Δεν ασκούνται διώξεις σε πελάτες υπηρεσιών trafficking
Παρασκευή 11 Μάρ 2016
Share on
ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΙ Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ, ΖΗΤΑ Η ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ζητούμενο η ενεργοποίηση της πρόνοιας για ποινικοποίηση της χρήσης υπηρεσιών θυμάτων εμπορίας προσώπων, αναφέρει η Επίτροπος Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Ελίζα Σαββίδου διατυπώνει προβληματισμούς καθώς, όπως αναφέρει, δύο σχεδόν χρόνια από την εισαγωγή της ρύθμισης δεν φαίνεται να έχει ασκηθεί δίωξη σε πελάτη υπηρεσιών trafficking στη βάση της υπό αναφορά νομοθετικής πρόνοιας σε καμία από τις υποθέσεις εμπορίας που εντοπίστηκαν και διερευνήθηκαν από την Αστυνομία έκτοτε. Δεν απαιτείται άμεση γνώση Η Κύπρος προχώρησε σε νομοθετική ρύθμιση τον Απρίλιο του 2014, με την εισαγωγή σχετικής πρόνοιας στον νέο Νόμο για την εμπορία προσώπων. Με την εισαγωγή της εν λόγω ρύθμισης, θεωρείται πλέον ποινικά υπεύθυνος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης (μέχρι 3 έτη) ή/ και σε χρηματική ποινή (μέχρι €15.000), «όποιος εύλογα δύναται να υποθέσει» ότι οι υπηρεσίες που χρησιμοποιεί αποτελούν αντικείμενο αδικημάτων εμπορίας και εκμετάλλευσης. Μάλιστα, ενώ η Οδηγία και άλλα νομικά κείμενα σε ευρωπαϊκό επίπεδο περιέχουν προβλέψεις για ποινικές κυρώσεις εναντίον του πελάτη που «εν γνώσει του» κάνει χρήση υπηρεσιών θυμάτων εμπορίας, ο εγχώριος νομοθέτης προχώρησε σε ευνοϊκότερη για την προστασία του θύματος και αυστηρότερη για τον χρήστη ρύθμιση, αφού δεν απαιτείται καν η άμεση γνώση για στοιχειοθέτηση του εγκλήματος. «Η συγκεκριμένη πρόνοια της νομοθεσίας συνιστά αλλαγή προσέγγισης ως προς την πρόληψη της εμπορίας προσώπων. Ταυτοποιεί μια νέα μορφή εγκληματικής συμπεριφοράς, η οποία σχετίζεται με την ίδια την αγορά των υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτόν μετατίθεται για πρώτη φορά σημαντικό μέρος της ευθύνης για την εκμετάλλευση των προσώπων στους πελάτες των υπηρεσιών, που θεωρούνται πλέον ποινικά και κοινωνικά υπεύθυνοι για τη θυματοποίηση και την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διακυβεύονται κατά την αγορά των υπηρεσιών», υποδεικνύει η Επίτροπος. Ανεπαρκείς ενέργειες Παράλληλα, η κ. Σαββίδου εκφράζει ανησυχία για το ότι «δεν έχουν γίνει επαρκείς ενέργειες για γνωστοποίηση του νέου αυτού αδικήματος, αφενός στους δημόσιους λειτουργούς πρώτης γραμμής που εντοπίζουν και παραπέμπουν τις υποθέσεις εμπορίας για ποινική διερεύνηση, και αφετέρου στο ευρύ κοινό, στο οποίο περιλαμβάνονται οι δυνητικοί πελάτες των σεξουαλικών υπηρεσιών, που εν γνώσει, εν αγνοία τους ή λόγω αδιαφορίας διαπράττουν το ποινικό αυτό αδίκημα και συμβάλλουν στη βάναυση παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των θυμάτων που προσφέρουν τις υπηρεσίες». Η Επίτροπος κάνει επίσης αναφορά σε δηλώσεις που έγιναν την περασμένη εβδομάδα από Μέλος του Κοινοβουλίου, σημειώνοντας ότι «αυτού του είδους οι δηλώσεις, ανεξαρτήτως πρόθεσης, αντιτίθενται στην ουσία και το πνεύμα της νομοθετικής πρόνοιας για ποινικοποίηση του πελάτη, που είναι η απόδοση ποινικής και κοινωνικής ευθύνης σε κάθε πρόσωπο που αγοράζει σεξουαλικές υπηρεσίες, συμβάλλοντας έτσι στη σεξουαλική εκμετάλλευση προσώπων. Κάθε υπόνοια εξίσωσης του πελάτη με τα θύματα της εμπορίας ή εκ προοιμίου αθώωσής του συνιστά, συνακόλουθα, καλλιέργεια κουλτούρας ανοχής έναντι στην αντίστοιχη συμπεριφορά και πλήττει τις ευρύτερες προσπάθειες πρόληψης και καταπολέμησης του φαινομένου της εμπορίας προσώπων». Τέτοιες προσεγγίσεις, συνεχίζει, πατούν δυστυχώς σε βαθιά ριζωμένα πατριαρχικά και σεξιστικά στερεότυπα που ενοχοποιούν τις γυναίκες, οι οποίες «προκαλούν», «αποπλανούν» και «παρασύρουν» τους άνδρες.