Αναλύσεις

«…Ανεπαίσθητος έξω»

Βράδιασε. Μαζεύεσαι στο πετσί σου που κρυώνει, γυρισμός από το πάρκο. Στο δωμάτιο με τον τεχνητό αέρα σε τύλιξε κιόλας ανατριχίλα για τη «λυπητερή» που θα ’ρθει όπου να ’ναι. Μέσα τεχνητό φως, έξω ακόμα το γκρι του δειλινού που ξεψυχά. Στην τηλεόραση κλίνεται το ουσιαστικό ο τζόγος, του τζόγου, ω! τζόγε! λεφτά, πάρε κόσμε. Πάτα το λοιπόν το ρημάδι το κουμπί κι άντε στη φωλιά σου σαν αγρίμι διψασμένο, ν’ αδράξεις τη σωτηρία της ψυχής μέσα από ένα βιβλίο. Ως να το διαλέξεις, στο ραδιόφωνο η Γαλάνη μαγεύει με το: «Ζω» του Χατζηνάσιου, πανευτυχής που μετά τον χωρισμό γιατρεύει τα σημάδια. Θα ’θελες να της έλεγες πως υπάρχουν κι αυτά που δεν γιατρεύονται, μα ασ'το καλύτερα.


Ζω! Για τους πολλούς, υπάρχω! Ξεχνιέμαι, συνδιαλέγομαι έτσι τσάτρα-πάτρα, σπαταλιέμαι, πετάω χρόνο κι ενέργεια στα σκουπίδια. Στ’ αφτιά σου ακόμα τα βατράχια που κάνουν συναυλία μεσ’ στο λιγοστό νερό του ρυακιού, ο άνεμος που λυγάει τις καλαμιές, το τρίξιμο απ’ τις πευκοβελόνες στις σόλες σου, το απεγνωσμένο κάλεσμα της γάτας για σμίξιμο - Γενάρης γαρ, η ώρα του - το ελαφρύ βουητό της μελισσούλας που κυνηγάει τη γύρη στα πρώτα αγριολούλουδα. Τόσα χρειάζεσαι για να νιώσεις άνθρωπος, άρα αδύναμος, αφού δεν τα ορίζεις της φύσης τα θαύματα. Εσύ υπάρχεις μέσα στα τείχη των σχέσεων, των φιλοδοξιών, οι ανάγκες σου ρυθμισμένες τέλεια.


Πώς το είπε εκείνος ο μεγάλος Αλεξανδρινός; «Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω». Για το «μεγάλα κι υψηλά γύρω μου έκτισαν τείχη» ο Καβάφης αιτιάται άλλους. Ποιους; Φυλακισμένος στα δικά σου τείχη, τους καταναγκασμούς, τις υποχρεώσεις, σαν να παίρνεις θάνατο με σταγονόμετρο σε καθορισμένες δόσεις. Υπάρχεις μόνο κάτω από την πίεση να προλάβεις, τι; Τη ζωή; Ναι! Σιγά! Από τη μια δουλειά στην άλλη, από το ένα ζόρι στο άλλο. Γιατί; Μα γιατί αυτή είναι η τάξη που σε κάνει να υπάρχεις. Έτσι και ξεχαστείς λίγο παραπάνω στη φύση, στη γαλήνη, στο άδειασμα του μυαλού, που θαμπώνεται μ’ όσα αντικρίζει μέσα σε λίγα λεπτά σεργιάνι, γυρνάς πίσω σαν μαστουρωμένος από ουσίες που δεν τις αντέχεις. Αναζητάς τις τοξίνες του πολιτισμού σου που σ’ έκανε να ξεχάσεις πώς τραγουδάει το κύμα σαν σμίγει με την αμμουδιά, πώς δύει ο ήλιος μέσ’ στην γκρίζα ομίχλη που φέρνει το μούχρωμα λίγο πριν βραδιάσει.


Παρηγοριέσαι λίγο με το γάβγισμα του σκυλιού απέναντι, με τα περιστέρια που ακόμα ζυγιάζονται στα καλώδια. Όλα, κομμάτια μιας προαιώνιας τάξης. Η απόσταση ανάμεσα στη δική σου τάξη κι αυτών των όντων, σε τρομάζει. Εκεί βασιλεύει μια ισότητα δημοκρατική, το κάθε δημιούργημα έχει τη θέση του στον φυσικό ορίζοντα. Κάθε ατασθαλία τιμωρείται (ναι!.. ακριβώς όπως στη δική σου τάξη!). Εκεί το εγώ χάνει τη σημασία του. Ζωή χωρίς αθέμιτους ανταγωνισμούς, υποσκάψεις, φθόνους.


Αναρωτιέσαι αν θα μπορούσες να ζούσες κι εσύ έτσι! Τώρα πια; Συγγνώμη, αλλά άργησες. Χαλάρωσε! Πήρες τη δόση σου για σήμερα κι αύριο μέρα θα ’ναι. Τα τείχη θα ’ναι εδώ, θα ’ναι όμως ανοιχτό το κάγκελο στο πάρκο. Λίγο το ’χεις;