Brexit: Από «χαμένοι», «νικητές» και τανάπαλιν

ΤΗΝ ΠΡΟΤΕΡΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΟΛΟΓΙΑ ΔΙΑΔΕΧΕΤΑΙ Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΕΝΟΣ ΕΤΕΡΟΒΑΡΟΥΣ ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΥ ΚΕΡΔΩΝ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΩΝ
Η σκηνή των λόγων πριν και μετά το Brexit, που η εγχώρια δημόσια σφαίρα παρήγαγε, ουσιαστικά μένει αναλλοίωτη
Σ’ αυτό το πλαίσιο της εκφοβιστικά υστερικής παράκρουσης γύρω από την ασήμαντη μονομέρεια των επαπειλούμενων κινδύνων «για μας», απωλέσθη η ευκαιρία να στοχαστούμε το διακύβευμα της συγκυρίας

Πάλι «χάσαμε»; Ή, μάλλον, πάλι καταφέραμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας χαμένους;
Αυτό μπορεί να συμπεράνει κανείς, αν κρίνει από την επίσημη, παραινετική, στον οίστρο τής κινδυνολογίας της, εναντίον του Brexit, ρητορική της κυπριακής ηγεσίας - πολιτικής, οικονομικής, θρησκευτικο-πνευματικής κ.λπ., πριν από το «κοσμοϊστορικό» δημοψήφισμα των Βρετανών της 23ης Ιουνίου.
Άπαντες οι Κύπριοι ταγοί καλούσαν, σε όλους τους τόνους και σε όλα τα επίπεδα, την παροικιακή ομογένεια της Μεγάλης Βρετανίας, να γυρίσει την πλάτη στις επικίνδυνες και ολισθηρές φωνές της εξόδου, γιατί με τέτοια απόφαση θέτει σε κίνδυνο ύψιστα εθνικά συμφέροντα, αλλά και το μέλλον της Ευρώπης, εντός της οποίας αυτά τα τελευταία νοηματοδοτούνται. Σάμπως ο τόπος της να μην είναι η σωματοποιημένη καθημερινότητα των παροικιακών κοινοτήτων, αλλά η νοερή σύνδεση με την πατρώα ευμένεια, που προτάσσεται και επιβάλλεται, αξιοθετικώς, όλων των άλλων.
Σ’ αυτό το πλαίσιο της εκφοβιστικά υστερικής παράκρουσης γύρω από την ασήμαντη μονομέρεια των επαπειλούμενων κινδύνων «για μας», απωλέσθη η ευκαιρία να στοχαστούμε το διακύβευμα της συγκυρίας, δηλαδή, το «όντως ον» της σημερινής Ευρώπης, τα λειτουργικά της παθήματα, τη δημοκρατική της έκλειψη, την εκτροπή της στις ράγες ενός αχαλίνωτου τεχνοκρατικού μιλιταρισμού οικονομοκεντρικής προέλευσης όπου η πολιτική απουσιάζει, τη διάσταση ανάμεσα στους «αντιπροσωπευτικούς» της θεσμούς και την (απολεσθείσα) λαϊκή κυριαρχία, τη συνύφανση ανάμεσα στον κοσμοπολίτικο ψευδο-οικουμενισμό της και τους αναζωπυρωμένους εντός της εθνικισμούς.
Αυτοεκπληρούμενες προφητείες
Η σκηνή των λόγων πριν και μετά το Brexit, που η εγχώρια δημόσια σφαίρα παρήγαγε, ουσιαστικά μένει αναλλοίωτη: Οι ιερεμιαδικές κινδυνολογίες προ του Brexit, μετατρέπονται στις «λελογισμένες» διαπιστώσεις για την επόμενη μέρα, έστω μέσα στη δυσοίωνη θολούρα της αβεβαιότητας, που επιτάσσει η αρμόζουσα συνέπεια στο παιγνίδι των αυτοεκπληρούμενων προφητειών. Όλα τα επίφοβα να συμβούν εάν η ψήφος των Βρετανών δρομολογούσε την ολέθρια επέλαση της αποχώρησης, επιβεβαιώνονται τώρα μέσα στην ψυχρότητα του διαπιστωτικού κατόπτρου των γεγονότων.
Μοιάζει να πρόκειται για την ευστάθεια του ίδιου επαναλαμβανόμενου εκκρεμούς, που καθιστά κενή περιεχομένου πάσα διαλεκτική συζήτηση, εφεξής: Με μόνη διαφορά, τη συναισθηματική φόρτιση των λόγων, πριν και μετά.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια διαφορά ύφους και διακύμανσης προοπτικών ανάμεσα στην προ και μετά το Brexit ρητορεία: Η επόμενη μέρα, μας λένε, τώρα, οι κήνσορες της βρετανικής παραμονής, μπορεί να περιλαμβάνει και θετικές συνέπειες, αλλά και ευπρόσδεκτες ευκαιρίες, τις οποίες πρέπει να αξιοποιήσουμε προς όφελός μας, εάν επιδείξουμε την προσήκουσα εχέφρονα ευρηματικότητα, ομοχρονισμένοι με τις δυνατότητες της συγκυρίας.
Η προτέρα, ωστόσο, ασκητική του φόβου επέβαλλε την πλήρη νηστεία από μια περισσότερο ορθολογική εκμέτρηση της σύνθετης κατάστασης που, έτσι κι αλλιώς, προκύπτει, με τους κινδύνους της, μεν, αλλά και τις εύχρηστες προοπτικές της.
Έτσι, την πρότερη καταστροφολογία διαδέχεται η επίκληση ενός ετεροβαρούς, προς χάριν μας, συμψηφισμού κερδών και απωλειών, η νουνεχής διαχείριση του οποίου ενδέχεται, ακόμη, να αποδυναμώσει, έως και εξαφανίσεως, αυτές τις τελευταίες.
Οι τωρινοί, βεβαίως, αμύντορες των μετα-brexit ευεργετημάτων, αν, βεβαίως, επιδείξουμε, όπως υπορρήτως μας καλούν, την πατροπαράδοτη κυπριακή προσαρμοστική πονηριά (αν και, ιστορικώς, ως κουτοπονηριά ενεργοποιείται) -αισιόδοξοι διαχειριστές ενός γεμάτου προκλητικούς ιριδισμούς ευκαιριών, παρόντος- ήταν οι χθεσινοί κινδυνολόγοι, που, ως είθισται, έχουν εκ φύσεως το χάρισμα της λογικής ενατένισης της πραγματικότητας.
Σε βαθμό που να νομίζεις πως ο αντίρροπος βηματισμός της μετατόπισής τους από την εκφοβιστική θρηνωδία στην ελεγεία της ελπίδας, μας καθιστά, από... χαμένους, νικητές, αφού ενώπιόν μας εκδιπλώνεται πεδίον δόξης λαμπρόν, αν αδράξουμε τις ευκαιρίες.
Ψευδεπίγραφη διάκριση
Αυτό, λοιπόν, το απεριφράστως εκφοβιστικό φόντο, εκτός και εντός Γηραιάς Αλβιώνος, ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξήχθη το βρετανικό δημοψήφισμα, που, όπως όλα ανά τον κόσμο και ανά τις εποχές δημοψηφίσματα, περιενδύθη, από την πλευρά των κυρίαρχων εξουσιών, μια διφυή, συγκρουσιακή δομή: τη διαπάλη ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, τη σωφροσύνη και το πάθος, την πραγματιστική σύλληψη της πραγματικότητας και την παραγνωριστική απόρριψή της μέσα στην ομίχλη του θυμικού.
Όπου, βεβαίως, σωφροσύνη και λογική, κατανέμονται ως γνώμων αρετολογικής επιτέλεσης και χάρισμα σε αυτούς που επιβάλλουν, και διαχειρίζονται, την ίδια τη διάκριση: Όλοι αυτοί είχαν και έχουν πρόσωπο και όνομα: Είναι οι κυρίαρχες πολιτικο-οικονομικές ευρωπαϊκές ελίτ, το βρυξελλιανό διευθυντήριο, οι διεθνείς συνορχηστρωτές της παγκοσμιοποιητικής νεοφιλελεύθερης βουλγάτας (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, Ευρωπαϊκή Τράπεζα), οι τράπεζες και το ηγεμονεύον μιντιακό σύστημα, τα κράτη-φύλακες της καπιταλιστικής αυταρχίας - ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία, Ιαπωνία κ.λπ., το λονδρέζικο City και οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις στην ίδια τη Μεγάλη Βρετανία (κυβέρνηση, αξιωματική αντιπολίτευση κ.τ.λ.), εκφραστές της «αδιάψευστης» ορθολογικότητας της αγοράς στη διεθνή συμμαχία των ομοθύμων.
Ο ενοχλητικός λαός
Αυτή η διάκριση, βεβαίως, εισέρχεται στο προσκήνιο της ιστορίας, όταν σκάει μύτη σ’ αυτό, επιχειρώντας από κομπάρσος να καταστεί πρωταγωνιστής, εκείνος ο πάντοτε ενοχλητικός, απρόβλεπτος και επικίνδυνος παράγων που ακούει στο όνομα «λαός».
Ο οποίος είναι φορτισμένος, εκάστοτε, μόνο με τη δαιμονική ιδιότητα του πάθους και των παρορμήσεων, στερημένος τον λόγο, τη γνώση και την εχεφροσύνη.
Εξ αντιδιαστολής, αυτή η παραπλανητική διάκριση εκλείπει όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται πίσω από απροσπέλαστες πόρτες ερήμην του λαού, μέσα στο ατάραχο φως της «λογικής», ως απόρροια ενός λελογισμένου συγκρητισμού ανάμεσα σε επιλογές, ισάξια χαλκευμένες στο αμόνι του επιχειρήματος και της διαβουλευτικής ορθολογικότητας, που υπακούουν αμετάθετα στη «λογική των πραγμάτων».
Διάκριση που αναπαράγει τη σχέση ανάμεσα στη γνώση-εξουσία και την άγνοια-υπακοή, γύρω από την οποίαν αρθρώνεται ο δεσμός της κυριαρχίας.
Όλα αυτά, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι το ζήτημα της Ευρώπης και τα συμπαρομαρτούντα του μπορούν να τεθούν εκτός Ευρώπης και απέναντί της. Η ίδια η αποχώρηση είναι μια εγχάραξη ευρωπαϊκή, και το ερώτημα που ανακινεί για την Ευρώπη και το μέλλον της, είναι ιδιαζόντως ευρωπαϊκό.
Παρομοίως, το διαχρονικό «μέσα- έξω» της Βρετανίας εξακολουθεί να παραμένει, με μια νέα ένταση και δυναμική, ρευστό και αμφίσημο. Καθώς και όλων των παρ-ευρισκομένων εντός, εκτός και επί τα αυτά. Γιατί, όπως πριν στοχαζόμασταν με ποιον τρόπο η Βρετανία, ούσα μέλος της Ε.Ε., ήταν «έξω» ή μακριά από την Ευρώπη, οφείλουμε και τώρα να στοχαστούμε, μετά την έξοδο, με ποιον τρόπο και με ποιες δυνατές μορφές παραμένει εντός της. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τους Βρετανούς, αλλά όλους τους προσδεμένους στο στραπατσαρισμένο άρμα της Εσπερίας.