Αναλύσεις

Συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση: Ώρα για λύσεις και όχι για ημίμετρα

Η επικείμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων δεκαετιών. Από το αποτέλεσμά της θα εξαρτηθεί η ποιότητα ζωής των σημερινών και των μελλοντικών συνταξιούχων, αλλά και η εμπιστοσύνη των εργαζομένων προς το σύστημα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Γι' αυτό δεν μπορεί να περιοριστεί σε μη ικανοποιητικές και αποσπασματικές ρυθμίσεις και ημίμετρα.

Πρόσφατα ο Υπουργός Εργασίας διερωτήθηκε ότι, αν υπάρξουν πρόσθετες βελτιώσεις στις προτάσεις του με δημοσιονομικό κόστος, θα πρέπει να υποδειχθεί «από πού θα αφαιρεθούν τα χρήματα». Η προσέγγιση αυτή αντιμετωπίζει ένα βαθιά κοινωνικό ζήτημα ως απλή λογιστική άσκηση. Η κοινωνική ασφάλιση δεν πρέπει να λειτουργεί με αυτή τη λογική. Πολύ περισσότερο όταν τόσο τα οικονομικά του Κράτους όσο και τα οικονομικά του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων επιτρέπουν ουσιαστικές βελτιώσεις.

Τα πραγματικά δεδομένα είναι αδιάψευστα. Σύμφωνα με τις τελευταίες αναλογιστικές μελέτες, η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι διασφαλισμένη τουλάχιστον μέχρι το 2080. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια τα έσοδά του, μαζί με τους τόκους, υπερβαίνουν τις δαπάνες του κατά περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ ετησίως. Την ίδια ώρα, τα δημόσια έσοδα έχουν αυξηθεί σημαντικά λόγω της αύξησης των φορολογικών εισπράξεων και του ΦΠΑ. Οι οικονομικές δυνατότητες, επομένως, υπάρχουν. Αυτό που απαιτείται είναι πολιτική βούληση και δυστυχώς δεν υπάρχει από την Κυβέρνηση.

Δεν αρκεί η Κυβέρνηση να πανηγυρίζει για τις θετικές επιδόσεις της Κυπριακής οικονομίας. Η οικονομική ανάπτυξη αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν βελτιώνει την καθημερινότητα των πολιτών και ιδιαίτερα των συνταξιούχων, οι οποίοι στήριξαν με τις εισφορές τους το σύστημα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τον τόπο μας επί δεκαετίες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της Κυβέρνησης στο θέμα της σύνταξης χηρείας προκαλεί εύλογες αντιδράσεις. Η άρνησή της να αποκαταστήσει την αδικία εις βάρος των ανδρών χήρων, των οποίων οι σύζυγοι απεβίωσαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2018, διαιωνίζει μια άνιση μεταχείριση που αντίκειται στην αρχή της ισότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 28 του Συντάγματος. Η αδικία αυτή πρέπει να αρθεί χωρίς άλλη καθυστέρηση. Άλλωστε, πρόκειται για μια μεταβατική ρύθμιση με περιορισμένο χρονικά κόστος.

Εξίσου απογοητευτική είναι και η προσέγγιση στο πέναλτι του 12% για όσους συνταξιοδοτούνται στο 63ο έτος της ηλικίας τους. Αντί της κατάργησής του, προτείνεται μικρή μείωση μόνο στο βασικό μέρος της σύνταξης, σε βάθος πενταετίας. Στην πράξη, αυτό σημαίνει αύξηση μόλις 4 έως 5 ευρώ τον μήνα κάθε χρόνο. Μια τέτοια πρόταση δύσκολα μπορεί να παρουσιαστεί ως ουσιαστική μεταρρύθμιση. Για τους επηρεαζόμενους αποτελεί κοροϊδία, είναι μια συμβολική κίνηση που δεν αποκαθιστά την αδικία.

Παράλληλα, το τοπίο παραμένει θολό σε μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα. Δεν υπάρχει ακόμη σαφής εικόνα για τις αυξήσεις στις συντάξεις, για τις συντάξεις ανικανότητας, τα επιδόματα ανεργίας και ασθενείας, τα βοηθήματα κηδείας, ούτε για τον ρόλο που θα έχουν τα Ταμεία Προνοίας ως συμπληρωματικός πυλώνας του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Η πραγματικότητα που βιώνουν σήμερα χιλιάδες συνταξιούχοι δεν επιτρέπει άλλες καθυστερήσεις. Η κατώτατη σύνταξη δηλ. η κοινωνική , ανέρχεται μόλις στα 435 ευρώ, πριν από την αφαίρεση της εισφοράς για το ΓεΣΥ. Περισσότεροι από 100 χιλιάδες συνταξιούχοι λαμβάνουν σύνταξη κάτω από τα 1.000 ευρώ, ενώ πολλές ακόμη χιλιάδες ζουν με εισόδημα 600 έως 700 ευρώ τον μήνα. Την ίδια στιγμή, το όριο της φτώχειας ανέρχεται στα 1.103 ευρώ για μονήρες άτομο και στα 1.655 ευρώ για νοικοκυριό δύο ατόμων. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι για πολλές χιλιάδες συνταξιούχους η αξιοπρεπής διαβίωση παραμένει ζητούμενο.

Η μεταρρύθμιση θα αποκτήσει πραγματικό κοινωνικό περιεχόμενο μόνο εάν αποκαταστήσει την αδικία στη σύνταξη χηρείας των ανδρών, καταργήσει το πέναλτι του 12%, ενισχύσει ουσιαστικά όλες τις συντάξεις και ιδιαίτερα τις χαμηλές, αναβαθμίσει το Σχέδιο Στήριξης Χαμηλοσυνταξιούχων και αυξήσει το όριο της φτώχειας , βελτιώσει τις κοινωνικές παροχές και διασφαλίσει την καθολική εφαρμογή των Ταμείων Προνοίας ως συμπληρωματικού πυλώνα συνταξιοδοτικής προστασίας. Στα θετικά κρίνουμε τη δέσμευση της κυβέρνησης να σταματήσει τον δανεισμό από το Τ.Κ.Α. και την σταδιακή αποπληρωμή του πολύ μεγάλου χρέους του κράτους προς το Τ.Κ.Α. , πρακτική που ακολούθησε μόνο η κυβέρνηση Δ. Χριστόφια.

Η επιτυχία της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης δεν θα κριθεί από το πόσα θα εξοικονομήσει το Κράτος, αλλά από το κατά πόσο θα αποκαταστήσει αδικίες και θα διασφαλίσει αξιοπρεπείς συντάξεις. Τα οικονομικά δεδομένα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι θετικά και, εφόσον χρειαστεί, το Κράτος διαθέτει τη δυνατότητα και οφείλει να στηρίξει ακόμη περισσότερο το σύστημα. Εκείνο που λείπει δεν είναι οι πόροι, είναι η πολιτική απόφαση να τεθεί στο επίκεντρο ο άνθρωπος. Αυτή είναι η πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη και αυτήν δικαιούνται οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι της Κύπρου.

*Τέως Γενικός Γραμματέας ΕΚΥΣΥ – ΠΕΟ