Τράπεζα αποζημιώνει πελάτη της για φουσκωμένο επιτόκιο
Παρασκευή 10 Φεβ 2017
ΤΟΝ ΧΡΕΩΝΕ ΜΕ ΥΨΗΛΟΤΕΡΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΠ' ΟΣΟ ΠΡΟΕΒΛΕΠΕ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΔΑΝΕΙΟΥ
Γυναίκα δανειολήπτης κατήγγειλε στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο τράπεζα για παραβίαση της συμφωνίας μεταξύ τους, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του επιτοκίου
Η δανειολήπτρια πλήρωσε 27.000 ευρώ περίπου περισσότερα απ' όσο έπρεπε, επειδή η τράπεζα διαφοροποίησε το ύψος του επιτοκίου, χωρίς να ενημερώσει την πελάτισσά της
Ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος προτρέπει όσους έχουν δάνεια να ελέγξουν τις χρεώσεις επιτοκίων. Αν διαπιστώσουν αλλαγή, μπορούν να απευθυνθούν στο γραφείο του για διερεύνηση της υπόθεσής τους
Πολλοί ήταν οι δανειολήπτες που έσπευσαν να βρουν τη συμφωνία που έκαναν με την τράπεζα από την οποία δανείσθηκαν χρήματα, για να εξετάσουν τη χρέωση σε επιτόκιο μετά τη δημοσιοποίηση από μέρους του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου Παύλου Ιωάννου σημειώματός του, το οποίο αποκαλύπτει λανθασμένες χρεώσεις από ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
Όπως γράψαμε προχθές, ο Παύλος Ιωάννου εντόπισε παράνομη ενέργεια εκ μέρους τραπεζών. Μετά από έρευνα που έκανε εξαιτίας παραπόνων δανειοληπτών, για το επιτόκιο το οποίο επιβάλλεται σε δάνειά τους. Από την έρευνα του Επιτρόπου προέκυψε ότι «σε ορισμένες περιπτώσεις, παρά το γεγονός ότι το βασικό επιτόκιο καθορίστηκε στη σύμβαση να είναι συγκεκριμένο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο υπολογισμός του Συνολικού Κυμαινόμενου Επιτοκίου (ΣΚΕ) πραγματοποιήθηκε αυθαιρέτως με χρήση άλλου βασικού επιτοκίου». Με αφορμή το γεγονός αυτό, ο Επίτροπος προτρέπει τους δανειολήπτες να ελέγξουν τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται το βασικό επιτόκιο του δανείου τους.
Με δηλώσεις του στην εφημερίδα μας, ο κ. Ιωάννου τόνισε πως «μια τέτοια συμπεριφορά είναι παράνομη ενέργεια, με επιβαρυντικές συνέπειες για τους δανειολήπτες».
Το παράπονο του δανειολήπτη
Για να μας δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για την όλη υπόθεση, ρωτήσαμε τον κ. Ιωάννου πώς ακριβώς διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα.
«Οδηγήθηκα στη δημοσιοποίηση του σημειώματός μου, ανέφερε, μετά από μια πολύ πρόσφατη απόφασή μου, η οποία λήφθηκε στο πλαίσιο των καθηκόντων μου ως Χρηματοοικονομικός Επίτροπος. Αναφέρεται στις συνέπειες του καθορισμού συγκεκριμένου επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.) ως του Βασικού Επιτοκίου σε Δανειακές Συμβάσεις, τις οποίες συνομολογούν ΑΠΙ (Τράπεζες), προς υπολογισμό του συνολικού επιτοκίου στη βάση του οποίου προκύπτουν οι τόκοι του δανείου της Σύμβασης».
-Υπήρξε παράπονο από δανειολήπτη προς εσάς;
-Ναι. Δανειολήπτρια απευθύνθηκε στο Γραφείο μου για ισχυριζόμενη μονομερή αύξηση του επιτοκίου στο στεγαστικό της δάνειο, από την περίοδο σύναψής του μέχρι και σήμερα. Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη ζητά επιστροφή του ποσού των €25.000 ως αυθαίρετες υπερχρεώσεις. Στη Δανειακή Σύμβαση, την οποία συνήψε με την τράπεζα, ρητώς καθορίζεται ως βασικό επιτόκιο το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς της κύριας αναχρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ. Η τράπεζα χρησιμοποιούσε, ορθώς, το επιτόκιο αυτό για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, μετά όμως, εντελώς αυθαίρετα, μονομερώς και αντισυμβατικά και επομένως παράνομα, όπως αποδείχθηκε, η τράπεζα υιοθέτησε δικό της βασικό επιτόκιο. Το αποτέλεσμα ήταν καταφανώς σε βάρος του δανειολήπτη.
-Ποια είναι η διαδικασία εξέτασης τέτοιων παραπόνων;
-Στην εξέταση κάθε παραπόνου καταναλωτή, το οποίο υποβάλλεται νομίμως στο Γραφείο μου και εξετάζεται, ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος οφείλει να εφαρμόζει σε μεγάλο βαθμό τη μεθοδολογία, κυρίως, που καθορίζεται στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149. Λαμβάνονται βεβαίως υπ' όψιν, ανάλογα με την υπόθεση, και πολλοί άλλοι νόμοι, όπως για παράδειγμα οι Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμοι του 1996-2016. Σε κάθε περίπτωση όμως, η όλη προσέγγιση εξαιτίας αυτής της μεθοδολογίας προϋποθέτει προσεκτική μελέτη, ανάλυση και ερμηνεία της Δανειακής Σύμβασης.
Η υπόθεση που διερευνήθηκε
-Πώς ενεργήσατε στη συγκεκριμένη υπόθεση που σας καταγγέλθηκε;
-Να σας πω. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο όρος ο οποίος καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού του συνολικού επιτοκίου ήταν σαφέστατος και περιελάμβανε ένα γλωσσικά, συντακτικά και λογικά πλήρη ορισμό του Βασικού Επιτοκίου, μη επιδεχόμενου οποιαδήποτε ερμηνευτική αμφισβήτηση. Στη Δανειακή Σύμβαση αναφέρονται τα εξής: «Ως βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας ορίζεται το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ. που σήμερα είναι 4,00% ετησίως».
Στην προσπάθεια κατανόησης της πιο πάνω διατύπωσης, το εγχείρημα ερμηνείας του επίμαχου όρου ολοκληρώθηκε πριν σχεδόν αρχίσει, εξαιτίας της σαφήνειας του ορισμού που εξετάζεται. Ο ορισμός αυτός εγκαθιδρύει από πλευράς λογικής μια σχέση ισοδυναμίας μεταξύ του βασικού Επιτοκίου της τράπεζας και του συγκεκριμένου επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.) Σημαίνει δε ότι το Βασικό Επιτόκιο της τράπεζας (για τους σκοπούς της υπό εξέταση Δανειακής Σύμβασης) δεν μπορεί να είναι άλλο από το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο προσφοράς των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ. (το οποίο κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης το εν λόγω επιτόκιο ήταν 4%).
-Τι έδειξε η χρηματοοικονομική ανάλυση;
-Η χρηματοοικονομική ανάλυση, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της αξιολόγησης του παραπόνου, κατέδειξε ότι από τον Οκτώβριο του 2008, αντί του συμβατικώς ορθού επιτοκίου, δηλαδή το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς της κύριας αναχρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ., η τράπεζα επέλεξε, εντελώς εκτός των όρων της σύμβασης, να χρησιμοποιεί άλλο δείκτη επιτοκίου, άκρως επιβαρυντικό για την παραπονούμενη. Ως αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής και του γεγονότος ότι εντοπίστηκε να εφαρμόζεται η γνωστή καταχρηστική ρήτρα των 360 ημερών, μεταξύ άλλων, ο σχετικός λογαριασμός της παραπονούμενης υπερχρεώθηκε με το συνολικό ποσό των €26.953. Εντελώς αυθαίρετα και απολύτως αντισυμβατικά.
-Ποια ήταν η απόφασή σας;
-Τα πιο πάνω δεδομένα διαμόρφωσαν την τελική απόφασή μου επί του υποβληθέντος παραπόνου, όπως το περιέγραψα πιο πάνω και διαβιβάστηκε ήδη στους ενδιαφερομένους. Περιληπτικά διαλαμβάνει τα εξής:
«(α) Στοιχειοθετείται το παράπονο στην ολότητά του για υπερχρεώσεις τόκων λόγω μονομερούς αύξησης του επιτοκίου, από την περίοδο σύναψής του μέχρι και σήμερα. Οι εν λόγω υπερχρεώσεις συμποσούνται στο ποσό των €26.953. Το επιτόκιο του δανείου θα πρέπει να επανέλθει σε αυτό που προνοεί η συμφωνία ημερομηνίας 09/06/2008, δηλαδή το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς της κύριας αναχρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ., το οποίο σήμερα είναι 0,00% συν περιθώριο 2,5%.
(β) Εντοπίστηκε καταχρηστική ρήτρα στη συμφωνία δανείου, η οποία προνοεί τον υπολογισμό του ημερήσιου επιτοκίου, με διαίρεση του ετήσιου επιτοκίου σε 360 ημέρες, αντί σε 365 ή 366 ημέρες που περιλαμβάνονται στο ημερολογιακό έτος. Οι συνέπειες της εφαρμογής της εν λόγω ρήτρας ήταν επιβαρυντικές για την παραπονούμενη. Η τράπεζα καλείται να εγκαταλείψει την εφαρμογή της εν λόγω καταχρηστικής ρήτρας, επειδή αυτό σαφώς ορίζεται στο Άρθρο 5 των περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμων του 1996-2016. Η τράπεζα θα πρέπει να υπολογίζει τον τόκο στη βάση των 365 ημερών (ή 366 για δίσεκτα έτη) από τώρα και εντεύθεν».
Θα ήθελα με την ευκαιρία αυτή να διευκρινίσω ότι η απόφαση επί της ουσίας του παραπόνου, δηλαδή τη χρησιμοποίηση από την τράπεζα Βασικού Επιτοκίου άλλου από το συμβατικό, διαμορφώθηκε στη βάση κυρίως του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, χωρίς οποιαδήποτε προσφυγή στις πρόνοιες των Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμων του 1996-2016, επειδή θεώρησα κάτι τέτοιο μεθοδολογικά αχρείαστο. Χωρίς αμφιβολία, οι νόμοι αυτοί είναι εξαιρετικά χρήσιμοι για την προστασία των καταναλωτών. Ωστόσο, η κατάχρησή τους είναι αντιπαραγωγική, όταν τα πλούσια εργαλεία του κοινοδικαίου (common law) επιτρέπουν την επωφελή για τον καταναλωτή λύση διαφορών στη βάση του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149.
-Τι πρέπει να προσέχουν λοιπόν οι δανειολήπτες;
Θα πρέπει πρώτα να πω τα εξής: Το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς της κύριας αναχρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ. είναι δείκτης επιτοκίου εντελώς ανεξάρτητος από την τράπεζα. Η χρησιμοποίηση τέτοιων δεικτών επιτοκίου σε Δανειακή Σύμβαση, ως το βασικό επιτόκιο των τραπεζών, είναι συνήθης τραπεζική πρακτική. Δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο σ’ αυτές τις πρακτικές, όταν οι διατυπώσεις των σχετικών όρων γίνονται κατά τρόπο διαφανή και κατανοητό για τον δανειολήπτη και εφαρμόζονται όπως προβλέπεται στη Δανειακή Σύμβαση.
Είναι ιδιαίτερα μάλιστα ελκυστική για τους δανειολήπτες, επειδή συμβάλλει στη διαφάνεια και αντικειμενικότητα του καθορισμού του επιτοκίου και κατά συνέπεια των πληρωτέων τόκων. Ενδεχομένως πολλοί δανειολήπτες να προχώρησαν στη σύναψη δανειακών συμβάσεων με τέτοιας μορφής επιτόκιο, προκειμένου να διασφαλίσουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Ενδέχεται, όμως, να έχουν αφεθεί στη συνέχεια στο έλεος της τράπεζας, αν εφαρμόστηκε απ’ αυτή, όπως συνέβη στην περίπτωση της παραπονουμένης, για την οποία και έγινε η έρευνά μου, η ίδια συμπεριφορά.
Επομένως οι δανειολήπτες οφείλουν να εξετάσουν τον σχετικό όρο στη Δανειακή τους Σύμβαση, που αναφέρεται στον καθορισμό του Βασικού Επιτοκίου, προκειμένου να ελέγξουν κατά πόσο το Βασικό Επιτόκιο, το οποίο χρησιμοποιεί η τράπεζα για χρέωση τόκων, είναι όπως το προβλεπόμενο στη Σύμβαση. Αν το επιτόκιο αυτό καθορίστηκε να είναι κάποιος συγκεκριμένος δείκτης επιτοκίου (επιτόκιο Ε.Κ.Τ, Euribor, Libor, κλπ) η Τράπεζα δεν νομιμοποιείται να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε άλλο επιτόκιο, κάτι ενδεχομένως επιβαρυντικό για τους δανειολήπτες.
Έγινε και σύσκεψη με τραπεζίτες
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στο σημείωμα, το οποίο δημοσιοποίησε προχθές ο Επίτροπος Παύλος Ιωάννου, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «σε σύσκεψη με συμμετοχή της ηγεσίας εμπλεκόμενου τραπεζικού ιδρύματος και τεχνοκρατών του και του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου και στελεχών του Γραφείου του, η τράπεζα προέβη σε δήλωση πολιτικής επί του θέματος».
Η δήλωση πολιτικής διαλαμβάνει και τα εξής:
«- Η τράπεζα αποδέχεται την ορθότητα της απόφασης του Επιτρόπου επί του ζητήματος και αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα προέκυψε από λάθος.
-Η τράπεζα αποδέχεται την επανόρθωση σε κάθε περίπτωση του συγκεκριμένου λάθους.
-Προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή των ανωτέρω, κάθε ενδιαφερόμενος δανειολήπτης του οποίου η δανειακή συμφωνία εμπεριέχει τον όρο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος σημειώματος (φαίνεται πιο κάτω) θα πρέπει να υποβάλει παράπονο στον Επίτροπο και αφού αυτός αποφανθεί, η τράπεζα θα αναλαμβάνει την επανόρθωση του λάθους».
«Καλώ όλους τους ενδιαφερόμενους δανειολήπτες να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους, προχωρώντας άμεσα σε αξιοποίηση της δήλωσης πολιτικής της εμπλεκόμενης τράπεζας, διεκδικώντας επανόρθωση τυχόν λάθους στην εφαρμογή της πρόνοιας στις δανειακές τους συμβάσεις, όπου το Βασικό Επιτόκιο καθορίστηκε όπως στην παράγραφο 5 του παρόντος», καταλήγει ο κ. Ιωάννου.
Ποιος είναι ο όρος για το επιτόκιο
Ο όρος που εμπεριέχεται σε δανειακές συμβάσεις έχει ως εξής:
«3. Το παραπάνω δάνειο θα χρεώνεται:[1],
α) Με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, που από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται «το Συνολικό Επιτόκιο», το οποίο θα αποτελείται από το Βασικό Επιτόκιο [του ΑΠΙ] και το οποίο θα καθορίζεται από [το ΑΠΙ] από καιρού εις καιρό από το οποίο από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «το Βασικό Επιτόκιο» και την προσαύξηση, η οποία επίσης θα καθορίζεται από [το ΑΠΙ] και η οποία από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «το Περιθώριο».
Ως Βασικό Επιτόκιο [του ΑΠΙ] ορίζεται το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ. που σήμερα είναι 4,00% ετησίως.
Με βάση τα πιο πάνω ο τόκος ανέρχεται σήμερα σε:
Βασικό επιτόκιο: 4,00% (Τέσσερα τοις εκατόν τον χρόνο)
Προσαύξηση: 1,50% (ένα και πενήντα τοις εκατόν το χρόνο)
Σύνολο: 5,50% (πέντε και πενήντα τοις εκατόν το χρόνο)[2]»
Η διαδικασία για παράπονα
Για τη νόμιμη διαδικασία υποβολής παραπόνου στο Γραφείο του Επιτρόπου, πρέπει το παράπονο να υποβάλλεται από καταναλωτή, ο οποίος να έχει προηγουμένως υποβάλει γραπτώς το παράπονό του προς το ΑΠΙ, εντός 15 μηνών από την ημερομηνία που έλαβε γνώση ή που λογικά θα έπρεπε να είχε λάβει γνώση της επιβλαβούς, κατά την άποψή του, πράξης ή παράλειψης του ΑΠΙ ή του γεγονότος ότι είχε έρεισμα για υποβολή παραπόνου.
Πρέπει επίσης ο καταναλωτής να έχει λάβει απάντηση από το ΑΠΙ, η οποία να μην τον ικανοποιεί, εντός καθορισμένης προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του παραπόνου ή να μην έχει λάβει απάντηση από το ΑΠΙ μετά την πάροδο της προθεσμίας.
Το παράπονο πρέπει να υποβάλλεται στον Επίτροπο μέσα σε τέσσερεις μήνες από την ημερομηνία παραλαβής της απάντησης του ΑΠΙ ή της λήξης της προθεσμίας κατά την οποία το ΑΠΙ όφειλε να απαντήσει στον καταναλωτή.