ΛΕΞΙΣΤΟΡΗΣΕΙΣ: Λέξεις ταξιδιάρικες
Πέμπτη 15 Ιούν 2017
Οι πιο ταξιδιάρικες λέξεις της νέας ελληνικής έρχονται στις σημερινές Λεξιστορήσεις. Με μοναδικό διαβατήριο την επαφή των γλωσσικών κοινοτήτων στο πέρασμα της ιστορίας οι δάνειες λέξεις μεταναστεύουν από γλώσσα σε γλώσσα μεταφέροντας νέες μορφές και νέες σημασίες στα λεξιλόγια των γλωσσών. Εκείνες οι δάνειες λέξεις που διαγράφουν ένα κύκλο ξεκινώντας από μια συγκεκριμένη γλώσσα και καταλήγοντας πίσω στην ίδια ονομάζονται αντιδάνεια. Αν και κάποια μοιάζουν πολύ με απλά δάνεια, δηλαδή ξένες λέξεις που πέρασαν στη νέα ελληνική, για να εκφράσουν νέες έννοιες—θυμηθείτε το αλκοόλ, τον καβγά και το τρόλεϊ—ακολουθώντας κανείς το νήμα της προέλευσής τους, την ετυμολογία τους, ανακαλύπτει μια αλληλουχία «πράξεων δανεισμού» που οδηγεί σε παλαιότερες φάσεις της ελληνικής γλώσσας.
Με αφετηρία τα αρχαία ελληνικά, την ελληνιστική κοινή ή τη μεσαιωνική ελληνική ταξίδεψαν σε άλλες γλώσσες—συνήθως τα λατινικά ή τα τουρκικά—άλλαξαν εκεί μορφή ή σημασία ή συνηθέστερα και τα δύο, κληροδοτήθηκαν σε άλλες συγγενείς γλώσσες (π.χ. γαλλικά, ιταλικά) και κάποια στιγμή η ελληνική τις δανείστηκε με τη νέα τους μορφή και τη νέα τους σημασία. Στο περιπετειώδες ταξίδι του αλλεπάλληλου δανεισμού η μορφή τους προσαρμόστηκε στο εκάστοτε γλωσσικό σύστημα—άλλαξαν οι φθόγγοι, προστέθηκαν ή αφαιρέθηκαν καταλήξεις, μεταμφιέστηκε ακόμα και η γραφή. Και φυσικά, η σημασία τους εξελίχτηκε μέσω διαδικασιών διεύρυνσης ή περιορισμού. Πολλές φορές οι μεταβολές είναι τόσο θεμελιώδεις, ώστε, όταν το νήμα καταλήξει πίσω στην ελληνική, τα αντιδάνεια μοιάζουν αγνώριστα!
**********************************************************************
Μπουτίκ κρεάτων...
Θα τολμούσατε να πείτε στον ιδιοκτήτη ή στην ιδιοκτήτρια της μπουτίκ της γειτονιάς σας ότι το κατάστημά του/της είναι μια αποθήκη; Κι όμως, αυτός είναι ο πρόγονος της λέξης μπουτίκ! Από τον Θουκυδίδη (5ος αι. π.Χ.) και εξής η αρχαιοελληνική λέξη ἀποθήκη (από το ρήμα ἀποτίθημι) δήλωνε το δωμάτιο ή το κτίσμα που χρησιμοποιόταν για τη φύλαξη προμηθειών ή πολεμοφοδίων—περίπου ό,τι σημαίνει και σήμερα. Η αρχαιοελληνική λέξη πέρασε στα λατινικά ως apotheca διατηρώντας τόσο το μακρό [e] (που δηλωνόταν με το γράμμα ήτα) όσο και την αρχική σημασία της. Στους μεσαιωνικούς χρόνους, η σημασία διευρύνθηκε, με αποτέλεσμα η λέξη apotheca να δηλώνει επίσης και τους χώρους φύλαξης φαρμάκων, οι οποίοι βρίσκονταν συνήθως σε κάστρα· αντίστοιχη σημασία απέκτησε και το παράγωγό της apothecarius (δηλαδή, ο υπεύθυνος της αποθήκης).
Τη σημασία της αποθήκης τροφίμων κληρονόμησαν η ιταλική bottega, η προβηγκιανή botica (ή botiga), αλλά και η ισπανική bodega—αυτή αργότερα περιορίστηκε να δηλώνει το κελάρι οινοπνευματωδών ποτών, την κάβα. Κατά τον 12ο αιώνα η προβηγκιανή λέξη πέρασε στη γαλλική ως boutique σημαίνοντας το επαγγελματικό εργαστήρι και το μικρό κατάστημα. Αν και μέχρι σήμερα η γαλλική boutique χρησιμοποιείται για καταστήματα κάθε είδους, κατά τον δανεισμό της από τα αγγλικά ως boutique και από τα ελληνικά ως μπουτίκ περιόρισε τη σημασία της δηλώνοντας κυρίως το κατάστημα (πολυτελών) ρούχων μόδας.
Και δεν σταμάτησε εκεί! Η μεσαιωνική σημασία της λατινικής λέξης εξελίχτηκε από αποθήκη φαρμάκων σε χώρο παρασκευής και πώλησης φαρμάκων, σε φαρμακείο, και πέρασε στο ισπανικό και πορτογαλικό botica και σε λέξεις των γειτονικών γερμανικών γλωσσών: ο πάλαι ποτέ εμπειρικός φαρμακοποιός, ο φαρμακοτρίφτης, ονομάζεται apothecary στα αγγλικά και το φαρμακείο εμφανίζεται ως Apotheke (γερμανικά), apotheek (ολλανδικά), Apdikt (λουξεμβουργιανά) και apotek (δανέζικα, σουηδικά, νορβηγικά).
Μαϊντανός
Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, το νόστιμο αρωματικό φυτό μάς ταξιδεύει μέχρι τα Βαλκάνια. Τὸ πετροσέλινον, δηλαδή το «σέλινο» που φυόταν σε βραχώδεις τοποθεσίες, ήταν η ελληνιστική λέξη για τον μαϊντανό και εμφανίζεται κυρίως στα ιατρικά κείμενα της ελληνιστικής περιόδου ως συστατικό φαρμάκων της εποχής. Καθώς η περιοχή της Μακεδονίας ήταν φημισμένη για τον μαϊντανό της, το φυτό αναφερόταν συχνά ως μακεδονήσιον πετροσέλινον. Μακεδονήσιον και όχι μακεδονικόν; Το επίθετο μακεδονήσιος προήλθε από το λατινικό επίθετο macedonensis (συγκεκριμένα, τον ουδέτερο τύπο macedonense) που σήμαινε τον μακεδονικό, το οποίο με τη σειρά του προήλθε από το αρχαιοελληνικό ουσιαστικό ὁ Μακεδών.
Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους όμως, το μακεδονήσιον πετροσέλινον απλοποιήθηκε σε μακεδονήσιον, αφού το ουσιαστικό πετροσέλινον εξέπεσε και το επίθετο μακεδονήσιον ουσιαστικοποιήθηκε, και αργότερα κληροδοτήθηκε στη νέα ελληνική ως μακεδονήσι. Παράλληλα, η τουρκική γλώσσα δανείστηκε το μεσαιωνικό μακεδονήσιον και έπλασε το mağdanos, το οποίο εξελίχθηκε σε maydanoz. Με τη σειρά της η νέα ελληνική δανείστηκε το τουρκικό maydanoz και έφτιαξε τη λέξη μαϊντανός.
Γκάζι
Κατά την κοσμογονική αντίληψη των αρχαίων, όπως μας παραδίδεται στον Ησίοδο (8ος–7ος αι. π.Χ.), το χάος ήταν η πρώτη κατάσταση του σύμπαντος. Από την αρχαιοελληνική λέξη οι λατινόφωνοι έπλασαν το chaos, για να δηλώσουν την άμορφη, συγκεχυμένη μάζα, από την οποία θεωρούσαν ότι γεννήθηκε το σύμπαν. Τον 17ο αι. μ.Χ. ο φλαμανδόφωνος χημικός Jan Baptist van Helmont (1577–1644) ανέτρεξε στη λατινική λέξη και τη χρησιμοποίησε, για να φτιάξει τη λέξη gas (όπου το φλαμανδικό g έχει προφορά παρόμοια με το ελληνικό χ) και να δηλώσει κάθε ουσία απροσδιόριστης μάζας που διέφερε από τον ατμοσφαιρικό αέρα. Τον ίδιο αιώνα ο όρος gas εισήχθη στο διεθνές επιστημονικό, τεχνικό λεξιλόγιο της φυσικής και τον 19ο αι. εμφανίστηκε στη νέα ελληνική ως γκάζι, για να δηλώσει το φωταέριο στο καθημερινό, μη τεχνικό λεξιλόγιο.
Μπουντρούμι με θέα...
Η ιστορία της λέξης μάς πάει στο αρχαιοελληνικό ουσιαστικό ὁ ἱππόδρομος που δήλωνε τον ειδικά διαμορφωμένο χώρο για αρματοδρομίες και ιππικούς αγώνες. Κατά την ελληνιστική και μεσαιωνική εποχή τα υπόγεια των ιπποδρόμων χρησιμοποιούνταν ως χώροι εγκλεισμού άγριων ή/και εξημερωμένων ζώων που λάμβαναν μέρος στα δημόσια θεάματα. Έτσι, με τονισμένη την ιδιαίτερη λειτουργία των υπογείων η λέξη ἱππόδρομος πέρασε αργότερα στα τουρκικά ως bodrum δηλώνοντας το υπόγειο δεσμωτήριο και το κελί φυλακής. Με τη σειρά της η λέξη bodrum πέρασε στη νέα ελληνική ως μπουντρούμι παίρνοντας την κατάληξη -ι που της επιτρέπει να κλίνεται και διατηρώντας την ίδια σημασία με παράλληλη επέκταση, ώστε να σημαίνει κάθε υπόγειο σκοτεινό χώρο. Η μετατροπή του [o] σε [u] οφείλεται στη φωνολογική διαδικασία της ανύψωσης λόγω γειτνίασης με χειλικά σύμφωνα—εδώ είναι το [b]. Αντίστοιχα παραδείγματα ανύψωσης βρίσκουμε στις λέξεις σαπούνι από το ελληνιστικό σαπώνιον (μετά το χειλικό [p]) και ρουφώ από το αρχαιοελληνικό ῥοφῶ (πριν το χειλικό [f]).
Τσιρότο
Αναφέρομαι φυσικά στη λεπτή αυτοκόλλητη ταινία που χρησιμοποιείται ως έμπλαστρο ή απλώς για την προστασία εξωτερικών πληγών. Η νεοελληνική λέξη προήλθε από την συνώνυμη ιταλική cerotto, η οποία έχει ως πρόγονο τη λατινική λέξη cerotum (3ος–6ος αι. μ.Χ.) που δήλωνε την αλοιφή ή το έμπλαστρο με βασικό συστατικό το κερί, μια θεραπευτική πρακτική που ήταν ήδη γνωστή στους αρχαίους γιατρούς. Ο Ιπποκράτης (5ος–4ος αι. π.Χ.) χρησιμοποιεί το αρχαιοελληνικό ουσιαστικό ἡ κηρωτὴ (από το ρήμα κηρόω που σήμαινε αλείφω με κερί), για να δηλώσει ένα κομμάτι υφάσματος αλειμμένο κυρίως με λιωμένο κερί μέλισσας που κάλυπτε πληγές ή/και εγκαύματα ως επίδεσμος και βοηθούσε στην προστασία και την επούλωσή τους.
Αργότερα, ο Κλαύδιος Γαληνός (2ος αι. μ.Χ.) εισήγαγε το (ελληνιστικό πια) ουσιαστικό τὸ κηρωτόν, για να αναφερθεί εναλλακτικά στην ιπποκράτεια πρακτική της κηρωτής. Από αυτό πλάστηκε στη συνέχεια το λατινικό cerotum. Βάσει της προέλευσης της λέξης τσιρότο από το κηρωτόν, τα λεξικά Μπαμπινιώτη υποστηρίζουν ότι η ορθογραφία τσηρώτο είναι ετυμολογικά συνεπέστερη και ορθότερη, κάτι που δεν γίνεται όμως ευρύτερα αποδεκτό από τη γλωσσική κοινότητα.
**********************************************************************
ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΥΧΝΟΤΕΡΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ;
Σύμφωνα με το Σώμα Ελληνικών Κειμένων και τον Εθνικό Θησαυρό Ελληνικής Γλώσσας, στις 100 συχνότερες λέξεις της νέας ελληνικής (μαζί με άρθρα, προθέσεις, συνδέσμους και αντωνυμίες) περιλαμβάνονται τα είμαι, λέω, όλος, μπορώ, υπάρχω, κάνω, πρέπει, όμως, πολύ, χρόνος, χώρα, μόνο, πολιτική, θέμα, ακόμα, κυβέρνηση, ελληνικός, πρόεδρος, μέσα, όχι, Ελλάδα, σήμερα και μεταξύ.
Με αφετηρία τα αρχαία ελληνικά, την ελληνιστική κοινή ή τη μεσαιωνική ελληνική ταξίδεψαν σε άλλες γλώσσες—συνήθως τα λατινικά ή τα τουρκικά—άλλαξαν εκεί μορφή ή σημασία ή συνηθέστερα και τα δύο, κληροδοτήθηκαν σε άλλες συγγενείς γλώσσες (π.χ. γαλλικά, ιταλικά) και κάποια στιγμή η ελληνική τις δανείστηκε με τη νέα τους μορφή και τη νέα τους σημασία. Στο περιπετειώδες ταξίδι του αλλεπάλληλου δανεισμού η μορφή τους προσαρμόστηκε στο εκάστοτε γλωσσικό σύστημα—άλλαξαν οι φθόγγοι, προστέθηκαν ή αφαιρέθηκαν καταλήξεις, μεταμφιέστηκε ακόμα και η γραφή. Και φυσικά, η σημασία τους εξελίχτηκε μέσω διαδικασιών διεύρυνσης ή περιορισμού. Πολλές φορές οι μεταβολές είναι τόσο θεμελιώδεις, ώστε, όταν το νήμα καταλήξει πίσω στην ελληνική, τα αντιδάνεια μοιάζουν αγνώριστα!
**********************************************************************
Μπουτίκ κρεάτων...
Θα τολμούσατε να πείτε στον ιδιοκτήτη ή στην ιδιοκτήτρια της μπουτίκ της γειτονιάς σας ότι το κατάστημά του/της είναι μια αποθήκη; Κι όμως, αυτός είναι ο πρόγονος της λέξης μπουτίκ! Από τον Θουκυδίδη (5ος αι. π.Χ.) και εξής η αρχαιοελληνική λέξη ἀποθήκη (από το ρήμα ἀποτίθημι) δήλωνε το δωμάτιο ή το κτίσμα που χρησιμοποιόταν για τη φύλαξη προμηθειών ή πολεμοφοδίων—περίπου ό,τι σημαίνει και σήμερα. Η αρχαιοελληνική λέξη πέρασε στα λατινικά ως apotheca διατηρώντας τόσο το μακρό [e] (που δηλωνόταν με το γράμμα ήτα) όσο και την αρχική σημασία της. Στους μεσαιωνικούς χρόνους, η σημασία διευρύνθηκε, με αποτέλεσμα η λέξη apotheca να δηλώνει επίσης και τους χώρους φύλαξης φαρμάκων, οι οποίοι βρίσκονταν συνήθως σε κάστρα· αντίστοιχη σημασία απέκτησε και το παράγωγό της apothecarius (δηλαδή, ο υπεύθυνος της αποθήκης).
Τη σημασία της αποθήκης τροφίμων κληρονόμησαν η ιταλική bottega, η προβηγκιανή botica (ή botiga), αλλά και η ισπανική bodega—αυτή αργότερα περιορίστηκε να δηλώνει το κελάρι οινοπνευματωδών ποτών, την κάβα. Κατά τον 12ο αιώνα η προβηγκιανή λέξη πέρασε στη γαλλική ως boutique σημαίνοντας το επαγγελματικό εργαστήρι και το μικρό κατάστημα. Αν και μέχρι σήμερα η γαλλική boutique χρησιμοποιείται για καταστήματα κάθε είδους, κατά τον δανεισμό της από τα αγγλικά ως boutique και από τα ελληνικά ως μπουτίκ περιόρισε τη σημασία της δηλώνοντας κυρίως το κατάστημα (πολυτελών) ρούχων μόδας.
Και δεν σταμάτησε εκεί! Η μεσαιωνική σημασία της λατινικής λέξης εξελίχτηκε από αποθήκη φαρμάκων σε χώρο παρασκευής και πώλησης φαρμάκων, σε φαρμακείο, και πέρασε στο ισπανικό και πορτογαλικό botica και σε λέξεις των γειτονικών γερμανικών γλωσσών: ο πάλαι ποτέ εμπειρικός φαρμακοποιός, ο φαρμακοτρίφτης, ονομάζεται apothecary στα αγγλικά και το φαρμακείο εμφανίζεται ως Apotheke (γερμανικά), apotheek (ολλανδικά), Apdikt (λουξεμβουργιανά) και apotek (δανέζικα, σουηδικά, νορβηγικά).
Μαϊντανός
Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, το νόστιμο αρωματικό φυτό μάς ταξιδεύει μέχρι τα Βαλκάνια. Τὸ πετροσέλινον, δηλαδή το «σέλινο» που φυόταν σε βραχώδεις τοποθεσίες, ήταν η ελληνιστική λέξη για τον μαϊντανό και εμφανίζεται κυρίως στα ιατρικά κείμενα της ελληνιστικής περιόδου ως συστατικό φαρμάκων της εποχής. Καθώς η περιοχή της Μακεδονίας ήταν φημισμένη για τον μαϊντανό της, το φυτό αναφερόταν συχνά ως μακεδονήσιον πετροσέλινον. Μακεδονήσιον και όχι μακεδονικόν; Το επίθετο μακεδονήσιος προήλθε από το λατινικό επίθετο macedonensis (συγκεκριμένα, τον ουδέτερο τύπο macedonense) που σήμαινε τον μακεδονικό, το οποίο με τη σειρά του προήλθε από το αρχαιοελληνικό ουσιαστικό ὁ Μακεδών.
Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους όμως, το μακεδονήσιον πετροσέλινον απλοποιήθηκε σε μακεδονήσιον, αφού το ουσιαστικό πετροσέλινον εξέπεσε και το επίθετο μακεδονήσιον ουσιαστικοποιήθηκε, και αργότερα κληροδοτήθηκε στη νέα ελληνική ως μακεδονήσι. Παράλληλα, η τουρκική γλώσσα δανείστηκε το μεσαιωνικό μακεδονήσιον και έπλασε το mağdanos, το οποίο εξελίχθηκε σε maydanoz. Με τη σειρά της η νέα ελληνική δανείστηκε το τουρκικό maydanoz και έφτιαξε τη λέξη μαϊντανός.
Γκάζι
Κατά την κοσμογονική αντίληψη των αρχαίων, όπως μας παραδίδεται στον Ησίοδο (8ος–7ος αι. π.Χ.), το χάος ήταν η πρώτη κατάσταση του σύμπαντος. Από την αρχαιοελληνική λέξη οι λατινόφωνοι έπλασαν το chaos, για να δηλώσουν την άμορφη, συγκεχυμένη μάζα, από την οποία θεωρούσαν ότι γεννήθηκε το σύμπαν. Τον 17ο αι. μ.Χ. ο φλαμανδόφωνος χημικός Jan Baptist van Helmont (1577–1644) ανέτρεξε στη λατινική λέξη και τη χρησιμοποίησε, για να φτιάξει τη λέξη gas (όπου το φλαμανδικό g έχει προφορά παρόμοια με το ελληνικό χ) και να δηλώσει κάθε ουσία απροσδιόριστης μάζας που διέφερε από τον ατμοσφαιρικό αέρα. Τον ίδιο αιώνα ο όρος gas εισήχθη στο διεθνές επιστημονικό, τεχνικό λεξιλόγιο της φυσικής και τον 19ο αι. εμφανίστηκε στη νέα ελληνική ως γκάζι, για να δηλώσει το φωταέριο στο καθημερινό, μη τεχνικό λεξιλόγιο.
Μπουντρούμι με θέα...
Η ιστορία της λέξης μάς πάει στο αρχαιοελληνικό ουσιαστικό ὁ ἱππόδρομος που δήλωνε τον ειδικά διαμορφωμένο χώρο για αρματοδρομίες και ιππικούς αγώνες. Κατά την ελληνιστική και μεσαιωνική εποχή τα υπόγεια των ιπποδρόμων χρησιμοποιούνταν ως χώροι εγκλεισμού άγριων ή/και εξημερωμένων ζώων που λάμβαναν μέρος στα δημόσια θεάματα. Έτσι, με τονισμένη την ιδιαίτερη λειτουργία των υπογείων η λέξη ἱππόδρομος πέρασε αργότερα στα τουρκικά ως bodrum δηλώνοντας το υπόγειο δεσμωτήριο και το κελί φυλακής. Με τη σειρά της η λέξη bodrum πέρασε στη νέα ελληνική ως μπουντρούμι παίρνοντας την κατάληξη -ι που της επιτρέπει να κλίνεται και διατηρώντας την ίδια σημασία με παράλληλη επέκταση, ώστε να σημαίνει κάθε υπόγειο σκοτεινό χώρο. Η μετατροπή του [o] σε [u] οφείλεται στη φωνολογική διαδικασία της ανύψωσης λόγω γειτνίασης με χειλικά σύμφωνα—εδώ είναι το [b]. Αντίστοιχα παραδείγματα ανύψωσης βρίσκουμε στις λέξεις σαπούνι από το ελληνιστικό σαπώνιον (μετά το χειλικό [p]) και ρουφώ από το αρχαιοελληνικό ῥοφῶ (πριν το χειλικό [f]).
Τσιρότο
Αναφέρομαι φυσικά στη λεπτή αυτοκόλλητη ταινία που χρησιμοποιείται ως έμπλαστρο ή απλώς για την προστασία εξωτερικών πληγών. Η νεοελληνική λέξη προήλθε από την συνώνυμη ιταλική cerotto, η οποία έχει ως πρόγονο τη λατινική λέξη cerotum (3ος–6ος αι. μ.Χ.) που δήλωνε την αλοιφή ή το έμπλαστρο με βασικό συστατικό το κερί, μια θεραπευτική πρακτική που ήταν ήδη γνωστή στους αρχαίους γιατρούς. Ο Ιπποκράτης (5ος–4ος αι. π.Χ.) χρησιμοποιεί το αρχαιοελληνικό ουσιαστικό ἡ κηρωτὴ (από το ρήμα κηρόω που σήμαινε αλείφω με κερί), για να δηλώσει ένα κομμάτι υφάσματος αλειμμένο κυρίως με λιωμένο κερί μέλισσας που κάλυπτε πληγές ή/και εγκαύματα ως επίδεσμος και βοηθούσε στην προστασία και την επούλωσή τους.
Αργότερα, ο Κλαύδιος Γαληνός (2ος αι. μ.Χ.) εισήγαγε το (ελληνιστικό πια) ουσιαστικό τὸ κηρωτόν, για να αναφερθεί εναλλακτικά στην ιπποκράτεια πρακτική της κηρωτής. Από αυτό πλάστηκε στη συνέχεια το λατινικό cerotum. Βάσει της προέλευσης της λέξης τσιρότο από το κηρωτόν, τα λεξικά Μπαμπινιώτη υποστηρίζουν ότι η ορθογραφία τσηρώτο είναι ετυμολογικά συνεπέστερη και ορθότερη, κάτι που δεν γίνεται όμως ευρύτερα αποδεκτό από τη γλωσσική κοινότητα.
**********************************************************************
ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΥΧΝΟΤΕΡΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ;
Σύμφωνα με το Σώμα Ελληνικών Κειμένων και τον Εθνικό Θησαυρό Ελληνικής Γλώσσας, στις 100 συχνότερες λέξεις της νέας ελληνικής (μαζί με άρθρα, προθέσεις, συνδέσμους και αντωνυμίες) περιλαμβάνονται τα είμαι, λέω, όλος, μπορώ, υπάρχω, κάνω, πρέπει, όμως, πολύ, χρόνος, χώρα, μόνο, πολιτική, θέμα, ακόμα, κυβέρνηση, ελληνικός, πρόεδρος, μέσα, όχι, Ελλάδα, σήμερα και μεταξύ.
Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
vassileiou@cbs.mpg.de
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας,
Λειψία, Γερμανία
*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook)