Βιβλιοπαρουσίαση Άνδρης Χριστοφίδου-Αντωνιάδου Το νέο μυθιστόρημα, που αποπνέει κυριολεκτικά και μεταφορικά το άρωμα μιας εύοσμης ποιητικότητας, έχει τιμηθεί την περυσινή χρονιά στην Αθήνα με το Γ ́ βραβείο μυθιστορήματος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών Το νέο μυθιστόρημα της Άνδρης Χριστοφίδου-Αντωνιάδου με τον πιο πάνω τίτλο, που αποπνέει κυριολεκτικά και μεταφορικά το άρωμα μιας εύοσμης ποιητικότητας, έχει τιμηθεί την περσινή χρονιά στην Αθήνα με το Γ ́ βραβείο μυθιστορήματος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Και δικαίως δημοσιοποιείται στο εσώφυλλο του βιβλίου το πιστοποιητικό της βράβευσης, εφόσον διακρίθηκε ανάμεσα σε μιαν πλειάδα μυθιστορηματικών έργων σε πανελλήνιο συναγωνιστικό επίπεδο, λαμβανομένου υπόψη του εκδοτικού οργασμού του είδους και ειδικότερα της κοινωνικής θεματικής τής κατηγοριοποίησής του. Ωστόσο, Ο αρωματοποιός δεν είναι ένα αμιγές κοινωνικό μυθιστόρημα, αλλά στη συνεκτική ευθύγραμμη πλοκή του της χρονολογικής διαδοχής των δρώμενων, που διανθίζονται με επεισόδια εγκιβωτισμένης αναδρομικής αφήγησης, συνυφαίνονται πολυειδείς ιστοί γύρω από τον κεντρικό άξονα μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας, ήτοι: μυθοπλαστικά με ιστορικά γεγονότα, που απηχούν τον κοινωνικό και πολιτισμικό περίγυρο μιας αλλοτινής εποχής, καθώς και στοιχεία ταξιδιογραφίας και ενός παρένθετου αστυνομικού θρίλερ, που επιτείνει την υποκίνηση της φαντασίας και της αναγνωστικής περιέργειας μέσα από ένα σύντομο αλλά ευρηματικό σασπένς.
Όλα αποτυπωμένα με τον χρωστήρα της ελκυστικής αφήγησης και της παραστατικής περιγραφικότητας μέσα από ζωηρές εναλλαγές σκηνικής εικονοπλασίας και χωρίς γλωσσικές επιτηδεύσεις λογοτεχνισμού· αν και θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το γλωσσικό ύφος θα έπρεπε να τύχει αρτιότερης επιμέλειας σε μερικά σημεία τουλάχιστον, όπως και η επιβράδυνση σε κάποια αφηγηματικά μέρη μπορεί και να αποδυναμώνει τη συνοχή τής πολύ ενδιαφέρουσας μυθιστορηματικής πλοκής του έργου.
Εντούτοις, η ανάλαφρη ροή μιας ποικιλόμορφης δράσης με τους λυρικούς ρυθμούς της νοσταλγικής αναπόλησης, τις μυρωμένες πνοές ενός ευαίσθητου ποιητικού ψυχισμού και τις πολύχρωμες πινελιές στον καμβά ενός επιδέξιου δημιουργικού ζωγράφου δεν κρατούν, απλώς, αμείωτο το ενδιαφέρον, αλλά και αιφνιδιάζουν και συναρπάζουν από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια μιας σημειολογικής αναφοράς συναρθρώνουμε τα εξής κομβικά σημεία του περιεχομένου: ένας Κύπριος ξεκινώντας από τη Λεμεσό βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια τη δεκαετία του 1930, για να δουλέψει κοντά στον ήδη εγκατεστημένο εκεί κομμωτή αδελφό του. Τόσο τα μαθήματα Γαλλικών που παρακολουθεί παράλληλα όσο και τα μαθήματα Κομμωτικής, Κοσμητολογίας και θεατρικού μακιγιάζ, αναδεικνύουν όχι μόνο τη φιλομάθεια μιας εκπληκτικής προοδευτικότητας, αλλά και τα χαρίσματα ενός ξεχωριστού καλλιτεχνικού ταμπεραμέντου.
Προσόντα που εκτιμά ο Γάλλος μακιγιέρ της Αλεξανδρινής όπερας και δάσκαλός του, για να τον πάρει μαζί του αργότερα στην Γκρας της Νότιας Γαλλίας, όπου μαθητεύει στα μυστικά της δύσκολης τέχνης της αρωματοποιίας στο οικογενειακό τους εργοστάσιο και εξελίσσεται σε ειδήμονα αρωματοποιό. Η παραμονή του εκεί επί χρόνια συμπίπτει με την περίοδο του Β ́ Παγκοσμίου Πολέμου και την ενεργό εμπλοκή του στο αντιστασιακό κίνημα των Μακί. Ωστόσο, το όνειρό του είναι ο επαναπατρισμός στη γενέτειρά του μια μέρα, για να βοηθήσει τον τόπο του με όσες επαγγελματικές εμπειρίες απεκόμισε από την Αλεξάνδρεια και τη Γαλλία. Η συγγραφέας, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, εμπλουτίζει το μυθιστόρημά της με ζωντανές περιγραφικές εντυπώσεις γύρω από την ελληνική παροικία της κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας και μέσα από την περιδιάβαση μιας ταξιδιωτικής διαδρομής στο λιμάνι του Πειραιά και την Αθήνα, τη Μασσαλία και το Παρίσι. Είναι σημαντικό, επίσης, να τονιστεί ότι το μυθιστόρημα, που αποτελεί, προφανώς, καρπό μιας επίπονης έρευνας σε εξειδικευμένες γνώσεις και λεπτομερείς πληροφοριακές πτυχές σε σχέση με τα αντικείμενα της προσέγγισής του, φωτίζει θεματικές παραμέτρους κοινωνιολογικής και ηθικής προβληματικής υπό το πρίσμα της χρονικής τους στιγμής, αλλά και της διαχρονικής τους ύπαρξης, όπως: το ζήτημα του ξενιτεμού λόγω της φτώχιας στα χρόνια της Αγγλοκρατίας για αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, καθώς και της άοκνης εργατικότητας και της προκοπής των Κυπρίων μεταναστών στις ξένες χώρες, με τον παντοτινό πόθο της επιστροφής στην πατρίδα.
Προβάλλονται, ακόμη, τα κλειστά ήθη και ο κονφορμισμός μιας αυστηρής κοινωνίας, η αδελφική αλληλεγγύη και ο ανθρωπιστικός αλτρουισμός, αλλά και τα γνήσια ανιδιοτελή αισθήματα μιας αληθινής φιλίας, ανεξαρτήτως γλώσσας, φυλής και χώρας καταγωγής. Τέλος, η μαχητική συνεισφορά των Κυπρίων στους αγώνες των λαών για την ελευθερία και την αποκατάσταση της δικαιοσύνης, υπερβαίνοντας τα τοπικά σύνορα καθιστά την όπου γης χώρα οικουμενική πατρίδα. Οι αρετές του παρόντος μυθιστορήματος της Άνδρης Χριστοφίδου-Αντωνιάδου, που έρχονται με τις μεθυστικές άλλοτε αλεξανδρινές μυρωδιές και άλλοτε με τις περίτεχνες ρομαντικές ευωδίες της παλιάς γαλλικής φινέτσας, όπως τις κομίζει «Ο αρωματοποιός» της, υπόσχονται πως το επόμενο μυθιστόρημά της θα αφήσει άλλο ένα ξεχωριστό άρωμα. Αν όχι πιο δυνατό, ίσως πιο έντονο με περισσότερες προσμίξεις λογοτεχνικής αλχημείας.