Ξανά υπαίτια η γραφειοκρατία
Σάββατο 05 Μάρ 2016
Οι ξένοι επενδυτές θεωρούν τις πολύπλοκες διαδικασίες το μεγαλύτερο πρόβλημα
Σε έρευνα του CIPA προβληματισμό μεταξύ των επενδυτών προκαλεί και η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα το τραπεζικό σύστημα
ΟΙ ΕΡΩΤΗΘΕΝΤΕΣ θεωρούν ότι ο δημόσιος τομέας της Κύπρου παραμένει μεγάλου μεγέθους, υψηλόμισθος και αναποτελεσματικός
Υπαίτια ξανά η γραφειοκρατία στη δημόσια υπηρεσία, η οποία αναδείχθηκε για άλλη μια φορά ως το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα των ξένων επενδυτών που δραστηριοποιούνται στο νησί μας. Σε έρευνα που διενήργησε, για τρίτη συνεχή χρονιά, ο Κυπριακός Οργανισμός Προώθησης Επενδύσεων (CIPA), οι ξένοι επενδυτές εξέφρασαν τη δυσφορία τους για την καθυστέρηση που βιώνουν κατά την επαφή τους με τις δημόσιες υπηρεσίες.
Στα αποτελέσματα της έρευνας μεταξύ των ξένων επενδυτών, που παρουσιάστηκε χθες και διεξήγαγε η εταιρεία NOVERNA Analytics and Research, εντοπίζεται μεν η πεποίθηση των επενδυτών ότι υπήρξε σχετική βελτίωση σε ορισμένες υπηρεσίες, όμως δεν καταγράφεται αισιοδοξία για γενικότερη αλλαγή, ενώ το αίσθημα που επικρατεί είναι ότι ο δημόσιος τομέας της Κύπρου παραμένει μεγάλος σε μέγεθος και αναποτελεσματικός.
Προβληματισμός για τράπεζες
Εκτός από τη γραφειοκρατία προβληματισμό μεταξύ των επενδυτών προκαλεί και η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα το τραπεζικό σύστημα και, όπως διαφαίνεται, θα χρειαστεί αρκετή δουλειά, προκειμένου να είναι σε θέση να κερδίσει εκ νέου την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Ενδεικτικά, στα συμπεράσματα της έρευνας σε σχέση με την αντίληψη των ξένων επενδυτών για τις τράπεζες, σημειώνεται: «Η αξιοπιστία του τραπεζικού τομέα της Κύπρου έχει πληγεί σημαντικά, λόγω της ριζικής εντατικοποίησης των ελέγχων και των περιορισμών. Χαρακτηρίζεται από υπερβολική αυστηρότητα, γραφειοκρατία, αναποτελεσματικότητα, ενώ θεωρείται μη ανταγωνιστικός».
Τα πλεονεκτήματα
Παρουσιάζοντας την έρευνα ο Ανώτερος Λειτουργός του CIPA Λευτέρης Ελευθερίου, αναφερόμενος στους κύριους λόγους για τους οποίους επέλεξαν οι επενδυτές την Κύπρο, σημείωσε ως πρώτο το φορολογικό καθεστώς (23%), τη μη επιλογή επένδυσης σε άλλες χώρες (17%), την οικονομική προοπτική (15%), την πολιτικοοικονομική ασφάλεια (10%), τη γεωγραφία (8%) και τη νομοθεσία (8%). Το φορολογικό καθεστώς (49%), η γεωγραφική θέση της Κύπρου (21%), το ανθρώπινο δυναμικό της (20%), οι επαγγελματικές υπηρεσίες (19%), η ιδιότητά της ως κράτος-μέλος της ΕΕ (11%), η ασφάλεια σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο (5%), αλλά και ο πολύ καλός καιρός και η φιλοξενία των Κυπρίων ήταν οι αυθόρμητες απαντήσεις που έδωσαν οι επιχειρήσεις, απαντώντας σε ερώτηση για τα πλεονεκτήματα της Κύπρου.
Ο πίνακας ικανοποίησης των εταιρειών που βρίσκονται στην Κύπρο έδειξε ότι το 83% των εταιρειών έχουν πολύ θετική ή θετική εικόνα για τα χαμηλά επίπεδα εγκληματικότητας της Κύπρου, το 58,5% για τις επικοινωνίες/ τηλεπικοινωνίες, το 72% για τον εταιρικό φόρο, το 55,8% για το ντόπιο ανθρώπινο δυναμικό, το 49,4% για την παραγωγικότητα, το 45,9% για την ποιότητα ζωής στην Κύπρο, το 39,6% για το νόμισμα, το 37,8% για το κόστος των επαγγελματικών υπηρεσιών και το 47,7% για τη γεωγραφική θέση της χώρας.
Γραφειοκρατία και κίνητρα
Στην αντίπερα όχθη, καθόλου θετική ήταν, σύμφωνα με την έρευνα, η εικόνα για τις δημόσιες υπηρεσίες στο 38,7%, με λίγο αρνητική το 11,7% ενώ υψηλό είναι το αρνητικό ποσοστό και για τα κίνητρα που δίνονται στις επιχειρήσεις στο 42,3% (οι απαντήσεις για λίγο θετική εικόνα βρίσκονταν στο 27%). Το 92% των εργαζομένων σε ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο είναι Κύπριοι, το 4% υπήκοοι άλλων κρατών-μελών της ΕΕ και το 4% υπήκοοι τρίτων χωρών.
Αναφορικά με τις προσδοκίες των εταιρειών πριν να δραστηριοποιηθούν στην Κύπρο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε καλύτερη σε ό,τι αφορά το φορολογικό καθεστώς (19%), τα μέτρα βελτίωσης της οικονομίας (13%), τις επαγγελματικές υπηρεσίες (12%), τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος (9%), το ανθρώπινο δυναμικό (8%) και τα κίνητρα προσέλκυσης νέων επενδύσεων (5%). Αντίθετα, χειρότερη των προσδοκιών τους ήταν η γραφειοκρατία (43%), το τραπεζικό σύστημα (21%), ο στρατηγικός σχεδιασμός (16%), το πολιτικό σύστημα (5%), η παραγωγικότητα ή ποιότητα υπηρεσιών (5%) και η διαφθορά ή διαπλοκή (5%).
Δεν φεύγουν
Σε ερώτηση αν υπάρχει πρόθεση αλλαγής της έδρας τους το 2015 το 79% των ερωτηθέντων απάντησαν αρνητικά σε σχέση με 81% το 2014. Το 15% δεν ήταν σίγουρο έναντι 12% το 2014 και απάντησαν καταφατικά το 6,3% έναντι 4% τον προηγούμενο χρόνο. H ποσοτική έρευνα, την οποία διενέργησε η εταιρεία Noverna Analytics & Research, αφορούσε δείγμα 111 ξένων εταιρειών με έδρα την Κύπρο μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων διάρκειας είκοσι περίπου λεπτών.
Έλλειψη ελέγχου και αξιοκρατίας
Παράλληλα, σε ποιοτική έρευνα που διενεργήθηκε σε οκτώ εταιρείες με προσωπικές συνεντεύξεις σαράντα λεπτών, τα ευρήματα για τον τραπεζικό τομέα ήταν ότι χαρακτηρίζεται από υπερβολική αυστηρότητα, γραφειοκρατία, αναποτελεσματικότητα, ενώ θεωρείται μη ανταγωνιστικός. Αναφορικά με τη δημόσια υπηρεσία, τα ευρήματα δείχνουν ότι οι εταιρείες πιστεύουν πως παρατηρείται πρόοδος σε ορισμένες υπηρεσίες, αλλά καμία πρόοδος σε άλλες και δεν υπάρχει καμία αισιοδοξία για αλλαγή. Ταυτόχρονα, οι ερωτηθέντες θεωρούν ότι ο δημόσιος τομέας της Κύπρος παραμένει μεγάλου μεγέθους, υψηλόμισθος και αναποτελεσματικός. Γίνεται λόγος για έλλειψη ελέγχου και αξιοκρατίας, ενώ προϋπόθεση για αλλαγή, σύμφωνα με τους συμμετέχοντες στην έρευνα, είναι μία ηγεσία πρόθυμη να αναλάβει το πολιτικό ρίσκο για μεταρρυθμίσεις.
Ο εταιρικός φόρος
Στα θετικά σημειώνεται ο εταιρικός φόρος του 12,5%, ωστόσο εκφράζεται ανησυχία κατά πόσον μπορεί από μόνος του να συνεχίσει να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα επιλογής εταιρικής έδρας. Οι εταιρείες εκφράζουν την εκτίμηση ότι υπάρχει υψηλό επίπεδο μόρφωσης και ικανοποιητικά επαγγελματικά επίπεδα στην Κύπρο, υπάρχουν όμως κενά, π.χ. έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού σε τεχνικά θέματα.
Την ίδια ώρα χαρακτηρίζεται «απίθανο να αλλάξει ποτέ» κάτι σε σχέση με την ανάμειξη των πολιτικών κομμάτων στις υποθέσεις του κράτους και θεωρείται ότι γι' αυτό υπάρχει απροθυμία για μακροπρόθεσμες επενδύσεις.
Αγκαστινιώτης: «Χρήσιμο εργαλείο»
Χαιρετίζοντας την εκδήλωση, ο Πρόεδρος του CIPA, κ. Χριστόδουλος Αγκαστινιώτης, είπε ότι «τα στοιχεία και η πληροφόρηση που προκύπτουν σχετικά με τις πεποιθήσεις, τις ανάγκες και τα προβλήματα των ξένων επενδυτών σίγουρα θα αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο στα χέρια της Πολιτείας. Πρόκειται στην ουσία για τη μοναδική ίσως μετρήσιμη έρευνα που αποδομεί και αξιολογεί την κατάσταση στον κυπριακό τομέα επενδύσεων. Αν αξιοποιηθεί σωστά, μπορεί να συμβάλει στον καλύτερο προγραμματισμό και υλοποίηση του συλλογικού μας στόχου για ανάδειξη της χώρας μας ως ελκυστικού επενδυτικού κέντρου», σημείωσε.
Τονίζοντας τη σημασία των επενδύσεων στην προσπάθεια επίτευξης βιώσιμης ανάπτυξης, ο κ. Αγκαστινιώτης χαιρέτισε την προσπάθεια που γίνεται από πλευράς της Κυβέρνησης για στρατηγική επανατοποθέτηση του CIPA, στη βάση ενός νέου οράματος και ενός ξεκάθαρου στρατηγικού πλάνου.
Ετοιμάζουν νομοθεσία
Η Διευθύντρια Μονάδας Διοικητικής Μεταρρύθμισης - Προεδρίας Μαρίνα Jensen, η οποία εκφώνησε χαιρετισμό εκ μέρους του Υφυπουργού παρά τω Προέδρω, κ. Κωνσταντίνου Πετρίδη, ανέφερε από την πλευρά της ότι προωθείται μια σειρά στοχευμένων μέτρων. Είπε ότι βρίσκεται υπό ετοιμασία νομοθεσία για διευκόλυνση των στρατηγικών επενδύσεων, με στόχο την επίσπευση και απλοποίηση της διαδικασίας αδειοδότησης σημαντικών για τη χώρα επενδύσεων, τόσο εγχώριων όσο και ξένων. Όπως εξήγησε, η νομοθεσία θα περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός μηχανισμού ταχείας αδειοδότησης (fast tracking) για στρατηγικές επενδύσεις, που θα χαρακτηρίζονται ως τέτοιες βάσει ξεκάθαρων κριτηρίων και με πλήρη διαφάνεια. Θα καθορίζεται, είπε, ξεκάθαρα η διαδικασία που θα ακολουθείται για την αδειοδότηση.
«Έδειξε» την Κεντρική
Σε ερώτηση για το τραπεζικό σύστημα και τι μπορεί να γίνει για να βελτιωθεί η εικόνα του, η εκπρόσωπος του Συνδέσμου Τραπεζών Χριστίνα Πιερίδη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η αργοπορία και η γραφειοκρατία τις περισσότερες φορές προκύπτουν από κανονισμούς που οφείλουν οι τράπεζες να ακολουθήσουν. Αναγνώρισε ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης, αλλά εξέφρασε την θέση ότι πρέπει να εξεταστεί και ως προς τη βελτίωση των διαδικασιών, σε επίπεδο Κεντρικής.