Επιβράβευση της παρανομίας, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία
Σάββατο 29 Απρ 2017
Ο Γ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΑΒΙΑΣ
Θα οδηγούμασταν στα πλέον παράλογα αποτελέσματα και σε επιβράβευση της παρανομίας, αν ερμηνεύαμε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τη νέα νομοθεσία για τους δημόσιους υπαλλήλους με κομματικά αξιώματα
Ο νόμος επιβάλλει πειθαρχική διαδικασία για την υπόθεση της Σ. Ορφανίδου, δηλώνει ο Κ. Κληρίδης
«Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της...»
Παραβάσεις της νομοθεσίας, οι οποίες συνιστούν χωρίς αμφιβολία λόγους έναρξης πειθαρχικής διαδικασίας για την υπόθεση της λειτουργού του Υπουργείου Οικονομικών Σάβιας Ορφανίδου, διαπιστώνει στη γνωμάτευσή του για το εν λόγω ζήτημα ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Κώστας Κληρίδης. Σημειώνει μάλιστα ότι οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του ισχύοντος νόμου, όπως αυτός τροποποιήθηκε το 2015, «θα οδηγούσε στα πλέον παράλογα αποτελέσματα, σε πλήρη αδυναμία αποτελεσματικής εφαρμογής του νόμου και σε επιβράβευση της παρανομίας».
Η γνωμάτευση του Κ. Κληρίδη δόθηκε στη δημοσιότητα και αποτελεί απάντηση σε επιστολή που του απέστειλε ο Υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης, στην οποία αν και ζητά τη γνωμάτευση του Εισαγγελέα, σημειώνει ότι αφού έλαβε υπ' όψιν τις διαπιστώσεις διοικητικής έρευνας, την οποία ο Υπουργός είχε ζητήσει, και κυρίως το γεγονός ότι η κατοχή κομματικής θέσης από δημοσίους υπαλλήλους ήταν διαχρονικά γνωστή στις Αρχές και γινόταν ανεκτή, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι:
Στο παρόν στάδιο δεν συντρέχουν λόγοι για διορισμό ερευνώντος λειτουργού, ο οποίος να διεξαγάγει έρευνα για πιθανή διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων από μέρους της λειτουργού Σάβιας Ορφανίδου.
Αντίθετη η νομική ερμηνεία του Εισαγγελέα
Σε αντίθεση με το συμπέρασμα του Υπουργού, όμως, ο Γενικός Εισαγγελέας στη γνωμάτευσή του αποφαίνεται ότι «η Σάβια Ορφανίδου τελούσε σε παράβαση του νόμου». Καταλήγει δε λέγοντας ότι το γεγονός ότι «ενδεχόμενα και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι να κατείχαν και/ή να κατέχουν κομματικό αξίωμα, είτε ενώ τούτο απηγορεύετο πριν από το 2015 ή/και χωρίς την απαιτούμενη άδεια μετά το 2015, σε καμμιά περίπτωση δεν συνιστά λόγο για μη έναρξη πειθαρχικής διερεύνησης εναντίον υπαλλήλου».
Υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω λειτουργός του Υπουργείου Οικονομικών, αν και κομματικό στέλεχος του ΔΗΣΥ, αποδέχθηκε απόσπασή της στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Αναπτύξεως, στο Λουξεμβούργο.
«Λυπάμαι που θα διαφωνήσω»
Στη γνωμάτευσή του ο Γενικός Εισαγγελέας αναφέρει επίσης ότι λυπάται να διαφωνήσει με την προσέγγιση του Υπουργού Οικονομικών, ότι δηλαδή «η κατοχή κομματικής θέσης από δημοσίους υπαλλήλους ήταν διαχρονικά γνωστή στις Αρχές και γινόταν ανεκτή».
«Λυπούμαι που θα διαφωνήσω πλήρως με αυτή την προσέγγιση, αλλά και τη διαπίστωση, γράφει ο Κ. Κληρίδης στην επιστολή/γνωμάτευσή του. Αρκεί μόνο να αναφερθεί, ότι με την εγκύκλιο-επιστολή του ημερ. 16.7.2013, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας είχε απευθυνθεί σε όλους τους Γενικούς Διευθυντές Υπουργείων, συμπεριλαμβανομένου και του Υπουργείου Οικονομικών, και εφιστούσε την προσοχή όλων στην απαγόρευση και στο ασυμβίβαστο της κατοχής κομματικού αξιώματος από δημόσιους υπαλλήλους και επειδή διαπίστωνε από πληροφορίες ότι αρκετοί δημόσιοι υπάλληλοι κατείχαν τέτοια αξιώματα, καλούσε τις αρμόδιες Αρχές, και τη δική σας: «... όπως μεριμνήσετε για την εξάλειψη του φαινομένου αυτού και, πιο συγκεκριμένα, για την εφαρμογή του άρθρου 71 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου».
«Εάν επομένως -τονίζει ο Κ. Κληρίδης- επιδείχθηκε οποιαδήποτε ανοχή, μετά μάλιστα την επίστηση της προσοχής από τον Γενικό Εισαγγελέα, αυτή επιδείχθηκε από τις αρμόδιες Αρχές, περιλαμβανομένου του Υπουργείου Οικονομικών. Δεν νομιμοποιείται, επομένως, μετέπειτα οποιαδήποτε αρμόδια Αρχή να επικαλείται την επίδειξη της όποιας δικής της ανοχής σε παραβίαση νόμου, για να μην προχωρήσει σε έρευνα εναντίον υπαλλήλου της. Εάν ο ίδιος ο υπάλληλος, στο πλαίσιο πειθαρχικής δίωξης, επιθυμεί να θέσει τέτοιο θέμα, θα μπορεί εκείνος να το εγείρει για να εξετασθεί».
Μάλιστα, ο Γενικός Εισαγγελέας παραθέτει και απόσπασμα απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία:
«Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του κράτους δικαίου, ότι κανένας, όσο υψηλά κι αν βρίσκεται, δεν μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκτροπή από τη νομιμότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες, όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεών του, ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή, αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της...».
«Η αρμόδια Αρχή οφείλει αμέσως να μεριμνήσει για έρευνα»
Ο Γενικός Εισαγγελέας προσθέτει στη γνωμάτευσή του ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, αν καταγγελθεί στην αρμόδια Αρχή, ή υποπέσει στην αντίληψή της ότι δημόσιος υπάλληλος δυνατόν να έχει διαπράξει πειθαρχικό παράπτωμα, τότε η αρμόδια Αρχή οφείλει να μεριμνήσει αμέσως να διεξαχθεί έρευνα με τον καθορισμένο τρόπο και αυτό ασφαλώς ισχύει σε σχέση με όλες τις αρμόδιες Αρχές στις οποίες υπάγονται υπάλληλοι οι οποίοι ενδεχομένως παραβίαζαν και/ή παραβιάζουν τη νομοθεσία. Αυτό ασφαλώς ισχύει και εφαρμόζεται σε σχέση με όλες τις αρμόδιες Αρχές, στις οποίες υπάγονται υπάλληλοι, οι οποίοι ενδεχόμενα να παραβίαζαν και/ή παραβιάζουν τη νομοθεσία».
Οι πρόνοιες του νόμου
Στην αρχή της επιστολής/γνωμάτευσης, ο Γενικός Εισαγγελέας αναφέρεται εν εκτάσει στον νόμο που ίσχυε μέχρι το 2015 και στη νέα νομοθεσία του 2015 κι εξηγεί ακριβώς τις πρόνοιες, τονίζοντας ότι:
«Ο δεύτερος νόμος, ως προς τα πολιτικά δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων, παραπέμπει στον πρώτο νόμο (αρ. 102(Ι)/2015), ο οποίος ορίζει ότι πέραν του δικαιώματος κάθε δημόσιου υπαλλήλου να είναι απλό μέλος κόμματος, υπάλληλος ο οποίος κατέχει θέση με μισθοδοτική κλίμακα μέχρι Α7 μπορεί να εκλέγεται ή να διορίζεται σε κομματικό αξίωμα πολιτικού κόμματος. Ενόσω όμως ο υπάλληλος κατέχει θέση με μισθοδοτική κλίμακα ίση ή ανώτερη της Α8, απαιτείται η έγκριση της αρμόδιας Αρχής (εδώ της Ε.Δ.Υ.), για να μπορεί να εκλέγεται ή διορίζεται σε κομματικό αξίωμα πολιτικού κόμματος».
Και συνεχίζει, απευθυνόμενος στον Υπουργό Οικονομικών:
«Όπως ορθά επισημαίνετε επομένως στην επιστολή σας, οι πρόνοιες του νέου Νόμου του 2015 δεν αίρουν το γεγονός ότι υπάλληλος, ο οποίος κατείχε σε κόμμα θέση υψηλότερη από αυτήν του απλού μέλους στην περίοδο από το 1997, οπότε επιτράπηκε με τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο η κατοχή ιδιότητας απλού μέλους κόμματος, μέχρι και την τροποποίηση του 2015, παραβίαζε τη νομοθεσία».
Στην αρχή της γνωμάτευσής του ο Κ. Κληρίδης εξηγεί γιατί πρέπει να διεξαχθεί πειθαρχική διαδικασία και γράφει:
«Η διενέργεια διοικητικής έρευνας από αρμόδια Αρχή δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία ή πληροφόρηση δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένου δημόσιου υπάλληλου, οπότε υπάρχει πραγματική αδυναμία να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός της πειθαρχικής δίωξης. Η διεξαγωγή διοικητικής έρευνας δεν προσφερόταν για τη συγκεκριμένη υπόθεση, εφόσον υπήρχε ενώπιον του Υπουργού, ως αρμόδιας Αρχής, συγκεκριμένη καταγγελία σε σχέση με συγκεκριμένο λειτουργό και με λεπτομερή στοιχεία».
Σύμφωνα με τη γνωμάτευση του γενικού Εισαγγελέα, η συγκεκριμένη λειτουργός θα έπρεπε να εξασφαλίσει άδεια από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας πριν αποδεχθεί τον διορισμό της, με βάση τη νομοθεσία η οποία προνοεί ότι:
Υπάλληλος ο οποίος δεν κατείχε θέση που εμπίπτει στις πρόνοιες της νομοθεσίας, κατά τη χρονική περίοδο που εξελέγη ή διορίστηκε σε κομματικό αξίωμα και, ενόσω κατέχει κομματικό αξίωμα αποκτά θέση μετά τον διορισμό ή προαγωγή στη θέση αυτή ή μετάβαση σε αυτή στη βάση συνδυασμένων κλιμάκων, υποβάλλει το προβλεπόμενο από τον νόμο αίτημα στην οικεία αρμόδια Αρχή εντός δεκαπέντε ημερών από την προαγωγή του, τη μισθολογική αναβάθμισή του ή τον διορισμό του, ανάλογα με την περίπτωση.
-Υπάλληλος ο οποίος κατείχε θέση που εμπίπτει στις πρόνοιες της νομοθεσίας κατά τη χρονική περίοδο που εξελέγη ή διορίστηκε σε κομματικό αξίωμα έχοντας εξασφαλίσει σχετική άδεια και, ενόσω κατέχει το κομματικό αξίωμα, μετατίθεται, προάγεται, αποσπάται, διορίζεται ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο αποκτά θέση άλλη από αυτήν που κατείχε κατά τον χρόνο εξασφάλισης της άδειας, υποβάλλει εκ νέου το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) αίτημα στην οικεία αρμόδια Αρχή, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ανάληψη της εν λόγω θέσης.
Με όλο τον σεβασμό, αλλά...
Κι επειδή στην επιστολή του προς τον γενικό Εισαγγελέα ο Υπουργός Οικονομικών αναφέρει ότι «ο νόμος δεν διαφαίνεται να δημιουργεί υποχρέωση σε δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι κατείχαν το κομματικό τους αξίωμα πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του νέου νόμου, να υποβάλουν σχετικό αίτημα στην αρμόδια Αρχή, αφού η μόνη αναφορά στον νέο νόμο είναι σε υπάλληλο που «προτίθεται να υποβάλει υποψηφιότητα ή πρόκειται να διοριστεί σε κομματικό αξίωμα» και ότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε μεταβατικές διατάξεις για να καλύψουν το κενό που προκύπτει για τους ήδη κατέχοντες κομματικά αξιώματα», ο Κ. Κληρίδης απαντά:
«Αφήνετε να νοηθεί ότι, λόγω ανυπαρξίας ειδικής πρόνοιας για τους υπαλλήλους που ήδη κατείχαν κομματικό αξίωμα πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, δεν υπάρχει υποχρέωση όπως υποβάλουν αίτημα για άδεια και ότι δεν διαπράττουν παρανομία, συνεχίζοντες να κατέχουν το αξίωμά τους μετά την ισχύ του Νόμου του 2015. Με όλο τον προσήκοντα σεβασμό, μια τέτοια ερμηνεία των διατάξεων, του γράμματος και του πνεύματος του Νόμου του 2015, θα ήταν ανεπίτρεπτη και θα επέφερε παράλογα αποτελέσματα».
Θα οδηγούσε στα πλέον παράλογα αποτελέσματα
Και συνεχίζει ο Γ. Εισαγγελέας:
Τυχόν δε ερμηνεία του νέου νόμου του 2015, σύμφωνα με την οποία όσοι κατείχαν κομματικό αξίωμα πριν από τη θέσπισή του, οι οποίοι παραβίαζαν την προϋπάρχουσα νομοθεσία, αυτοί οι υπάλληλοι θα δικαιούνται να συνεχίζουν να κατέχουν το αξίωμά τους, και δεν υποχρεούνται ούτε καν να υποβάλουν αίτηση για άδεια, θα οδηγούσε (μια τέτοια τυχόν ερμηνεία) στα πλέον παράλογα αποτελέσματα, σε πλήρη αδυναμία αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και σε επιβράβευση ή νομιμοποίηση της παρανομίας.
Μάλιστα με τη νέα νομοθεσία, ακόμα και υπάλληλος ο οποίος είχε εξασφαλίσει άδεια και κατέχει κομματικό αξίωμα, ενόσω αποκτά άλλη θέση στη δημόσια υπηρεσία, υποχρεούται να υποβάλει εκ νέου αίτημα για νέα άδεια, έτσι ώστε να επανεξετασθούν τα νέα δεδομένα της περίπτωσής του.
Υπ' αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να ερμηνευθεί ο νόμος τούτος ως επιτρέπων μετά την έναρξη της ισχύος του, σε οποιονδήποτε υπάλληλο μισθολογικής κλίμακας Α8 ή ανώτερης, να κατέχει κομματικό αξίωμα χωρίς άδεια.
Είναι επομένως καθαρό το συμπέρασμα ότι υπάλληλος ο οποίος κατείχε κομματικό αξίωμα οποτεδήποτε στη χρονική περίοδο 1991-2015, παραβίαζε την κείμενη νομοθεσία, και αν ο ίδιος, ευρισκόμενος στη μισθολογική κλίμακα Α8 ή ανώτερη συνεχίζει μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Νόμου του 2015 να κατέχει κομματικό αξίωμα χωρίς να εξασφαλίσει άδεια της αρμόδιας Αρχής, θεωρείται ότι συνεχίζει να παραβιάζει τον νόμο.
Τέλος, ο Γενικός Εισαγγελέας αναφέρει ότι «οι παραβιάσεις της νομοθεσίας, χωρίς αμφιβολία, συνιστούν λόγους έναρξης πειθαρχικής διαδικασίας δυνάμει του Άρθρου 81(2)(β) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου αρ. 1/90».