Αναλύσεις

Επενδυτική συμφωνία από την Ευρώπη μέχρι την Αμερική

TTIP: Διατλαντική εταιρική σχέση εμπορίου και επενδύσεων

Σε μια προσπάθεια ενίσχυσης των εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, προωθείται από τα δύο μέρη η Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων ή αλλιώς TTIP (Transatlantic Trade and Investment Partnership).
Η TTIP είναι μια εμπορική και επενδυτική συμφωνία, σχετικά με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) διεξάγει διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες με σκοπό τον περιορισμό ή ακόμα και την κατάργηση, όπου είναι δυνατόν, των εμποδίων που υπάρχουν στο εμπόριο και τις επενδύσεις, όπως είναι οι τελωνειακοί δασμοί και η γραφειοκρατία.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία έχει προκαλέσει πολιτικές αντιπαραθέσεις, με την προγραμματισμένη συζήτηση και έγκρισή της από το Ευρωκοινοβούλιο στις αρχές Ιουνίου να αναβάλλεται.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συγκεκριμένη συμφωνία αναμένεται να ενισχύσει το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Ευρώπης, εφόσον θα δοθεί η δυνατότητα εύκολης πρόσβασης στη μεγάλη καταναλωτική αγορά των ΗΠΑ, ενισχύοντας τις εξαγωγές και τις εμπορικές δραστηριότητες. Αυτό σε μια περίοδο που εκφράζονται ανησυχίες για την επιβράδυνση της πορείας της κινεζικής οικονομίας και τη μείωση της κατανάλωσης στη χώρα, κάτι το οποίο αναμένεται να επηρεάσει τις εξαγωγές από την Ευρώπη.


Σημειώνεται ότι η TTIP θα ευθυγραμμίσει τα πρότυπα και τους κανονισμούς μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ, διασφαλίζοντας όμως, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα πρότυπα προστασίας για τους καταναλωτές, την υγεία ή το περιβάλλον (έχουν εκφραστεί ανησυχίες για την ασφάλεια τροφίμων, τα εργασιακά και τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς διότι τα πρότυπα στις ΗΠΑ είναι χαμηλότερα). Με αυτόν τον τρόπο οι επιχειρήσεις δεν θα είναι αναγκασμένες να παράγουν διαφορετικά προϊόντα για τις αγορές της ΕΕ και των ΗΠΑ, δημιουργώντας συνέργειες με μειωμένο κόστος παραγωγής.


Ουσιαστικά, οι εξαγωγείς σε άλλες χώρες θα πρέπει απλώς να συμμορφώνονται με ένα σύνολο κανόνων αντί για δύο. Αυτό θα τις διευκολύνει στις εξαγωγές και θα βοηθούσε τις οικονομίες τους. Επιπλέον, τονίζεται ότι θα ενισχυθεί ο ανταγωνισμός, με αποτέλεσμα να υπάρξει μείωση των τιμών και μεγαλύτερη επιλογή στους καταναλωτές. Από την άλλη, όμως, εκφράζεται η ανησυχία ότι ο ανταγωνισμός θα είναι τόσο έντονος, που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν, ενώ η εγχώρια παραγωγή πιθανώς να αντικατασταθεί με ξένα προϊόντα. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε συρρίκνωση των τοπικών επιχειρήσεων και στην αύξηση της ανεργίας.
Επιπλέον, είναι σημαντικό να αξιολογηθούν πιθανές αρνητικές συνέπειες από την εφαρμογή του ΤΤΙP σε κάθε χώρα ξεχωριστά, ώστε να υπάρξουν τέτοιες ρυθμίσεις που να διαφυλάσσονται οι εθνικές οικονομίες και να μη δημιουργούνται ανισότητες μεταξύ των χωρών μελών της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, απαντώντας στους προβληματισμούς ότι η Ευρώπη δυνατόν να κατακλυστεί από φθηνότερα αμερικανικά προϊόντα, τονίζει στην ιστοσελίδα αφιερωμένη στο TTIP ότι αναγνωρίζεται πως ο ανταγωνισμός από τα προϊόντα των ΗΠΑ, ως αποτέλεσμα της πλήρους απελευθέρωσης του εμπορίου ΕΕ-ΗΠΑ, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά ορισμένα γεωργικά προϊόντα της ΕΕ. Συμπληρώνει αναφέροντας ότι στις περιπτώσεις αυτές, αντί της πλήρους ελευθέρωσης, θα διαπραγματευθούν ποσοστώσεις εισαγωγών, όπως και σε άλλες συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών της ΕΕ.
Βιομηχανίες της Ευρώπης με έντονο εξαγωγικό χαρακτήρα, όπως αυτές των αυτοκινήτων και των φαρμάκων, επέδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον όσον αφορά την ΤΤΙP και τους φραγμούς που αίρονται. Η πιθανή εφαρμογή του TTIP αναμένεται να ενισχύσει τις εμπορικές και επενδυτικές σχέσεις μεταξύ της Ευρώπης και των ΗΠΑ, όμως θα κάνει και πιο εύκολη τη διάχυση κινδύνων και κρίσεων μεταξύ των οικονομιών των δύο ηπείρων.
Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι την ώρα που το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ μπαίνει στην ουσιαστική του φάση, η FED εξετάζει την πιθανότητα απόσυρσης τέτοιων μέτρων και αύξησης των επιτοκίων (πιθανή απόφαση φαίνεται να μετατοπίζεται μεταγενέστερα χρονικά, λόγω της κατάστασης στις αναδυόμενες αγορές και ειδικά στην Κίνα). Αυτά αναμένεται να επηρεάσουν την ισοτιμία μεταξύ ευρώ και δολαρίου και ως επακόλουθο την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων.
ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΣΕΜΙΔΗΣ
ayiasemides@kpmg.com.
Διοικητικός Σύμβουλος, KPMG