Αναλύσεις

Πόσο είμαι;

Τόσο! Από τότε μετράω τη ζωή μου. Απ’ τη μέρα που μ’ ένα πτυχίο στο χέρι και πολύ καμάρι, τρομάρα μου, αμολήθηκα στις ρούγες και τις γειτονιές -σιγά, πόσες είχε τότε η Λευκωσία;- μπας και βρω μια γωνιά σε μιαν απ’ τις τρεις-τέσσερεις ασπρόμαυρες τετρασέλιδες εφημερίδες. Ήταν έρωτας που γεννήθηκε μέσα απ’ την κληρονομιά, δυο σελίδες όλες κι όλες, της ψυχής του αδικοχαμένου γονιού μου, με καλλιγραφικές περίτεχνες απολήξεις, πρώτο μάθημα γραφής.


Έρωτας που συνδαύλιζε η ανέχεια, να μην μπορείς να πάρεις να διαβάσεις ό,τι θέλεις. Μόνη παρηγοριά ο εφημεριδοπώλης. Ποιος θυμάται πως υπήρχαν, φορτωμένοι σε δισάκκι ή στην αγκαλιά την πραμάτεια τους, που τη διαλαλούσαν διαλέγοντας τους πιο τρανταχτούς τίτλους «νέων» - ειδήσεις τις είπαμε αργότερα.


Ο κύριος Μωυσής που έφερνε βόλτα το Καϊμακλί θα ένιωθε πως κρατούσε στα χέρια του τις δέκα εντολές όταν, πηδώντας από τη μοτόρα του, πετούσε, αξημέρωτα ακόμα, το έντυπο στη βεραντούλα. Στον ήχο να πετάγεσαι να τ’ αρπάξεις, να χώσεις τη μουσούδα σου σαν λαγωνικό, να μυρίσεις το χαρτί, το μελάνι, να το διπλώσεις ύστερα από το πρώτο βιαστικό αγκάλιασμα, στοργικά, να το βολέψεις στη θέση του, να σε περιμένει γι’ άλλη συνάντηση. Και να ονειρεύεσαι πότε θα γράψεις κάτι που να ’ναι άξιο να διαβαστεί.


Ήταν τα χρόνια που όσοι έγραφαν είχαν μόρφωση, ήθος, παρουσία και ύφος. Προπαντός το τελευταίο. Να διαβάζεις τρεις αράδες και να ξέρεις ποιος το ’γραψε. Γραφτά με ποιότητα, φινέτσα, καυστικά σχόλια. Νίκος Παττίχης, Αντρέας Καννάουρος, Διομήδης Γαλανός, Αντρέας Γάβρης, Γιώργος Φιλής, Φιφής Ιωάννου, Χριστάκης Κατσαμπάς, Γιάννης Κυριακίδης, οι Σταυρινίδηδες, η Καρουάνα, πόσοι και πόσοι, πού να καταγραφούν; Μα πάνω απ’ όλα αγώνας για την ελευθεροτυπία, το δικαίωμα στην έκφραση της άποψης.


Να παλεύεις ν’ ανοίξεις τα φτερά σου σ’ έναν χώρο ανδροκρατούμενο. Εκείνο το «έσιεις πολλά ψουμιά, κορούα μου, να φάεις για να δεις τ’ όνομά σου τυπωμένο, μάθε πρώτα να γράφεις», μαχαιριά που ακόμα τη νιώθεις. Να γράφεις την εποχή της δύσκολης καθαρεύουσας με τα σημεία στίξης. Η κρυάδα ακόμα στη σπονδυλική σου στήλη, γιατί αυτός που σου το ’λεγε ήταν στρατηγός κι εσύ ψαρωμένο φανταράκι. Έπρεπε να μάθεις να διασταυρώνεις πληροφορία, να διαβάζεις τους ανθρώπους. Αυτό είναι δημοσιογραφία που τη δίδαξαν δημοσιογράφοι κι εκδότες, που τις εφημερίδες δεν τις αγόραζαν, τις έχτιζαν φράση-φράση. Η εφημερίδα ήταν ο σκοπός, όχι το μέσον κι οι αρθρογράφοι έζησαν κυνηγητό μέχρι και απόπειρες δολοφονίας. Τότε.


Τώρα; Ανελλήνιστα κακογραμμένα προχειρογραφήματα γεμίζουν τις άφθονες πολύχρωμες σελίδες. Άνοιξε, ναι, μια νέα εποχή, ηλεκτρονική, μοντέρνα, ζωντανή, μα άψυχη. Τι να μυρίσεις στον παγωμένο υπολογιστή; Πώς ν’ αγκαλιάσεις το φύλλο, να το τσακίσεις στα δυο, να το σφίξεις στα δάκτυλά σου, να χαρείς τον ήχο; Πού είναι η αυθεντικότητα, η ατομικότητα; Λίγα είναι τα γραφτά που ξεχωρίζουν κι είναι πραγματικά σπουδαία. Κάτι είναι κι αυτό. Ποιος το ξεφούρνισε τώρα αυτό το «μπας και γεράσαμε;», να του βάλω πιπέρι στο στόμα;


Εντάξει, μπήκαμε στην εποχή της φιγούρας, του εύκολου, του γρήγορου. Τα ρούχα επώνυμα και το πνεύμα ανώνυμο, μα η νιότη μας ζει. Με μνήμες μιας ευγενικής ποιότητας, με τ’ αστεία, τα πειράγματα και τις βωμολοχίες ακόμα των ανθρώπων του συναφιού που πάλευαν με τα ξύλινα στοιχεία που έμπαιναν ένα-ένα με το χέρι, με τη λινοτυπική, το αντιμόνιο, τον αφόρητο θόρυβο. Για να φτάσει στα χέρια σου, πεταγμένο από τον κυρ-Μωυσή στη γωνιά, αυτό που σου άνοιξε παράθυρο στον κόσμο, που θέλησες να του βάλεις ένα τόσο δα πετραδάκι να σουλουπωθεί λιγάκι.


Τώρα, ποιος φωνάζει «Δεν βαριέσαι!». Όχι δεν βαριέμαι. Τη νιότη τους την έκαναν χαλάλι με νυχτέρια, με ατελείωτα ωράρια, χωρίς άδειες, χωρίς καμιά κοινωνική ασφάλιση, μόνο με κινδύνους σε καιρούς σκοτεινούς κι αγριεμένους, οι άνθρωποι του Τύπου, μα λίγο-πολύ κι όσοι πάλεψαν από το μονοπωλιακό ασπρόμαυρο ΡΙΚ να στηρίξουν τον κόσμο στη συμφορά.


Άλλη μια σελίδα, ασπρόμαυρη κι αυτή, στην ιστορία του τόπου που μύριζε μπαρούτι, όχι μελάνι. Όχι δεν βαριέμαι, μόνο τιμώ τους ανθρώπους εκείνων των καιρών όπως τους αξίζει. Στους καιρούς μας; Ναι, τους ηλεκτρονικούς. Πειράζει;