104 ένοχοι και μια κηδεία
Ο αιφνίδιος θάνατος ενός διάσημου καλλιτέχνη δεν αποτελεί ποτέ ένα αμιγώς βιολογικό ή ατομικό γεγονός· συνιστά μια βίαιη, οντολογική ρωγμή στη συλλογική συνείδηση. Όπως επισημαίνει ο Zygmunt Bauman στο Liquid Modernity, οι ύστερες νεωτερικές κοινωνίες, στερημένες από σταθερές δομές, αδυνατούν να εσωτερικεύσουν το πένθος ως διεργασία υπαρξιακής ωρίμανσης, μετατρέποντάς το, αντίθετα, σε καταναλωτικό προϊόν. Η πρόσφατη τραγωδία από την επικαιρότητα –ο θάνατος ενός ειδώλου της μουσικής– λειτούργησε ως ένας αμείλικτος καθρέφτης. Μέσα στον ραγισμένο του κρύσταλλο δεν αποκαλύφθηκε απλώς το τέλος μιας ζωής, αλλά εξέθεσε το υπαρξιακό έλκος, την αλγοριθμική βαρβαρότητα και τη θεσμική υποκρισία ενός πολιτισμού σε προχωρημένη αποσύνθεση.
Πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα της διασημότητας κρύβεται η τραγική φιγούρα του σύγχρονου «απόκληρου», η οποία ωστόσο δεν είναι ξένη προς το κοινό. Ο κόσμος δεν παρακολουθεί αμέτοχος· αναγνωρίζει στο δράμα του καλλιτέχνη τα δικά του ανώνυμα τραύματα, βλέποντας σπαράγματα της δικής του υπαρξιακής αποξένωσης να προβάλλονται μεγεθυμένα στη σκηνή. Η ψυχαναλυτική προσέγγιση του D.W. Winnicott (Playing and Reality) γύρω από τη συγκρότηση του Ψευδούς Εαυτού φωτίζει αυτό ακριβώς το εσωτερικό σχίσμα: ο δημιουργός εξαναγκάζεται σε μια διαρκή συμμόρφωση με τις προσδοκίες της αγοράς, ενώ ο αληθής εαυτός κατακρεουργείται στη βουβή απομόνωση. Το πρώιμο ψυχικό τραύμα –η συναισθηματική αποξένωση και η απόρριψη από το οικογενειακό περιβάλλον– ανοίγει μια άβυσσο που καμία ιαχή σταδίου δεν μπορεί να γεμίσει. Σε μια κοινωνία εμμονικά προσηλωμένη στη διαρκή απόδοση (Byung-Chul Han, The Burnout Society), οι εξαρτησιογόνες ουσίες δεν επιστρατεύονται ως επιλογή ηδονισμού, αλλά ως ένα σιωπηλό, χημικό ανάχωμα, ένας τρόπος να ναρκωθεί η οδύνη ώστε το ατομο να παραμείνει όρθιο κάτω από το αμείλικτο φως των προβολέων.
Αυτή ακριβώς η ανάγκη για αντοχή και η αγωνιώδης προσπάθεια διατήρησης της εικόνας μετατρέπουν τον καλλιτέχνη στο κατεξοχήν θύμα της «κοινωνίας του θεάματος» (Guy Debord). Στον ύστερο καπιταλισμό, η αγορά της ομορφιάς και της αιώνιας νεότητας λειτουργεί ως ένας αμείλικτος βιοπολιτικός μηχανισμός. Εδώ, ο σύγχρονος κλινικός τσαρλατανισμός θεσπίζει τα δικά του δίκτυα, προσφέροντας μέσα σε σκιώδη ιατρεία την υπόσχεση μιας ακαριαίας, σχεδόν μαγικής αναγέννησης. Πρόκειται για μια πλανευτική ψευδαίσθηση που προβάλλει μια απόλυτη επιστημονική αξιοπιστία, η οποία όμως εξαγοράζεται σε εξωφρενικά ακριβό τίμημα. Όπως ανέλυσαν οι Max Horkheimer και Theodor Adorno στο Dialectic of Enlightenment, η πολιτισμική βιομηχανία μετατρέπει την ανθρώπινη ευπάθεια σε εμπορεύσιμο υλικό. Παγιδευμένος στην ψευδαίσθηση της γρήγορης ίασης, ο καλλιτέχνης εμπιστεύεται την εύθραυστη σάρκα του σε ανεύθυνα νυστέρια, η αλλες μεθοδους για να καταλήξει να αφήσει την τελευταία του πνοή πάνω σε μια κρύα χειρουργική κλίνη, θύμα μιας κερδοσκοπικής απληστίας που του υποσχέθηκε το ελιξίριο της ζωής και του παρέδωσε την οριστική φθορά.
Όταν το νήμα κόβεται μέσα στο σκοτάδι αυτών των παράνομων ιατρείων, η κοινωνική σήψη μετατοπίζεται στο πεδίο της δημόσιας σφαίρας. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν μεταδίδουν απλώς την απώλεια· την κεφαλαιοποιούν. Εδώ εφαρμόζεται η έννοια της Νεκροπολιτικής του Achille Mbembe, όπου η έκθεση τού θανάτου γίνεται εργαλείο κέρδους στην Οικονομία της Προσοχής. Τα ΜΜΕ, σαν κοράκια, ενορχηστρώνουν ένα αποτρόπαιο θέαμα. Η δημόσια θλίψη μετατρέπεται σε ένα ιδιότυπο νόμισμα συμπάθειας, όπου η ρητορική της συμπόνιας γίνεται εργαλείο αυτοπροβολής. Το όψιμο «πόσο τον αγαπάμε τώρα» αποδεικνύει αυτό που ο Jean Baudrillard στο Simulacra and Simulation όρισε ως την κυριαρχία του ομοιώματος: το είδωλο γίνεται αποδεκτό και ασφαλές μόνο ως απών, ένας βουβός καμβάς πάνω στον οποίο προβάλλονται οι συλλογικές ελλείψεις.
Μετά τον θόρυβο της πτώσης, ακολουθεί η παράσταση της κρατικής και θεσμικής κάθαρσης. Φορείς και ελεγκτικοί μηχανισμοί, που μέχρι χθες εθελοτυφλούσαν μπροστά στα κυκλώματα του τσαρλατανισμού και την ασυδοσία της αγοράς, «συγκινούνται» αιφνιδίως. Διατάσσουν κατεπείγουσες έρευνες και υπόσχονται την εξυγίανση των κακώς κειμένων, ενδυόμενοι τον μανδύα του όψιμου προστάτη. Αυτή η κινητοποίηση αποτελεί την κλασική αποτύπωση του Ηθικού Πανικού, όπως τον θεμελίωσε ο Stanley Cohen στο Folk Devils and Moral Panics. Οι θεσμοί δεν επιδιώκουν τη δομική θεραπεία της κοινωνικής παθογένειας· εκτελούν μια δημόσια, τελετουργική παράσταση κάθαρσης για να αποσείσουν τις δικές τους διαχρονικές ευθύνες, προσφέροντας μια εξυγίανση με ημερομηνία λήξης, η οποία θα διαρκέσει ακριβώς όσο και το ψηφιακό ενδιαφέρον της κοινής γνώμης.
Ο θάνατος του δημιουργού αφήνει πίσω του μια κοινωνία που πενθεί τις δικές της διαψεύσεις, κοιτάζοντας έναν καθρέφτη που σμίλεψε ο ίδιος ο πολιτισμός της. Όπως έγραφε ο T.S. Eliot στο The Hollow Men, «έτσι τελειώνει ο κόσμος, όχι με ένα σαρωτικό κρότο, αλλά με ένα παρατεταμένο λυγμό». Μόνο που στη δική μας μεταμοντέρνα εποχή, αυτός ο λυγμός έχει ήδη κοστολογηθεί και μετατραπεί σε μορφή ψηφιακού περιεχομένου.
Και καθώς η αυλαία πέφτει, οι θεσμικοί παράγοντες ολοκληρώνουν τις βαρύγδουπες δηλώσεις τους και οι αλγόριθμοι στρέφονται στο επόμενο προϊόν, ένα αμείλικτο ερώτημα παραμένει να αιωρείται πάνω από τα ερείπια: Πού κρύβονταν όλοι αυτοί οι κρατικοί φορείς και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί όταν η απληστία της αγοράς κατέτρεχε απροκάλυπτα τη ζωντανή σάρκα του καλλιτέχνη, και πόσοι ακόμη προαναγγελθέντες θάνατοι πρέπει να θυσιαστούν στα χειρουργεία της θεσμικής σας τύφλωσης για να παραδεχτείτε ότι η «εξυγίανσή» σας δεν είναι παρά το νεκροσέντονο των δικών σας ενοχών;
*Ψυχολόγος
Διδάκτορας Εξελικτικής-Σχολικής ψυχολογίας
Μ.Α Διοίκηση εκπαιδευτικών μονάδων
Msc Χρηματοοικονομικά και Ναυτιλιακά
Μ.Α ART therapist
Pgp Συμβουλευτική ψυχολογία
Ειδίκευση στη Συστημική θεραπεία και στη Γνωστική-Αναλυτική θεραπευτική αντιμετώπιση