Ειδήσεις

Χαλινάρι στις αυξήσεις

ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Ενώ η Κυβέρνηση θεωρεί το εν λόγω νομοσχέδιο και δίκαιο και δημοσιονομικά σωστό, αντιδράσεις υπάρχουν τόσο από την πλευρά των εργαζομένων όσο και από την πλευρά των εργοδοτών
Το νομοσχέδιο έτυχε της έγκρισης της Τρόικας και θεωρείται από την Κυβέρνηση ως μια σημαντική μεταρρύθμιση, που αλλάζει άρδην τα δεδομένα και εξορθολογίζει την πορεία τόσο του κρατικού μισθολογίου όσο και των δημοσίων οικονομικών
§ Το κρατικό μισθολόγιο -περιλαμβανομένων των συντάξεων- έχει μειωθεί από €2,67 δις το 2012 σε €2,15 δις το 2014
§ Το 2012, το κρατικό μισθολόγιο στην Κύπρο ήταν το δεύτερο πιο υψηλό στην ΕΕ, αναλογούσε στο 15,7% του ΑΕΠ και απορροφούσε το 34% του Προϋπολογισμού
§ Η δυνατότητα της όποιας κυβέρνησης, να χρησιμοποιήσει επιδόματα και αυξήσεις για προεκλογικές σκοπιμότητες, περιορίζεται σημαντικά

Δραστικές αλλαγές στον τρόπο παραχώρησης αυξήσεων στο Δημόσιο περιλαμβάνει το κυβερνητικό νομοσχέδιο, που βρίσκεται ενώπιον της Βουλής από τις 26 Αυγούστου 2015, μετά την έγκρισή του από το Υπουργικό Συμβούλιο. Το εν λόγω νομοσχέδιο αποτέλεσε αντικείμενο έντονων και μακρών διαβουλεύσεων μεταξύ του Υφυπουργού παρά τω Προέδρω Κωνσταντίνου Πετρίδη και της Τρόικας κατά τη διάρκεια της 7ης αξιολόγησης τον περασμένο Αύγουστο, ενώ η έγκρισή του από το Υπουργικό Συμβούλιο ήταν προαπαιτούμενο για την επόμενη δόση των €500 εκατ. Και αυτό, γιατί η Τρόικα θεωρούσε ότι το Πρόγραμμα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, αν δεν διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του κρατικού μισθολογίου και κατ’ επέκτασιν των δημοσίων οικονομικών. Το νομοσχέδιο έτυχε της έγκρισης της Τρόικας και θεωρείται από την Κυβέρνηση ως μια σημαντική μεταρρύθμιση, που αλλάζει άρδην τα δεδομένα και εξορθολογίζει την πορεία τόσο του κρατικού μισθολογίου όσο και των δημοσίων οικονομικών.
Από το δεύτερο υψηλότερο στην Ε.Ε. κοντά στον μέσο όρο
Σύμφωνα με μελέτες της Διεθνούς Τράπεζας, το κρατικό μισθολόγιο στην Κύπρο το 2012 ήταν το δεύτερο πιο υψηλό στην ΕΕ, αναλογούσε στο 15,7% του ΑΕΠ και απορροφούσε το 34% του Προϋπολογισμού. Αν το υφιστάμενο σύστημα συνεχιζόταν με τον τερματισμό του παγώματος των αυξήσεων το 2017, το μισθολόγιο θα συνέχιζε τη μη βιώσιμη ανοδική του πορεία εις βάρος άλλων σημαντικών κυβερνητικών πολιτικών, όπως η κοινωνική και η αναπτυξιακή πολιτική, με κίνδυνο την αύξηση φορολογιών για χρηματοδότησή του.
Σύμφωνα με υπολογισμούς της Κυβέρνησης, τα μέτρα που λήφθηκαν από το 2012 έχουν οδηγήσει σε σημαντική συρρίκνωση του κρατικού μισθολογίου, κατά 20% περίπου. Συγκεκριμένα, το κρατικό μισθολόγιο -περιλαμβανομένων και των συντάξεων- έχει μειωθεί κατά μισό περίπου δις, από 2,67 δις το 2012 σε 2,15 δις το 2014, ενώ αναμένεται περαιτέρω μείωση το 2015. Τα εν λόγω μέτρα, όπως φαίνεται και στους πίνακες, έχουν οδηγήσει σε μείωση του ποσοστού του κρατικού μισθολογίου σε σχέση με το ΑΕΠ από 15,7% σε 12,3%, που βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο της Ε.Ε. Το ποσοστό του κρατικού μισθολογίου στον Προϋπολογισμό έχει, επίσης, μειωθεί σημαντικά από 34,6% το 2012 στο 27% το 2017, επιτρέποντας μάλιστα στην Κυβέρνηση να αυξήσει στον φετινό προϋπολογισμό έστω και οριακά τις αναπτυξιακές δαπάνες, αλλά και να εφαρμόσει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα.
Με δεδομένη τη μέχρι τώρα μείωση του μισθολογίου, μέσω των μόνιμων διαρθρωτικών μέτρων που λήφθηκαν (κλιμακωτή μείωση των απολαβών, κατάργηση/μείωση επιδομάτων, εισαγωγή υποχρεωτικών εισφορών), αλλά και το κλείσιμο του Επαγγελματικού Σχεδίου Συντάξεων των Κρατικών Υπάλληλων, σκοπός του νομοσχεδίου για το κρατικό μισθολόγιο είναι να εξασφαλιστεί τόσο η βιωσιμότητά του όσο και η σταθερή φθίνουσα πορεία του, που θα οδηγήσει σε περαιτέρω σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Πρωτοποριακές ρυθμίσεις
Το προτεινόμενο νομοσχέδιο, το οποίο αναμένεται να συζητηθεί στη Βουλή στο αμέσως επόμενο διάστημα και λίγους μόνο μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές, εμπεριέχει πρωτοποριακές ρυθμίσεις όπως:
1. Το ονομαστικό ΑΕΠ τίθεται ως οροφή για την όποια αύξηση του κρατικού μισθολογίου, χωρίς όμως τις αυτόματες αυξήσεις μισθών του υφιστάμενου συστήματος. Συνδέεται δηλαδή, για πρώτη φορά, το κόστος του μισθολογίου με την ανάπτυξη και τις δυνατότητες της οικονομίας. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Κυβέρνησης, αν αυτός ο μηχανισμός εφαρμοζόταν από το 2000, τότε η εξοικονόμηση μέχρι σήμερα θα ανερχόταν σε αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως και το δημόσιο χρέος θα ήταν μειωμένο κατά δισεκατομμύρια ευρώ. Ο λόγος είναι ότι το κρατικό μισθολόγιο αυξήθηκε κατά 50% περισσότερο από το ΑΕΠ την προηγούμενη δεκαετία.
2. Ενσωματώνονται στον μηχανισμό και συνυπολογίζονται πριν από την παραχώρηση οποιασδήποτε προσαύξησης, ΑΤΑ ή γενικής αύξησης τα όποια επιδόματα, αναβαθμίσεις κλιμάκων ή θέσεων, προσλήψεις μόνιμου ή έκτακτου προσωπικού, αύξηση των υπερωριών κλπ. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, τέτοια αιτήματα, τα οποία ικανοποιούνταν κατά κύριο λόγο σε προεκλογικές χρονιές, διαδραμάτισαν τεράστιο ρόλο στην κατακόρυφη αύξηση του κρατικού μισθολογίου στο παρελθόν και δεν λαμβάνονταν καθόλου υπ' όψιν όταν παρεχωρούντο γενικές αυξήσεις μισθών. Υπήρχαν, μάλιστα, χρονιές που η αύξηση του συνολικού μισθολογίου ξεπέρασε το 30%, λόγω ακριβώς της ικανοποίησης αυτών των αιτημάτων.


Με το νέο νομοσχέδιο, τέτοια αιτήματα κοστολογούνται από πριν, και τίθενται κάτω από την οροφή του ΑΕΠ, ενώ θα περιορίζουν το περιθώριο παραχώρησης αυξήσεων σε όλο το εύρος της δημόσιας υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα της όποιας κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει τις προσλήψεις προσωπικού, τα επιδόματα, τις γενικές αυξήσεις ή τις έμμεσες αυξήσεις μισθών συγκεκριμένων κατηγοριών προσωπικού, μέσω της αναβάθμισης των μισθοδοτικών κλιμάκων ή μέσω άλλων μη μισθολογικών μέτρων για προεκλογικές σκοπιμότητες, περιορίζεται σημαντικά.
3. Συνδέεται για πρώτη φορά η παραχώρηση γενικών αυξήσεων με την πορεία των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, αν και δεν διευκρινίζεται ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η σύνδεση.
4. Εισάγεται αυτόματος πλέον μηχανισμός παγώματος των μισθών και των όποιων αυξήσεων σε περιόδους μηδενικής ανάπτυξης ή ύφεσης της οικονομίας.
Διασφαλίζεται η βιωσιμότητα
Στο νομοσχέδιο συμπεριλήφθηκε και η ρύθμιση με βάση την οποία η ΑΤΑ θα καταβάλλεται, υπό προϋποθέσεις, μία μόνο φορά τον χρόνο, και θα φθάνει μέχρι το 50% του πληθωρισμού για την αντίστοιχη περίοδο. Επομένως, η χρήση του ονομαστικού ΑΕΠ δεν αναμένεται ότι θα εκτροχιάσει τα δημόσια οικονομικά ως αποτέλεσμα παραχώρησης σημαντικών μισθολογικών αυξήσεων, υπό τη μορφή ΑΤΑ, όπως γινόταν πριν από το 2012. Σημειώνεται ότι η αυτόματη αύξηση μέσω των προσαυξήσεων στο Δημόσιο θα αναλογεί μόνο σε ετήσια αύξηση που δεν ξεπερνά το 1% περίπου επί του συνολικού μισθολογίου, αλλά ακόμη και τότε η αύξηση θα δίνεται όταν το επιτρέπει ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας.
Με το νομοσχέδιο διασφαλίζεται και τεχνικά ότι ακόμη και στο πιο ακραίο -και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κυβέρνησης μη ρεαλιστικό- σενάριο, κατά το οποίο οι γενικές αυξήσεις θα εξαντλούν όλο το περιθώριο που επιτρέπει ο μηχανισμός, το ποσοστό του κρατικού μισθολογίου επί το ΑΕΠ κλειδώνεται σε αυτό που είναι σήμερα. Ακόμη και με αυτό το ακραίο σενάριο, με τον μηχανισμό που προβλέπει το νομοσχέδιο διασφαλίζεται ότι, στο μέλλον, το κρατικό μισθολόγιο δεν θα επιβαρύνει την οικονομία περισσότερο απ' ό,τι σήμερα. Διασφαλίζεται, επίσης, ότι οι πραγματικές απολαβές των δημοσίων υπαλλήλων δεν θα ξεπερνούν στο μέλλον την αύξηση του πραγματικού εισοδήματος της οικονομίας, φαινόμενο που παρατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό στο παρελθόν.
Τα θετικά για τους δημοσίους υπαλλήλους είναι ότι με τη βιωσιμότητα του κρατικού μισθολογίου απομακρύνεται η πιθανότητα περαιτέρω μείωσης μισθών στο μέλλον, ενώ δεν πλήττεται η αγοραστική τους δύναμη. Η καταβολή των γενικών αυξήσεων παραμένει, επίσης, μέρος του κοινωνικού διαλόγου, παρ' ότι στον διάλογο προβλέπεται ότι θα λαμβάνονται υπ' όψιν στοιχεία και για τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, ενώ θα υπάρχει η ασφαλιστική δικλίδα της οροφής του ΑΕΠ.
Αντιδράσεις από πολλές κατευθύνσεις
Ενώ η Κυβέρνηση θεωρεί το εν λόγω νομοσχέδιο και δίκαιο και δημοσιονομικά σωστό, αντιδράσεις υπάρχουν τόσο από την πλευρά των εργαζομένων όσο και από την πλευρά των εργοδοτών. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Σημερινής», η ΠΑΣΥΔΥ και οι εκπαιδευτικές οργανώσεις θεωρούν ότι οι κλιμακωτές αποκοπές του 2012 είναι παράνομες και πρέπει να αποκατασταθούν, ενώ διαφωνούν, επίσης, με την οροφή στο ποσοστό των αυξήσεων. Η ΠΕΟ έχει, επίσης, εκφράσει τη διαφωνία της με τη νομοθετική ρύθμιση του τρόπου παροχής των αυξήσεων, κάτι που θεωρεί ότι πλήττει το σύστημα της συλλογικής διαπραγμάτευσης και της σύναψης συλλογικών συμβάσεων μεταξύ Κυβέρνησης και εργαζομένων. Αιτήματα υπάρχουν, επίσης, από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις για πλήρες και άμεσο ξεπάγωμα όλων των θέσεων εισδοχής καθώς και προαγωγής, κάτι το οποίο απορρίπτεται από κυβερνητικής πλευράς.
Από την πλευρά τους, οι εργοδοτικές οργανώσεις έχουν και αυτές εκφράσει τη θέση για πιο αυστηρό καθεστώς αυξήσεων στον δημόσιο τομέα, καθώς και το θέμα επανακαθορισμού των μισθών στο Δημόσιο με βάση το τι ισχύει για συγκεκριμένα επαγγέλματα στον ιδιωτικό τομέα, κάτι το οποίο το εν λόγω νομοσχέδιο δεν αγγίζει. Ο Υφυπουργός παρά τω Προέδρω Κωνσταντίνος Πετρίδης έχει θέσει την ψήφιση του νομοσχεδίου ως προϋπόθεση, τόσο για τη μη συνέχιση της έκτακτης εισφοράς πέραν του 2017, όσο και για την καταβολή των κανονικών μισθών που αναλογούν στις θέσεις προαγωγής από το 2016, αντί το 2017.