Αναλύσεις

Πρωταθλητές Ευρώπης στα… άδεια δωμάτια

7 στους 10 Κυπρίους ζουν σε σπίτι μεγαλύτερο από τις ανάγκες του νοικοκυριού τους – Πρώτη η Κύπρος στην ΕΕ, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 33%

Τρία υπνοδωμάτια, δύο άνθρωποι. Σε αρκετές περιπτώσεις, μόλις ένας. Η γνώριμη εικόνα των κυπριακών γειτονιών κρύβει πίσω της μια εντυπωσιακή ευρωπαϊκή πρωτιά. Η Κύπρος καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό κατοίκων στην ΕΕ που ζουν σε σπίτι μεγαλύτερο από τις ανάγκες του νοικοκυριού τους: 70%, έναντι 33% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Τα σπίτια που κάποτε φιλοξενούσαν γονείς και παιδιά έμειναν ίδια, οι οικογένειες, όμως, μίκρυναν. Περισσότερα από τα μισά κυπριακά νοικοκυριά αποτελούνται σήμερα από μόλις ένα ή δύο άτομα. Την ίδια στιγμή, η τελευταία Απογραφή κατέγραψε περισσότερες από 138 χιλιάδες κατοικίες ως κενές ή προσωρινής διαμονής.

Οι αριθμοί φωτίζουν μια λιγότερο συζητημένη πλευρά του στεγαστικού. Σε μια περίοδο, κατά την οποία η προσιτή κατοικία αποτελεί ζητούμενο για χιλιάδες νοικοκυριά, η Κύπρος διαθέτει ταυτόχρονα περισσότερο «περισσευούμενο» οικιστικό χώρο από κάθε άλλη χώρα της ΕΕ.

7 στους 10 με ένα δωμάτιο… παραπάνω

Το 70% τοποθετεί την Κύπρο με μεγάλη διαφορά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακολουθούν η Ιρλανδία με 67% και η Μάλτα με 64%, ενώ συνολικά στην ΕΕ σε κατοικία με περισσευούμενο χώρο ζει ένας στους τρεις κατοίκους.

Στην ευρωπαϊκή στατιστική, μια κατοικία χαρακτηρίζεται under-occupied όταν διαθέτει περισσότερα δωμάτια από εκείνα που αντιστοιχούν στον αριθμό, την ηλικία και τη σύνθεση των μελών του νοικοκυριού. Τα «άδεια δωμάτια» δεν καταγράφονται ένα προς ένα· προκύπτουν από τη σχέση ανάμεσα στο μέγεθος της κατοικίας και στους ανθρώπους που ζουν σε αυτήν.

Η Eurostat συνδέει το φαινόμενο κυρίως με μεγαλύτερους ανθρώπους και ζευγάρια που παραμένουν στο οικογενειακό σπίτι μετά την αποχώρηση των παιδιών. Ένα σπίτι τριών ή τεσσάρων υπνοδωματίων εξακολουθεί να εξυπηρετεί τους γονείς, παρότι η τετραμελής οικογένεια που κάποτε ζούσε εκεί περιορίστηκε πλέον σε δύο ανθρώπους.

Στην Κύπρο αυτή η εξέλιξη πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις απ' ό,τι οπουδήποτε αλλού στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα σπίτια έμειναν μεγάλα – οι οικογένειες μίκρυναν

Η σύνθεση των κυπριακών νοικοκυριών βοηθά να εξηγηθεί η πρωτιά. Η Απογραφή του 2021 κατέγραψε 357.858 ιδιωτικά νοικοκυριά. Τα 87.639 ήταν μονοπρόσωπα και άλλα 114.315 αποτελούνταν από δύο άτομα. Συνολικά 201.954 νοικοκυριά, ή 56,4% του συνόλου, είχαν έως δύο μέλη.

Παράλληλα μειώνεται σταθερά και το μέσο μέγεθος του νοικοκυριού. Από 2,76 άτομα το 2011 υποχώρησε στα 2,57 το 2021.

Η κυπριακή κατοικία ακολούθησε για δεκαετίες ένα διαφορετικό οικογενειακό πρότυπο. Μεγάλες μονοκατοικίες και διαμερίσματα τριών ή τεσσάρων υπνοδωματίων κατασκευάστηκαν για οικογένειες με περισσότερα μέλη. Σήμερα τα παιδιά έχουν φύγει από πολλές από αυτές τις κατοικίες, τα νοικοκυριά έχουν περιοριστεί και περισσότεροι άνθρωποι ζουν μόνοι.

Το κτηριακό απόθεμα, φυσικά, αλλάζει πολύ πιο αργά από τη δημογραφία. Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται πλέον στην ευρωπαϊκή κατάταξη: τα σπίτια μιας μεγαλύτερης οικογένειας στεγάζουν ολοένα μικρότερα νοικοκυριά.

Και 138.113 σπίτια εκτός μόνιμης κατοίκησης

Στο ίδιο στεγαστικό παζλ προστίθεται ένας δεύτερος, διαφορετικός δείκτης. Από τις 492.931 κατοικίες που καταγράφηκαν στην Απογραφή του 2021, οι 138.113 ήταν κενές ή προσωρινής διαμονής. Περισσότερο από το ένα τέταρτο του συνολικού οικιστικού αποθέματος δεν αποτελούσε, κατά τον χρόνο της Απογραφής, μόνιμη κατοικία κάποιου νοικοκυριού.

Στην κατηγορία περιλαμβάνονται τόσο κενές κατοικίες όσο και εξοχικές, δευτερεύουσες ή άλλες μονάδες προσωρινής διαμονής. Συνεπώς, οι 138.113 κατοικίες δεν συνιστούν ισάριθμο διαθέσιμο απόθεμα προς ενοικίαση ή πώληση.

Το μέγεθος, ωστόσο, παραμένει αξιοσημείωτο. Σχεδόν τρεις στις δέκα κατοικίες βρίσκονταν εκτός μόνιμης κατοίκησης, την ώρα που περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά της χώρας αριθμούσαν μόλις ένα ή δύο μέλη.

Οι δύο δείκτες καταγράφουν διαφορετικές πραγματικότητες, αλλά συναντώνται στην ίδια εικόνα: μεγάλο μέρος του υφιστάμενου στεγαστικού χώρου δεν αντιστοιχεί στις σημερινές ανάγκες της μόνιμης κατοίκησης.

Το παράδοξο της στεγαστικής κρίσης

Η ύπαρξη μεγάλου οικιστικού αποθέματος δεν συνεπάγεται αυτομάτως και επάρκεια προσιτής στέγης. Η τοποθεσία, η κατάσταση του ακινήτου, το μέγεθος και κυρίως η τιμή καθορίζουν ποιο μέρος αυτού του αποθέματος μπορεί πράγματι να καλύψει τη ζήτηση.

Το παλιό οικογενειακό σπίτι όπου κατοικεί πλέον ένα ηλικιωμένο ζευγάρι δεν μπορεί να εξυπηρετήσει δύο διαφορετικά νοικοκυριά. Μια εξοχική κατοικία στην Πάφο ή την ελεύθερη Αμμόχωστο δεν καλύπτει τις ανάγκες ενός εργαζομένου στη Λευκωσία. Μια κενή κατοικία που απαιτεί εκτεταμένη ανακαίνιση παραμένει εκτός αγοράς, μέχρι να καταστεί κατοικήσιμη.

Αυτή η τελευταία κατηγορία έχει ήδη μπει στο στόχαστρο της στεγαστικής πολιτικής. Ο δεύτερος κύκλος του σχεδίου «Ανακαινίζω–Ενοικιάζω», που προκηρύχθηκε τον Μάρτιο του 2026, επιχορηγεί ιδιοκτήτες κενών, αδρανών ή σε αχρησία κατοικιών για ανακαίνιση και διάθεσή τους με προσιτό ενοίκιο. Η χορηγία κυμαίνεται από €15.000 έως €35.000, ανάλογα με το μέγεθος της οικιστικής μονάδας.

Η ευρωπαϊκή πρωτιά στα «άδεια δωμάτια» προσθέτει, λοιπόν, μια διαφορετική διάσταση στη στεγαστική συζήτηση. Η Κύπρος διαθέτει πολλά σπίτια και πολύ χώρο, όχι όμως κατ' ανάγκην εκεί όπου χρειάζονται, στη μορφή που χρειάζονται και σε τιμές που μπορούν να πληρώσουν όσοι αναζητούν κατοικία.