Απολογισμός του αγώνα και των θυσιών

Ο Ελληνισμός στον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο
«[...] όπου δε βουληθείεν εξελθείν, ού νυξ, ού χείμων, ού μήκος οδού, ουκ όρη δύσβατα απεκώλυεν αυτούς?[...]» (Ξενοφών, Ελληνικά, Βιβλίο Ζ)

Η περιγραφή του Ξενοφώντα για το αγωνιστικό πνεύμα και τον ηρωισμό που ξεχώριζε στην αρχαιότητα τους Αρκάδες πολεμιστές από τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα, καθώς «όποτε αποφάσιζαν μια πολεμική επιχείρηση, δεν τους σταματούσαν μήτε νύχτα, μήτε καταιγίδα, μήτε απόσταση, μήτε δύσβατα βουνά?» φαίνεται να ταιριάζει, πολλούς αιώνες αργότερα, στους στρατιώτες του Έπους του ’40 στη χιονισμένη οροσειρά της Πίνδου και όλους τους Ελλαδίτες και Κύπριους εθελοντές των συμμαχικών στρατευμάτων που μάχονταν εναντίον του ναζιστικού-φασιστικού άξονα, από την Αυστραλία μέχρι την Αφρική.


Όπως στα Ομηρικά Έπη, την Οδύσσεια και την Ιλιάδα, εξιστορούνται σε έμμετρο λόγο μεγαλόπνοες αποφάσεις και πράξεις ηρώων, έτσι και στα δύσβατα εδάφη της Ηπείρου εκτυλίχθηκαν το φθινόπωρο-χειμώνα ’40-’41 μοναδικές σκηνές ηρωισμού, κακουχιών, αρρωστιών και θανάτου, πίστης και φωτός μέσα στο σκότος και τη βαρβαρότητα του πολέμου. Σύσσωμος ο Ελληνισμός διακήρυξε το «Όχι» το πρωί της 28ης Οκτωβρίου και πραγματοποίησε το Έπος του ’40 κι αργότερα, από την πρώτη στιγμή της γερμανικής προέλασης και της βαριάς, τριπλής (γερμανικής, ιταλικής και βουλγαρικής) Κατοχής, που επιβλήθηκε στην ελληνική επικράτεια, αρνήθηκε να υποταχθεί και αντιστάθηκε μέχρι την απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944.


Μέσα στις πολύ αντίξοες διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις και εσωτερικές πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και ιδεολογικές/πνευματικές συνθήκες, ο Ελληνισμός αγωνίστηκε χωρίς ηττοπάθεια, μοιρολατρία και καταστροφολογία. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Έλληνες της Κύπρου συμμετείχαν ολόψυχα, σε έμψυχο δυναμικό, ηθικό και οικονομικό επίπεδο, στον αγώνα του Ελληνισμού και των Συμμάχων, με ζωντανό το όραμα της αυτοδιάθεσης και της ελευθερίας.


Όταν οι κατοχικές δυνάμεις βασάνιζαν και εκτελούσαν, πυρπολούσαν ολόκληρα χωριά και δολοφονούσαν αμάχους, λεηλατούσαν και επέβαλαν τα έξοδά τους στην Τράπεζα της Ελλάδος και στο ελληνικό Δημόσιο (αναγκαστικό κατοχικό «δάνειο»), προκαλούσαν υπερπληθωρισμό που οδήγησε σε οικονομική κατάρρευση, λήστευαν το 80% της αγροτικής οικονομίας και κτηνοτροφίας, άρπαζαν αποθέματα αγαθών (κυρίως καύσιμα, μέταλλα και πρώτες ύλες), οδηγώντας σε «βιωτικόν αδιέξοδον» την πλειονότητα του πληθυσμού, κατέστρεφαν τις υλικοτεχνικές υποδομές (πάνω από το 25% των δασών, το 56% του οδικού δικτύου της χώρας, το 60-80% φορτηγών, λεωφορείων και βαγονιών, το 100% της πολιτικής αεροπορίας, το 100% του τηλεφωνικού και τηλεγραφικού υλικού, το 75-85% όλων των ειδών πλοίων και το 30% των οικοδομών), σχεδίαζαν την καθολική πολιτική επιστράτευση ελληνικού εργατικού δυναμικού για την κατασκευή των αμυντικών έργων του «Φρουρίου της ΝΑ Ευρώπης» (απέτυχε χάρη σε μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις) και οδηγούσαν μακροπρόθεσμα στην αρνητική δημογραφική εξέλιξη (με εμφανείς συνέπειες στο εργατικό δυναμικό και την οικονομική ανάπτυξη) -μέσω της αύξησης της θνησιμότητας και της μείωσης των γεννήσεων- και βεβήλωναν μνημεία και υφάρπαζαν έργα τέχνης της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων υπέμεναν, αγωνίζονταν, αντιστέκονταν. Ιδιαίτερα τραγικός σε αριθμό θυμάτων από την πείνα και το κρύο υπήρξε ο χειμώνας του 1941/42.


Σε περίπου 1.000.000 υπολογίζονται οι Έλληνες που χάθηκαν συνολικά την περίοδο 1940-1944 (Καθ. Επαμεινώνδας Πανάς, ομιλία με τίτλο «Η αποτίμηση της ανθρώπινης ζωής κατά το Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα: Μια οικονομική προσέγγιση», Αθήνα, 2005). Δεδομένης και της επικαιρότητας των ανασκαφών στον τύμβο Καστά στην Αμφίπολη, θα πρέπει να μνημονεύεται, παράλληλα με την εξόντωση του έμψυχου δυναμικού τής υπό κατοχήν Ελλάδας και παράλληλα με την «πλήρη και ολοκληρωτική λήστευση της οικονομίας της και του οικονομικού της οπλισμού» (Καθ. Άγγελος Θ. Αγγελόπουλος, Το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδος: Θέση και αντιμετώπιση, Αθήναι, Παπαζήσης, 1945), η καταστροφή και υφαρπαγή αρχαιοτήτων.
Το πολυτιμότερο δίδαγμα
Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών Φωτεινή Κωνσταντοπούλου έχει επισημάνει σε άρθρο της πως ο κατάλογος των καταστροφών που διέπραξαν οι κατακτητές είναι μακροσκελής και σύνθετος (κλοπές, παράνομες ανασκαφές, ζημίες από πολεμικές ενέργειες, αυθαιρεσίες και βαναυσότητες κατά νόμων, προσώπων και πραγμάτων (καταγραφή σε έκθεση Υπ. Παιδείας με τίτλο «Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατευμάτων κατοχής», 1946) και οφείλεται κυρίως σε ανωτέρου μορφωτικού επιπέδου Γερμανούς, που εμφορούνταν από υποτιθέμενη αρχαιολατρία σε συνδυασμό με έλλειψη σεβασμού για τους δεινοπαθούντες Έλληνες («Η λεηλασία των θησαυρών μας από τις δυνάμεις του Άξονα: Μια διαφορετική πτυχή στον εορτασμό της εθνικής επετείου», «Το Βήμα», 27.10.1996).


Ενώ ο Ελληνισμός αγωνίστηκε ηρωικά για τη συμμαχική νίκη και την απελευθέρωση, ο εμφύλιος διχασμός που ακολούθησε σημάδεψε σκληρά τη μεταπολεμική του πορεία, σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού, πολιτικοκοινωνικής εξέλιξης, οικονομικής ανάπτυξης και εθνικών δικαίων. Το πολυτιμότερο δίδαγμα της ελληνικής εποποιίας στον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο, πέρα από στερεοτυπικές εξυμνήσεις, παραμένει η ψυχική δύναμη, η ενότητα, η αλληλεγγύη και η πίστη στα πανανθρώπινα ιδανικά που γεννήθηκαν στην αρχαία Ελλάδα, της Ελευθερίας, του Ήθους, του Μέτρου και του Πολιτισμού, ιδιαίτερα όταν αυτά απειλούνται από βάρβαρες επιθέσεις που προσπαθούν να πατήσουν το «παμπάλαιο χώμα» μας, συμβολικά ή κυριολεκτικά, «με όπλα και σίδερο και φωτιά» (Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Τα Πάθη, Ζ’ «Ήρθαν ‘ντυμένοι’ φίλοι», 1959).
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΑΜΠΡΟΥ
Δρ σε θέματα Πολιτιστικής Πολιτικής, Διαχείρισης και Επικοινωνίας, Σύμβουλος Επικοινωνίας Α ́ στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Κύπρο, aiklamprou@gmail.com