ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙ
ΕΝΑ διήγημα, με τίτλο «Η ερμηνεία», γραμμένο από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χρίστο Αρτεμίδη και που εκδόθηκε το 1995, βρέθηκε αυτές τις μέρες στα χέρια μου και απόρησα πού ήταν κρυμμένο τόσον καιρό. Είναι ένα από τα ωραιότερα κείμενα που έχω διαβάσει. Και έχω διαβάσει πολλά κείμενα στα τριάντα πέντε χρόνια υπηρεσίας μου σαν εκφωνητής και λειτουργός προγραμμάτων στο ΡΙΚ.
Ο ήρωας του διηγήματος, διευθυντής ορχήστρας, είναι τόσο βαθύς γνώστης του επαγγέλματός του και της μουσικής γενικότερα, που αναρωτιέσαι, αν αυτό το διήγημα το έγραψε δικαστής ή μαέστρος. Αναρωτιέσαι αν αυτό το πρόσωπο είναι υπαρκτό ή είναι δημιούργημα της γνώσης, της φαντασίας και του ταλέντου του συγγραφέα.
Βαθιά γνώση της ανθρώπινης ψυχής
Πέρα όμως από τη γνώση του συγγραφέα για τη μουσική, μέσα από το κείμενο αναδύεται και η βαθιά γνώση του της ανθρώπινης ψυχής. Θα ́λεγα ότι το διήγημα είναι ο καρπός της γνώσης και της λογικής, αλλά και του συναισθήματος.
Αμυδρές σκέψεις που περνάνε από το μυαλό μας, γύρω από την τέχνη και τη ζωή, καταγράφονται μέσα στο διήγημα με μια σαφήνεια μοναδική και με μια γλώσσα τόσο γλαφυρή, που ξεπερνά τη γλώσσα του πιο καταξιωμένου πεζού λόγου και φτάνει σε ύψος ποιητικό, με ύφος προσωπικό, ζηλευτό και ανεπανάληπτο. «Αστραπή, στο ακαριαίο φως σου άνοιξαν τα μάτια που αγαπώ.
Βροντή, στη μεγάλη έκρηξη βρήκε τους παλμούς η αδύναμη καρδιά μου, που έδωσε τον ρυθμό στο αρχίνισμα μιας ατέλειωτης χαράς. Και στάθηκα ολόρθος μπροστά στον φόβο». Και κάπου αλλού. «Φώναξε το όνομά μου ή πες μου ‘αγαπημένε μου’, αν έτσι νιώθεις».
«Πρόβα. Όχι όχι κύριοι. Δεν συντονίζεστε. Οι μελωδίες είναι διαφορετικές, αλλά σε τέλεια αντίστιξη στα δύο όμποε. Ξαναδοκιμάστε. Όχι δεν είναι ακόμα ικανοποιητικό. Λείπει η ειρηνική συνομιλία. Κοιτάξτε, φανταστείτε πως είστε παντρεμένοι και τρώτε το γεύμα σας από το ίδιο πιάτο». Κάπου αλλού. «Για την αποψινή ερμηνεία μην ακούσετε τις αυριανές κριτικές. Δεν θα ́χουν καμιά σχέση με εμένα. ‘Καλημέρα’. Όταν μάλιστα είμαι ευδιάθετος, πράγμα σπάνιο, τραγουδώ την ‘καλημέρα μου’. Διατηρώ έτσι το σύβαμμα της ζωής στο τραγούδι».
Το διήγημα είναι και μια οξεία κριτική για τους κριτικούς της τέχνης, αλλά και για όσους δίνουν την εντύπωση ότι εντρυφούν εις τα άδυτα της τέχνης, ότι υπηρετούν την τέχνη κι ότι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς την τέχνη. Και αυτή η κριτική είναι γραμμένη με ειρωνεία, με χιούμορ και με αγάπη. Όμως ό,τι και να πω δεν είναι αρκετό να περιγράψει αυτό το πολύτιμο πετράδι, το σμιλεμένο με καλλιτεχνική ιδιοφυία.