηση θα οδηγήσει στην επιβράβευση της παράνομης, απάνθρωπης και άδικης επιθετικότητας.

Το όραμα του Προέδρου Lincoln

Μέχρι στιγμής, σε αυτό το άρθρο, έχω επικεντρωθεί στην έννοια της «δίκαιης» διευθέτησης του «Κυπριακού» από τη δεκαετία του 1950. Ωστόσο, αυτή η έννοια και οι παραλλαγές της έχουν μια βαθύτερη ιστορία. Για παράδειγμα, η έννοια της «δίκαιης και διαρκούς ειρήνης», η οποία φυτεύτηκε στο «Κυπριακό» το 1976 μέσω των Ψηφισμάτων 391 (1976) και 401 (1976), γράφτηκε προηγουμένως στην τελευταία πρόταση του πρωτότυπου χειρογράφου της δεύτερης εναρκτήριας ομιλίας του Προέδρου Abraham Lincoln όπως εγκρίθηκε από αυτόν στις 10 Απριλίου 1865. Σε αυτήν την πρόταση, ο Πρόεδρος Lincoln οραματίστηκε «μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη [«a just and lasting peace»] μεταξύ ημών, και με όλα τα έθνη». Αυτό ήταν το όραμα ενός αναδυόμενου νικητή προς το τέλος του εμφυλίου πολέμου στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Τελικά, νικήσανε οι δυνάμεις υπό την εμπνευσμένη ηγεσία του Προέδρου Lincoln, αλλά αυτός δολοφονήθηκε.

Το όραμα του Γεωργίου Ε΄

Λίγους μήνες μετά την ήττα της Γερμανίας στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στις 11 Νοεμβρίου 1918, η έννοια της «δίκαιης και διαρκούς ειρήνης» αναστήθηκε για να συνοψίσει το όραμα ενός νικητή σε έναν παγκόσμιο πόλεμο. Στη βρετανική Βουλή των Λόρδων στις 11 Φεβρουαρίου 1919, ο Γεώργιος Ε΄, Βασιλέας του ΗΒ, εξέδωσε την Ομιλία του Βασιλέα, που ουσιαστικά ήταν της βρετανικής Κυβέρνησης. Σε αυτήν, η Αυτού Μεγαλειότης προέβλεψε μια «δίκαιη και διαρκή ειρήνη» («a just and lasting peace») ως αποτέλεσμα των τότε τρεχουσών μεταπολεμικών διπλωματικών διαδικασιών στο Παρίσι.

Αυτές οι διαδικασίες οδήγησαν στην υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών στις 28 Ιουνίου 1919. Όπως αναμενόταν, στην εισαγωγή αυτής της Συνθήκης, τοποθετήθηκε η έννοια της «σταθερής, δίκαιης και διαρκούς ειρήνης» («a firm, just and durable peace») ως αντικατάσταση του πολέμου που ξεκίνησε αμέσως μετά τη γερμανική εισβολή στο Βέλγιο στις 3 Αυγούστου 1914. (Δείτε: www.loc.gov/law/help/us-treaties/bevans/m-ust000002-0043.pdf)

Έτσι, το 1865 και το 1919, η έννοια της «δίκαιης και διαρκούς ειρήνης» χρησιμοποιήθηκε για να συνοψίσει το όραμα των νικητών σε πόλεμο.

Το Ψήφισμα 242 (1967)

Έρχομαι τώρα στο Ψήφισμα 242 (1967). Αυτό συντάχθηκε από τον τότε Μόνιμο Εκπρόσωπο του ΗΒ στον ΟΗΕ, Λόρδο Caradon, πρώην γνωστό ως Sir Hugh Foot, Βρετανό κυβερνήτη της Κύπρου από το 1957 έως το 1960, και υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας στις 22 Νοεμβρίου 1967, μετά τη νίκη του Ισραήλ στον Αραβοϊσραηλινό Πόλεμο των Έξι Ημερών από τις 5 έως 10 Ιουνίου 1967, και των σχετικών ισραηλινών κατοχών διαφόρων εδαφών.

Στη Λειτουργική Παράγραφο 1 του Ψηφίσματος 242 (1967), το Συμβούλιο Ασφαλείας:

«1. [Βεβαίωσε] ότι η εκπλήρωση των αρχών του Χάρτη [του ΟΗΕ] απαιτεί την εγκαθίδρυση μιας δίκαιης και διαρκούς ειρήνης [«a just and lasting peace»] στη Μέση Ανατολή που πρέπει να περιλάβει την εφαρμογή των δύο ακόλουθων αρχών: (ι) Απόσυρση των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων από τα εδάφη που κατελήφθησαν κατά την πρόσφατη σύγκρουση, (ιι) Λήξη των εχθροπραξιών και σεβασμό και αναγνώριση της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας κάθε Κράτους στην περιοχή και του δικαιώματος των Κρατών να ζουν εν ειρήνη σε ασφαλή και αναγνωρισμένα σύνορα χωρίς απειλές ή πράξεις βίας».

Μέσω της υπο-παραγράφου (β) της Παραγράφου 2 του Ψηφίσματος 242 (1967), το Συμβούλιο Ασφάλειας επισήμαινε «την ανάγκη … (β) για την επίτευξη δίκαιης διευθέτησης του προβλήματος προσφύγων [«a just settlement of the refugee problem»]».

Εδώ, αυτό που θέλω να τονίσω είναι τρεις πραγματικότητες.

Πρώτον, το 1967, ο Λόρδος Caradon τοποθέτησε στο Ψήφισμα 242 (1967) τις έννοιες της «δίκαιης και διαρκούς ειρήνης» και της «δίκαιης διευθέτησης», παραλλαγές των οποίων ανακυκλώθηκαν το 1976, στο πλαίσιο του «Κυπριακού», μέσω της υιοθέτησης των προαναφερθέντων Ψηφισμάτων 391 (1976) και 401 (1976).

Δεύτερον, παρά τη βίαιη απέλαση τόσων ανθρώπων από τις οικίες τους το 1967, το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν κατάφερε να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να εξασφαλίσει την άμεση επιστροφή αυτών των θυμάτων της ισραηλινής κατοχής. Ούτε έλαβε αποτελεσματικά μέτρα για να εμποδίσει ή να αντιστρέψει τον επακόλουθο εποικισμό των εδαφών υπό κατοχή.

Τρίτον, παρά το ότι η λέξη «δίκαιη» («just») τοποθετήθηκε στο Ψήφισμα 242 (1967), αυτό το Ψήφισμα απέτυχε να απαιτήσει την επιβολή της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης ως απάντησης στις αυτονόητες παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.

Ως εκ τούτου, τόσο το Ψήφισμα 242 (1967), όσο και τα Ψηφίσματα για το «Κυπριακό» μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά.

Από τη μια, αυτά τα Ψηφίσματα είναι «χωρίς δόντια». Σε αντίθεση με τα Ψηφίσματα που ενέκρινε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ μετά την ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ το 1990, όπως το Ψήφισμα 678 (1990), δεν επικαλούνται το Κεφάλαιο VII του Χάρτη του ΟΗΕ. Συνεπώς, δεν εξουσιοδοτούν τη χρήση «όλων των απαραίτητων μέσων» («all necessary means») για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο. Έτσι, ενώ η κατοχή του Κουβέιτ από το Ιράκ τερματίστηκε το 1991, οι κατοχές για τις οποίες ευθύνονται οι Ισραηλινοί και οι Τούρκοι επικρατούν μέχρι σήμερα.

Από την άλλη, ούτε το Ψήφισμα 242 (1967), ούτε τα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας για το «Κυπριακό» προωθούν το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και τη σχετική διεθνή ποινική δικαιοσύνη. Η καλύτερη απόδειξη αυτής της πραγματικότητας είναι η ευνόητη αποτυχία του Συμβουλίου Ασφαλείας να εγκαθιδρύσει ανεξάρτητο δικαστήριο εγκλημάτων πολέμου για τη Μέση Ανατολή ή για την ΚΔ.

Σε αντίθεση, στις 25 Μαΐου 1993, το Συμβουλίου Ασφαλείας υιοθέτησε το Ψήφισμα 827 (1993) για την πρώην Γιουγκοσλαβία. Στη Λειτουργική Παράγραφο 2 αυτού του Ψηφίσματος, το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφάσισε «να εγκαθιδρύσει ένα διεθνές δικαστήριο με μοναδικό σκοπό τη δίωξη προσώπων που είναι υπεύθυνα για σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διαπράχθηκαν στο έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 1991 και μιας ημερομηνίας που θα καθοριστεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας».

Συμπέρασμα

Στην αρχαιότητα, επηρεασμένος από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης έγραψε ότι, επειδή κάτι είναι νόμιμο, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι δίκαιο. Εξ ου και η φωτισμένη ιδέα ότι ο νόμος πρέπει να είναι δίκαιος, έτσι ώστε να μην αποτελέσει άκαρδο όργανο της αδικίας. Έχοντας υπόψη τον Αριστοτέλη και τα στοιχεία που ανέφερα επάνω, καταλήγω στο αυτονόητο συμπέρασμα:

Στο πλαίσιο του «Κυπριακού», η προοπτική μιας «δίκαιης» διευθέτησης είναι ύπουλος ευφημισμός για την αδικία. Όχι μόνο αποφεύγει να προβλέψει την αποτελεσματική επιβολή του νόμου και την αυθεντική εφαρμογή της δικαιοσύνης, αλλά, ακόμη χειρότερα, επιδιώκει να νομιμοποιήσει τις άδικες συνέπειες της ατιμώρητης εγκληματικότητας – προς όφελος του επιτιθέμενου και εις βάρος του θύματος.

*Επίκουρος Καθηγητής στη Νομική Σχολή Πανεπιστημίου UCLan Cyprus. Οι απόψεις του είναι προσωπικές