Lingvo internacia?
Σάββατο 06 Μάι 2017
Στο προτελευταίο Γλωσσοσκόπιο αναφέρθηκα μεταξύ άλλων στον ρόλο που παίζει σήμερα η αγγλική γλώσσα στην επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές μητρικές γλώσσες. Στη διαδικτυακή συζήτηση που ακολούθησε, αναγνώστες και αναγνώστριες εξέφρασαν μια εύλογη απορία: μπορούμε να θεωρούμε «αγγλικά» όλες αυτές τις ποικιλίες αγγλικών που μιλιούνται ως ξένη γλώσσα από μη αγγλόφωνους ανά το παγκόσμιο; Τα διαφορετικά επίπεδα επάρκειας, οι ποικίλες αποκλίσεις από αυτό που διδασκόμαστε ως «γραμματικά ορθό» κυρίως υπό την επίδραση των μητρικών γλωσσών των ομιλητών/ομιλητριών, αλλά και τα διαφορετικά εξειδικευμένα–τεχνικά λεξιλόγια που κυριαρχούν στη γλωσσική χρήση του καθενός/της καθεμιάς διαμορφώνουν αυτό που οι γλωσσολόγοι ονομάζουμε Global English ή English as a Lingua Franca.
Μια απάντηση στην παραπάνω απορία προϋποθέτει να ορίσουμε τι θεωρούμε «αυθεντικά αγγλικά» και ποια είναι η σχέση τους με τα Global English/English as a Lingua Franca—ένα ενδιαφέρον θέμα που θα μας απασχολήσει σε επόμενο Γλωσσοσκόπιο. Η σκέψη αυτή μού γέννησε ένα άλλο, σχετικό ερώτημα: θα μπορούσε άραγε η αγγλική να αντικατασταθεί με μια τεχνητή γλώσσα στον διεθνή ρόλο της;
Οι πρώτες τεχνητές γλώσσες
Το φράγμα που υψώνει η γλωσσική διαφορετικότητα μεταξύ των λαών δεν έχουν κληθεί να γκρεμίσουν μόνο φυσικές γλώσσες, όπως παλαιότερα η γαλλική και τον τελευταίο αιώνα η αγγλική, και σε πιο περιορισμένη γεωγραφική κλίμακα οι πίτζιν γλώσσες. Ήδη από τον 17ο αιώνα η ανθρώπινη διάνοια εφηύρε εναλλακτικές λύσεις. Επιστήμονες και φιλόσοφοι, όπως ο Gottfried Wilhelm Leibniz (1646–1716) και ο John Amos Comenius (1592–1670), επιχείρησαν να κατασκευάσουν γλωσσικά συστήματα που θα χρησιμοποιούνταν στη διεθνή επικοινωνία. Έμοιαζαν περισσότερο με φιλοσοφικές γλώσσες, όπως το ομώνυμο σύστημα του επισκόπου John Wilkins (1614–1672), που προσπαθούσαν να κατηγοριοποιήσουν και να ονοματίσουν αντικείμενα της πραγματικότητας, επιστημονικές και φιλοσοφικές έννοιες, καθολικές για όλη την ανθρωπότητα. Αν και είχαν την επίφαση γλωσσικού συστήματος με φθόγγους, λέξεις και σύστημα γραφής, δεν απέκτησαν ποτέ τη δυναμική μιας γλώσσας διεθνούς επικοινωνίας, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα.
Από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας έχουν δει το φως της δημοσιότητας πάνω από 32 προσπάθειες να κατασκευαστούν τεχνητές γλώσσες με πρώτη τη Volapük—σημαίνει παγκόσμια γλώσσα—το 1880. Καθώς οι περισσότερες προέρχονται από τον ευρωπαϊκό και τον αμερικανικό χώρο, οι δομικές και λεξιλογικές επιδράσεις τους εντοπίζονται κυρίως στις γερμανικές, τις σλαβικές και τις (νεο)λατινικές γλώσσες. Ακόμα και σήμερα, στην εποχή της μαζικής εκπαίδευσης και διάδοσης της πληροφορίας, οι πλείστες τεχνητές γλώσσες δεν έχουν επιβιώσει· ελάχιστες έχουν εξαπλωθεί σε διεθνές επίπεδο.
Εσπεράντο
Η πιο διαδεδομένη σύγχρονη τεχνητή γλώσσα ονομάζεται εσπεράντο και έχει μια μάλλον ενδιαφέρουσα ιστορία. Αν και οι περισσότεροι θεωρούν την εσπεράντο μια υπόθεση των τελευταίων λίγων δεκαετιών, στην πραγματικότητα κλείνει φέτος 130 χρόνια ζωής. Κατασκευάστηκε από τον Ludwig Lazarus Zamenhof (1859–1917), έναν Πολωνό οφθαλμίατρο με εξαιρετικά ανάμεικτο γλωσσικό προφίλ—μιλούσε ρωσικά στο σπίτι, γίντις, πολωνικά και εβραϊκά με τον κοινωνικό του περίγυρο και διδασκόταν γαλλικά, γερμανικά, λατινικά, ελληνικά και αγγλικά στο σχολείο—και δημοσιεύτηκε το 1887 στη ρωσική γλώσσα με το όνομα Lingvo Internacia· σύντομα όμως μετονομάστηκε σε Esperanto από το ψευδώνυμο Doktoro Esperanto, με το οποίο ο Zamenhof υπέγραψε τη δημοσίευσή του.
Η «ελπιδοφόρα γλώσσα» εξαπλώθηκε αστραπιαία. Δύο χρόνια μετά, η κοινότητα των «εσπεραντιστών» απέκτησε το επίσημο περιοδικό της και το 1905 εκδόθηκε ο κανονισμός για το λεξιλόγιο και τους 16 κανόνες που διέπουν τη γραμματική δομή της. Το λεξιλόγιό της αποτελείται από 15 χιλιάδες ρίζες, κυρίως γερμανικής, αγγλικής και νεολατινικής προέλευσης, ενώ η προφορά, η συντακτική δομή και η ορθογραφία της έχουν σλαβικές επιρροές. Τη δεκαετία του 1970 διδασκόταν σε 600 σχολεία και 31 πανεπιστήμια και το 2008 ο οργανισμός World Esperanto Association είχε μέλη από 120 χώρες.
Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των ομιλητών/ομιλητριών, οι οποίοι τη χρησιμοποιούν ως ξένη γλώσσα, κυμαίνεται από μερικές εκατοντάδες χιλιάδες μέχρι 10 εκατομμύρια. Το 1966 τα Ηνωμένα Έθνη απέρριψαν ψήφισμα υπογεγραμμένο από περίπου 1 εκατομμύριο ανθρώπους από 74 χώρες, με το οποίο ζητούσαν η εσπεράντο να αναγνωριστεί επίσημα διεθνής γλώσσα. Παρ’ όλα αυτά, τη συναντούμε συχνά σε υπηρεσίες αυτόματης μετάφρασης και ηλεκτρονικές εγκυκλοπαίδειες στο διαδίκτυο—ακόμα και στο πασχαλινό μήνυμα του Πάπα το 1994 και στο διαφημιστικό σποτάκι του άλμπουμ HIStory του Michael Jackson το 1995.
Το αναμενόμενο δίπολο
Η ιδέα μιας διεθνούς τεχνητής γλώσσας έχει φανατικούς οπαδούς και φανατικούς εχθρούς. Δεν αναμοχλεύει μόνο τον αρνητισμό που συνοδεύει συνήθως την έννοια της παγκοσμιοποίησης και τον φόβο γλωσσικής και πολιτισμικής «πολτοποίησης». Εγείρει και μια σειρά τεχνικών ζητημάτων που αγγίζουν κεντρικές όψεις της γλώσσας τόσο ως συστήματος όσο και ως αντικειμένου μάθησης—ζητημάτων πέρα από το προφανές της πολιτικής επιβολής.
Η κατάφαση
Όσοι βλέπουν με θετικό μάτι την ιδέα μιας τεχνητής γλώσσας στο προσκήνιο της διεθνούς επικοινωνίας επιστρατεύουν μια σειρά ιδεαλιστικών επιχειρημάτων· μάλιστα δύσκολα διακρίνει κανείς τα όρια μεταξύ του ιδεατού και της γλωσσικής ρύθμισης. Σε μια ιδανική τεχνητή γλώσσα, η προβλεψιμότητα και ο ορθολογισμός αποτελούν θεμέλιο λίθο. Αυτό συνεπάγεται απλή γραμματική δομή, χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς δύσκολους φθόγγους, με σημασιολογική διαφάνεια στην παραγωγή και σύνθεση λέξεων· τέτοιου είδους διαφάνεια έχουμε, για παράδειγμα, στις λέξεις τραπεζομάντιλο και toothbrush. Το σύστημα γραφής πρέπει να είναι μόνο φωνητικό. Οι γεωγραφικές ποικιλίες (δηλαδή, οι διάλεκτοι) αποκλείονται, καθώς θεωρείται ότι εμποδίζουν την επιτυχή επικοινωνία. Έτσι, τη γλωσσική διαφοροποίηση και αλλαγή σε μια τεχνητή γλώσσα την παρακολουθεί συνεχώς μια ρυθμιστική αρχή.
Το κίνητρο για την καθιέρωση μιας τεχνητής γλώσσας ως μέσου διεθνούς επικοινωνίας μετατοπίζεται από τον καθαρά γλωσσικό στον κοινωνικοπολιτικό στοχασμό. Ένα «πολιτικά και γλωσσικά ουδέτερο» μέσο δεν δίνει γλωσσικό πλεονέκτημα σε συγκεκριμένους λαούς και ταυτόχρονα εξομαλύνει την επικοινωνία σε παγκόσμιο επίπεδο με τον φιλόδοξο ανθρωπιστικό στόχο της παγκόσμιας ειρήνης. Καθώς προορίζεται για διεθνή χρήση, οφείλει να καλύπτει τις ανάγκες προφορικής και γραπτής επικοινωνίας σε καθημερινές περιστάσεις, αλλά και σε εξειδικευμένους τομείς, όπως την επιστήμη, τη θρησκεία, το εμπόριο, την πολιτική, τον αθλητισμό.
Η αντίρρηση
Η αρχή της «πολιτικής και γλωσσικής ουδετερότητας» μιας τεχνητής γλώσσας είναι βασικό σημείο αντιπαράθεσης με το στρατόπεδο των επικριτών. Οι γλώσσες εκφράζουν τις διάφορες ταυτότητες (κοινωνικές, θρησκευτικές, εθνικές) των λαών που τις μιλούν. Επομένως, μια κοινή, παγκόσμια γλώσσα θα βρεθεί σε μια σχέση ασυμμετρίας με τις υπάρχουσες, εξωγλωσσικές διαφορές μεταξύ των λαών. Από την άλλη, όλα ανεξαιρέτως τα γλωσσικά συστήματα είναι από τη φύση τους πολύπλοκα, αφού το ίδιο το ανθρώπινο νοητικό σύστημα είναι πολύπλοκο· έτσι, είναι αδύνατο να υπάρξουν και να επιζήσουν πλήρως προβλέψιμα και ορθολογιστικά γλωσσικά συστήματα, όπως υποθετικά είναι οι τεχνητές γλώσσες. Για παράδειγμα, πόσο προβλέψιμη μπορεί να παραμείνει μια γλώσσα ως προς τις σημασιολογικές διαδικασίες που διέπουν τον σχηματισμό λέξεων όπως συκοφάντης, butterfly και strawberry;
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι οι φυσικές γλώσσες κωδικοποιούν τις έννοιες σε σημασίες λέξεων με διαφορετικές συνυποδηλώσεις, απαραίτητες στην επικοινωνία, οι οποίες χάνονται όταν μεταφράζουμε από μια γλώσσα σε άλλη—σκεφτείτε, για παράδειγμα, την αγγλική και την κινέζικη λέξη για τον καπιταλισμό. Είναι λοιπόν αναπόφευκτο ότι οποιαδήποτε τεχνητή γλώσσα κουβαλά τις επιρροές των φυσικών γλωσσών των κατασκευαστών της: στην επιλογή των σημασιών, των συντακτικών δομών, των «δύσκολων» και «εύκολων» φθόγγων.
Τέλος, οι επικριτές τονίζουν ότι η διάσπαση μιας γλώσσας σε ποικιλίες—γεωγραφικές και όχι μόνο—είναι αναπόσπαστο στοιχείο της εξέλιξης μιας ζωντανής, ομιλούμενης γλώσσας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια γλώσσα που μιλιέται από ολόκληρο τον πλανήτη, ανεξαρτήτως του βαθμού ρύθμισης που υφίσταται.
Προσπάθησα να κρατήσω μια σχετική απόσταση και από τη μια και από την άλλη πλευρά—και θα διατηρήσω αυτή την ουδετερότητα. Κλείνω όπως άρχισα, εσπεραντικά: Char el la komunaj posedajhoj de la homaro, neniu estas tiel vere ghenerala kaj internacia kiel la scienco!
Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
vassileiou@cbs.mpg.de
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας,
Λειψία, Γερμανία
*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook)