Ειδήσεις

Αγιά Γιαλούσα και Κυρά κι Ανάσταση από Μακριά

Απ’ τη Γιαλούσα φύγαμε πριν, αφήνοντας πίσω λογιών λογιών πράματα και προπαντός κομμάτια. Οι κάτοικοι μείναν. Η κυρία Φλώρα αιχμάλωτη κι ο δάσκαλος (*) μια νύχτα τον σκοτώσαν. (***).

Τόπος

Όμως θυμάμαι η μέρα είχε ό,τι συστατικά χρειάζονταν, ένα διπλό ξύπνημα κι έναν δρόμο δοτό, και πολλά δύνασαι μ' ένα παράθυρο δεντρά. Το δείλι τύλιγα τις κουβέντες και του τις έπαιρνα, να το λάθος, να ο φόβος και με ησύχαζε.

Κάπου μέσα στον κόσμο ήξερα σίγουρα από μακριά τον αδερφό μου, πώς να χαθώ;

Τέτοια περιστατικά τα 'λεγα τόπο, ο Άγγελος, η Μαρία, η Γιαλούσα. Το ψυγείο με μισό λεμόνι, η Αγγέλα χτένιζε την κόρη της, η Έλλη από το Δίκωμο να γεμίζει τα σεντόνια γιασεμί και μύριζε ο ύπνος.

Πάντα κάπως γίνεται - το ξένο όνειρο να μη συμπίπτει με το δικό σου, αυτό που λες εσύ πολιτικό λέει ο άλλος εθνικό, αν επιμένεις γίνεται μονομανία, αν απορρίπτεις κακία, καταφεύγεις όμως σε μικρές εκτονώσεις ή και εκχυμώσεις και βλέπεις τη λύση. Παίρνω μια λίμα και στρογγυλεύω τις αιχμές απ’ τις λέξεις. Τις αμβλύνω, τις τορνεύω, και τις καθιστώ επάλληλες και ακίνδυνες.



Τις εκπυρηνίζω, τις λειαίνω και τις βάζω σε ταψί αλειμμένο με βούτυρο. Τις σερβίρω κρύες με κρέμα σαντιγύ. Η διαδικασία επιφέρει ιστορικές αλλαγές. Ο αδερφοκτόνος σπαραγμός ξαφνικά και θαυματουργά μετά- ή παρα-ποιείται, όμως, σε ομόνοια, μετά την καταστροφή ή αποσόβηση του εκτραχηλισμού. Η σούμα αίρει την επικαταλλαγή, ο αδερφοκτόνος έχει ήδη γίνει αδερφός.

......................................................

Αφρόνως

Δεν ξέρω πόσο καιρό θ’ ανεχτώ αυτήν τη σκόνη να επικάθεται στα ‘’κράσπεδα του θυμικού’’ (***). Αφελώς. Όταν ενόμισα πως έκλεισε η πληγή, η ρωγμή που όζει και αιμορραγεί. Αφειδώς. Κάθετος εσύ επιμένεις να διαψεύδεις ‘’αυτήν την πραγματικότητα’’. Ακουσίως.

Αισίως πορεύεσαι μακράν της ‘’οδύνης’’ (που δεν έστερξες) προς τη νηνεμίαν. Με κάνεις να πλήττω, αν δεν υπήρξαν κάποτε τα όνειρα, όπου εσύ αρτιμελής επιμένεις το παρόν. Αφρόνως.

Επιμένω, δεν ενδιαφέρει ποσώς η δίαιτά σου κι οι λέξεις σου με κόπο εκπονημένες, αν δεν σε ήξερα υπέρογκο επί τριετία. Υπέρογκο υποδόρια να υπερέχεις - εφόσον εγώ το αποφασίζω.

Άλλως διαλέγω ατή μου το τέλος της συνέντευξης και με μανία πλήττω: για τη μικροθυμία ως το παρακάτω όνειρο.

Κάπως κάπου έκλεψες. Παρενθετικά. Γιατί grosso - modo, η τιμιότης. Τιμιότης grosso - modo γίνεται χονδροειδής και δεν παραμένει -ότης.

Εγώ ασύστολα και συστηματικά: Τις ώρες, τις μόνες λέξεις. Και μου μείναν. Νοερά. Γοερά.

Όλη αυτή η σκόνη που κουβαλώ. Ατελώς και λάθρα.

Aπ’ την ώρα που 'φυγα ήταν φυσικό.

-Να γυρίσω και να λείπεις.

-Να γυρίσω και να λείπει η πόλη.

-Να μη γυρίσω.

-Κάλλιον να μην εγύριζα.

-Άμποτες να γυρίσω.

Άμα είναι η πόλη θα σε βρω. Δεν γίνεται να περιφέρω επάπειρον αυτήν τη σκόνη ‘’προς ελευθέραν χρήσιν’’. Φτάνει να βρεθεί πάλε η Πόλη. Εφόσον η πορεία ήταν προς την απώλειαν, το αντίθετο είναι το αντίστροφο. Θα βρεθούν ξανά όλα τα που πρέπει. Οι φωτογραφίες της παιδικής σου ηλικίας.

Οι ουλές. Πρώην πληγές.

Του χρόνοι αμυχές.

Κατόπιν εφιάλτες.

Η ανάμνηση το σπίτι

κι η ελπίδα γυρισμός.

Η παιδική ηλικία, ο Απ. Βαρνάβας, Ανάσταση μαζί, ο Αγ. Μέμνωνας, όπου τελοσπάντων μύρισε ακακία η εφηβεία μας. Και δίχως φωτογραφίες, και δίχως ετούτο και κείνο, που τι πειράζει ετούτο και κείνο, φτάνει οι πέτρες και τα ονόματα των δρόμων που αναγιωθήκαμε. Οδός Πλουτάρχου αρ. 6, Αμμόχωστο, Αμμόχωστο.

Όμως...

οφείλεις να τους στήσεις στον τοίχο.

-Γιατί πρόβλημα;

-Γιατί αισιοδοξία;

-Γιατί εισβολή;

-Γιατί διζωνική;

Γιατί οτιδήποτε.

Η Γιαλούσα χάνεται

κι ο Ιάσονας- χωρίς εξηγήσεις

ύστερα σου ζητούν άδεια για post mortem,

για τη συνέχεια εις βάρος, συν γενική.

Ξέρω ότι είχα ένα τόπο

σαν άντρα δυνατό που με στήριζε

κι έναν γιο αρτιμελή

και μου τους δίνουν και τους θάβω

λίγο-λίγο καθεμέρα

εμένα, της άναρθρης,

της μουγγής πλειοψηφίας

της χαζομαρίας.

Γιαλούσα

Τη Γιαλούσα Γιαλούσα.

Δεν ξέρω πώς αισθάνεται,

ούτε αυτή για μένα.

Κατεδαφισμένες κι οι δυο

που καταντά ιστορία και αρχαιολογία.

Εδώ ήθελα να φτάσω. Στις αναλύσεις,

ενώ τα πράματα είναι πόνος.

Αντοχή, αλλά πόνος.

Πόνος συνέχεια

θα, αλλά πόνος

ναι, αλλά πόνος

πάμε, μα πόνος

ναι θα πάμε

αλλά πόνος

προσώρας.

Κύπρος Κενοτάφιο και Κενοστομία

Ο τόπος μου είναι ένας μονόλογος που δεν ενδιαφέρει, και δη ιδιωματικός. Υποχρεωνόμαστε και-ασύστολα- διπλασιάζουμε τα σύμφωνά μας, να τραβήξει η ιστορία μας σε μάκρος, να προπορεύεται του Κυπριακού.

Δεν είμαστε εμείς το πρόβλημα. Αυτοί επείγονται τη λύση. Η Νίκη μεγαλώνει την Κατερίνα. Δεν χρειάζεται λύση. Η ιστορία που πειράζει δεν χαράχτηκε από χάλασμα σε χάλασμα μα από κτίστη σε κτίστη. Ύστερ’ απ’ την προδοσία, είχε σημασία να σωθούν οι ποιητές. Η ποίηση είναι αγνοούμενη ή εγκλωβισμένη. Η Έλλη από το Δίκωμο κι η κυρία Φλώρα. Από χτίστη σε χτίστη. Η μια ποίηση δεν γράφει την άλλη.



Μερικοί μαράναν κι ατονίσαν, πάει η ώρα τους κι ας διατηρούν ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, όπως είναι παράταιρο να χορεύεις χορό στα δόντια του λύκου. Περπατούν πεπερασμένοι στη μέση του δρόμου και καμώνονται συνέχεια. Με το παράπονο παραγκωνισμένων αξιών. Αξιούν αύξηση μισθού. Η μετάνοια αρμόζει εις παιδικάς ψυχάς και μήπως εμείς (αυτοί) δεν νοιαζόμαστε για την Κερύνεια;

Η εθνική παλιγγενεσία μεταγλωττίζεται και μέχρι να φθαρούν όλες οι ελληνικές λέξεις έχουμε όλη την ιστορία με το μέρος μας.

Η συσκότιση ήταν πάντα υπό μορφή εισαγόμενου πατριωτισμού και αναφομοίωτων σπουδών. Ο μεσαίωνας της νεοαποικιοκρατίας να ορθώνεται σε γκρίζα κτήρια γερμανικής αρχιτεχτονικής χωρίς ελπίδα να τους αντικρούσεις.



Οι υπόλοιποι εμείς έπρεπε να περιοριστούμε στο ποσοστό που αποφάσισαν για μας οι υπερ-εθνικόφρονες. Στις ρεζέρβες αυτές περιφερόμαστε αξιοπρεπώς, ξέροντας, σαν τους ελέφαντες, πού θα πεθάνουμε, κι έρχονται οι ξένοι που αγαπούν τα ζώα και μας φωτογραφίζουν. Αύριο, μπορεί να εκλείψουμε ή να διατηρηθούμε σ’ έναν αριθμό μετρημένο και λογικό που θ’ αποφασιστεί σε κάποια Γενική Συνέλευση.

....................

Έτσι πεθαίνουμε ένας - ένας στη διασπορά

Ένας τάφος-μόνος στο Παρίσι

Κι ένας τάφος-πρόσφυγας

στη Λεμεσό.

....................

Νανούρισμα

Αγιά Μαρίνα και κυρά

που ‘ποκοιμίζεις τα μωρά

κοίμησ’ τον γιο μου Ιάσονα.

Πέρα απ’ τα φατσούκλια

και τις σπαλατζιές

οι αλατζιές

να αποφεύγουν το κορμί μου

κι οι αθάνατοι μικρά δεντρά στο μπόι του.

......................

Ήρθε ο Άγγελος. Πήρ’ ένα σπαθί και τα 'πε κυνικά. Έκοψε σαρκαστικά και πετάχτηκε κάπως αίμα. Υποχθονίως. Το αγιόκλημα κάπου μύριζε αόρατα την Αμμόχωστο χωρίς παρεμβολές και με δυο πρσβάσεις-χτες και προχθές.

Πήγε κι έκτισε το σπίτι (τελικά) μεσ’ στη θάλασσα με πεταλλίνες-12 μίλια πιο πέρα, δώδεκα μίλια μέσα, δεν θυμούμαι πόσο δικαιούμαστε η αδικημένη πλειοψηφία στα καφενεία.

Μπήκε μέσα η μάνα της και χαμογέλασε.

Ο βιασμός δεν βιάζεται. Αλλοιώνει.

Η φιλία με τον ξένο στρατό είναι φόβος.

Εκείνο που ήταν ράγιωσε, άγιωσε. ΝΚ

..........................................................................

ΣΗΜ: (*) Ο φίλος καθηγητής Χριστόδουλος Καουτζιάνης. Εγκλωβισμένος στη Γιαλούσα το 1974, χάθηκε κι έγινε αγνοούμενος. Άκουσα ότι βρέθηκαν πριν από λίγα χρόνια τα οστά του σε ομαδικό τάφο. Τον σκότωσαν.

(**) Από ποίημα του Ανδρέα Χριστοφίδη.

(***) Κείμενα από το βιβλίο μου ‘’Η Ευλαλία, ο Ιάσονας κι η Γιαλούσα’’, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1980.

Λεζάντα: Σχέδιο του Άγγελου Μακρίδη, ο οποίος φιλοτέχνησε με σχέδιό του (1974) το βιβλίο της ΝΚ, ‘’Η Ευλαλία, ο Ιάσονας κι η Γιαλούσα’’.

ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΟΥΝΗ

Κριτικός πολιτισμού και πολιτικής