Ειδήσεις

Πλούσιες–φτωχές γλώσσες: σημειώσατε Χ

Μια δημοφιλής γλωσσική στάση των ομιλητών είναι ο διαχωρισμός των γλωσσών σε πλούσιες και φτωχές. Έχουμε με άλλα λόγια την τάση να ταξινομούμε τις γλώσσες με οικονομικούς όρους. Υπάρχει ωστόσο αντικειμενικό κριτήριο κατηγοριοποίησης των γλωσσών σε φτωχές και πλούσιες, ανώτερες και κατώτερες, προηγμένες και πρωτόγονες;

Γιατί θεωρούμε κάποιες γλώσσες ανώτερες και κάποιες κατώτερες;

Ο γλωσσογεωγραφικός χάρτης του πλανήτη μας είναι ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό με πάνω από 7.000 καταγεγραμμένες ζωντανές γλώσσες, καθεμιά με τη δική της ιστορία και γεωγραφική διασπορά. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων του Ethnologue, στην Ευρώπη μιλιούνται 287 γλώσσες (περίπου 4% όλων των γλωσσών του κόσμου), οι οποίες ωστόσο αποτελούν τις μητρικές γλώσσες περίπου 1,6 δισεκατομμυρίων ανθρώπων (περίπου 26% του παγκόσμιου πληθυσμού). Ο λόγος είναι ότι ανάμεσά τους συγκαταλέγονται μερικές από τις γλώσσες με τους μεγαλύτερους πληθυσμούς φυσικών ομιλητών εντός και εκτός Ευρώπης, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στις 20 πολυπληθέστερες γλώσσες του κόσμου: ισπανικά, αγγλικά, πορτογαλικά, ρωσικά, γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά.

Ταυτόχρονα, στην Αφρική μιλιούνται 2.139 γλώσσες (περίπου 30% όλων των γλωσσών του κόσμου) από σχεδόν 850 εκατομμύρια ανθρώπους (περίπου 13% του παγκόσμιου πληθυσμού) και στην Ασία μιλιούνται 2.296 γλώσσες (περίπου 32% όλων των γλωσσών του κόσμου) από σχεδόν 4 δισεκατομμύρια ανθρώπους (περίπου 60% του παγκόσμιου πληθυσμού). Ανάμεσά τους τα κινέζικα και τα αραβικά, αλλά και οι ινδικές γλώσσες παντζάμπι, μαράτι και ταμίλ, οι οποίες παρότι κατατάσσονται στις 20 πολυπληθέστερες γλώσσες, είναι πιθανότατα άγνωστες στους περισσότερους από μας.

Η πολιτικοοικονομική κυριαρχία και η πολιτισμική προβολή των ευρωπαϊκών χωρών στην εγγύς γεωγραφική μας γειτονιά μάς προδιαθέτουν να θεωρούμε αφενός ανώτερες τις αντίστοιχες γλώσσες και αφετέρου κατώτερες τις απομακρυσμένες και άγνωστες σε μας γλώσσες. Μάλιστα ως ομιλητές της νέας ελληνικής, η οποία καταλαμβάνει μόλις μια θέση ανάμεσα στις 100 πολυπληθέστερες γλώσσες του κόσμου, είμαστε ιδιαίτερα επιρρεπείς σε μύθους που χρίζουν την ελληνική την πλουσιότερη γλώσσα του κόσμου. Υπάρχει κάποιο ασφαλές κριτήριο που να απορρέει από τα χαρακτηριστικά της γλώσσας και να δίνει συγκριτικό πλεονέκτημα σε μια γλώσσα έναντι μιας άλλης;

Όλες οι γλώσσες είναι ισότιμες

Οι γλωσσολόγοι προτείνουν μια καταστατική αρχή: κάθε γλώσσα θεωρείται απολύτως αυτάρκης όταν επιτυγχάνει πλήρη κάλυψη των επικοινωνιακών αναγκών της γλωσσικής κοινότητας που τη μιλά. Έτσι, όλες οι γλώσσες είναι κατ’ αρχήν ισότιμες· καμιά δεν είναι πλουσιότερη ή φτωχότερη από την άλλη. Κάποιοι ίσως αντιτάξουν ότι η αρχή αυτή δεν είναι παρά μια ισοπεδωτική διείσδυση της «πολιτικής ορθότητας» στην επιστημονική θεωρία. Ας αναζητήσουμε την απάντηση σε δύο κύρια γλωσσικά χαρακτηριστικά: τη δομή και το λεξιλόγιο. Αν παρομοιάζαμε τη γλώσσα με ένα δέντρο, ο κορμός θα ήταν η δομή της, η οποία μεταβάλλεται σχετικά αργά μέσα στον χρόνο, ενώ τα άνθη με τα χρώματα και αρώματά τους θα ήταν το λεξιλόγιο, το οποίο ανανεώνεται ταχύτατα από εποχή σε εποχή και ελκύει την προσοχή μας. Ας εξετάσουμε τις δύο αυτές πτυχές ξεχωριστά.

Η δομή των γλωσσών είναι ισόβαθμα πολύπλοκη

Η τυπολογική περιγραφή των καταγεγραμμένων γλωσσών του κόσμου έχει δείξει ότι ως προς τη δομή όλες ανεξαιρέτως οι γλώσσες αποτελούν ισόβαθμα πολύπλοκους κώδικες: σε όλες η ομιλία αναλύεται σε προτάσεις, οι οποίες αποτελούνται από λέξεις, οι οποίες αποτελούνται από φθόγγους. Οι συνδυασμοί των φθόγγων σε λέξεις και των λέξεων σε φράσεις και προτάσεις ακολουθούν συγκεκριμένους συστημικούς κανόνες, οι οποίοι είναι κοινοί για όλες τις γλώσσες και απαιτούν πολύπλοκες νοητικές διεργασίες μοναδικές στο ανθρώπινο είδος. Αυτό που διαφέρει από γλώσσα σε γλώσσα είναι η επιφανειακή πραγμάτωση των κανόνων, η εξωτερική όψη. Ας δούμε δύο ενδεικτικά παραδείγματα.

Σε όλες τις γλώσσες οι λέξεις χτίζονται με τον συνδυασμό φθόγγων, οι οποίοι παράγονται με το στόμα, τη μύτη και τον λάρυγγα και χωρίζονται σε σύμφωνα και φωνήεντα. Κάθε γλώσσα επιλέγει ένα—σχετικά σταθερό διαχρονικά—περιορισμένο απόθεμα φθόγγων, το οποίο περιλαμβάνει κάποιους βασικούς—κοινούς για όλες τις γλώσσες—φθόγγους και επιπρόσθετους σύμφωνα με τις ανάγκες του συστήματος. Όπως φαίνεται στον πίνακα, το μέγεθος των φωνολογικών συστημάτων των γλωσσών είναι ανεξάρτητο από τη γεωγραφική–πληθυσμιακή διασπορά των γλωσσών: η γλώσσα μπέτε με μόνο 130.000 ομιλητές στην Ακτή Ελεφαντοστού χρησιμοποιεί υπερδιπλάσιο αριθμό φωνηέντων από τα νέα ελληνικά, τα ισπανικά και τα ρωσικά, τα οποία βρίσκονται στον μέσο όρο· η αϊμάρα, μια από τις επίσημες γλώσσες της Βολιβίας, χρησιμοποιεί μόνο 3 φωνήεντα, αλλά σχετικά μεγάλο αριθμό συμφώνων· η γλώσσα κόου με περίπου 2.500 ομιλητές στην Μποτσουάνα και τη Ναμίμπια έχει τον μεγαλύτερο αριθμό συμφώνων.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο σχηματισμός αποδεκτών ουδέτερων προτάσεων—δηλαδή, προτάσεων χωρίς έμφαση—ο οποίος σε όλες τις γλώσσες προϋποθέτει τοποθέτηση των λέξεων σε συντακτικά ορθή και όχι τυχαία σειρά. Ωστόσο, η θέση του ρήματος ποικίλλει στις διάφορες γλώσσες: ενώ στα ελληνικά το ρήμα δεν εμφανίζεται ποτέ στο τέλος της πρότασης—συγκρίνετε το Η Νίκη τον Γιάννη φίλησε με το Η Νίκη φίλησε τον Γιάννη—στα ιαπωνικά και στα γερμανικά το ρήμα είναι κατά κανόνα στο τέλος της πρότασης. Αν παραβιαστεί ο κανόνας αυτός, τότε επικοινωνία ομαλή στην προβλήματα προκαλούνται—όπως μόλις διαπιστώσατε!

Υπάρχουν γλώσσες με φτωχότερα λεξιλόγια;

Σε αντίθεση με τη δομή, το λεξιλόγιο είναι το πιο επιφανειακό και ορατό και το πιο ρευστό επίπεδο της γλώσσας και γι’ αυτό εσφαλμένα ταυτίζεται συνήθως με την ίδια τη γλώσσα. Είναι η υλοποίηση του συμβολικού χαρακτήρα της γλώσσας, καθώς οι λέξεις είναι γλωσσικά σύμβολα με συμβατική αντιστοιχία ηχητικής εικόνας και σημασίας. Η κάθε γλώσσα έχει τη δυνατότητα να μεταβάλλει το λεξιλόγιό της, για να καλύπτει τις εκφραστικές ανάγκες της εκάστοτε γλωσσικής κοινότητας, οι οποίες εξαρτώνται από το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει και τις δραστηριότητες που εξασφαλίζουν την επιβίωσή της.

Για παράδειγμα, η διευρυμένη χρήση της αγγλικής γλώσσας στον χώρο της επιστήμης και της τεχνογνωσίας επιβάλλει τη δημιουργία λέξεων που κωδικοποιούν νέες επιστημονικές και τεχνολογικές έννοιες (π.χ. robot, pixel, throbber κ.λπ.). Αντίθετα, οι διατροφικές συνήθειες των ομιλητών της σχεδόν εξαφανισμένης γλώσσας νουουτσανούλθ στο νησί Βανκούβερ του Καναδά επιβάλλουν περίπου 30 διαφορετικές λέξεις για να δηλωθούν διαφορετικές κατηγορίες σολομού, οι οποίες μπορούν να περιγραφούν μόνο με περίφραση στα αγγλικά και στα ελληνικά (π.χ. suḥa «ασημένιος ανοιξιάτικος σολομός», cakašt «ξερός σκυλοσολομός», hisit «κόκκινος σολομός» κ.λπ.). Ομοίως, οι περίπου 11 εκατομμύρια ομιλητές της γλώσσας σόνα στη Ζιμπάμπουε κωδικοποιούν διαφορετικούς τύπους βαδίσματος με πάνω από 20 διαφορετικές λέξεις (π.χ. kunzvur «περπατώ ακούραστος», panh «περπατώ μεγάλη απόσταση», mbey «περπατώ γύρω από μια περιοχή»).

Είναι σαφές ότι η γλωσσολογική περιγραφή παρέχει πληθώρα δεδομένων που εισηγούνται ότι όλες οι γλώσσες του κόσμου δομούνται με συστημικό τρόπο και με κοινούς κανόνες και είναι ισότιμες, δεδομένου ότι πληρούν τις επικοινωνιακές ανάγκες των κοινωνιών τους. Οι αξιολογικές κατηγοριοποιήσεις των γλωσσών από τους ομιλητές μπορούν να εξηγηθούν μόνο επί τη βάσει εξωγλωσσικών κριτηρίων, όπως το κύρος των κοινωνιών, τις μεταξύ τους σχέσεις και την ευελιξία πρόσληψης διαφορετικών πολιτισμών.

Σημ: Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στις 4 Ιουνίου 2016

Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.

vassileiou@cbs.mpg.de

Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας

Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,

Τμήμα Νευροψυχολογίας,

Λειψία, Γερμανία


*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook)