Τώρα που ο λαός επέλεξε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τα επόμενα πέντε χρόνια, οφείλουμε όλοι να τον βοηθήσουμε ν' αντεπεξέλθει επιτυχώς στο δύσκολο έργο που ανέλαβε για το καλό της Κύπρου μας. Για το Κυπριακό, κύριος στόχος μου είναι να πείσω για την ανάγκη επεξεργασίας εκείνης της μορφής λύσης ΔΔΟ, που μπορεί να οδηγήσει στην επανένωση της χώρας.
Μιας και δεχτήκαμε να συζητήσουμε μια τέτοια λύση στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου (1977, 1979), που από τότε αποτελεί τη βάση των διαπραγματεύσεων και το 1990 αποτυπώθηκε μάλιστα στα σχετικά ψηφίσματα του Σ.Α. των Ην. Εθνών, νομίζω ότι όλοι θα πρέπει πρώτα να εξαντλήσουμε όλη μας την επινοητικότητα/εφευρετικότητα για να βρούμε εάν μπορεί να υπάρξει μια αποδεκτή λύση και να εισηγηθούμε τρόπους για την προώθησή της. Αντί, λοιπόν, να επιδιδόμαστε σε συνεχείς αντιπαραθέσεις μεταξύ μας, που δεν βοηθά σε τίποτε, ας χρησιμοποιήσουμε όλες μας τις δυνάμεις για την επεξεργασία μιας λύσης ΔΔΟ με το σωστό περιεχόμενο, όπως αποκλήθηκε κάποτε. Αυτό θα προσπαθήσω να κάμω σ’ αυτήν τη σειρά άρθρων, έστω κι αν χρειαστεί να επαναλάβω τον εαυτό μου.
Θα αναφερθώ τώρα σε μερικά από τα σοβαρά λάθη τακτικής που διαπράξαμε κατά τις μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις, για να είμαστε πιο προσεκτικοί. Ενώ μπορούσαμε να προετοιμαστούμε καλύτερα για το ποια θέση να πάρουμε στα πολλά θέματα που συνθέτουν το πρόβλημα, οι επιμέρους συζητήσεις που έγιναν κατά καιρούς δεν κατέληξαν στην υιοθέτηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου και μάλιστα με εναλλακτικές προτάσεις στις βασικές πτυχές του, μιας και πρόκειται για διαπραγματεύσεις και μάλιστα με έναν δύσκολο και δυνατό αντίπαλο.
Από την ώρα που δεχτήκαμε ως επιδιωκόμενη λύση την ΔΔΟ, που ήταν αναπόφευκτη, έπρεπε να αναλύσουμε όλες τις πτυχές της και να έχουμε θέσεις κι επιχειρήματα για καθεμιά. Ευτυχώς που, στο μεταξύ, έπειτα από αρκετά χρόνια από την εισβολή, καταφέραμε να ενταχθούμε στην Ε.Ε., για να μπορούμε με την υιοθέτηση των βασικών της ελευθεριών να προσβλέπουμε στη δημιουργία, μελλοντικά, μιας ενιαίας Κύπρου.
Η έλλειψη μιας τέτοιας μελέτης οδήγησε σε λάθη τακτικής. Στο χάρτη που η δική μας πλευρά έδωσε το 1976 παραχωρούσαμε 23% του εδάφους στο τ/κ Καντόνιο (Συνιστώσα Πολιτεία αργότερα!), ενώ με βάση την ιδιοκτησία γης κι ένα μέρος κυβερνητικής/χαλίτικης γης, που να συνάδει με την αναλογία των Τ/κ στον πληθυσμό, δεν έπρεπε να υπερβαίνει το 18-19%. Όταν παρατήρησα τούτο στον Μακάριο, η απάντησή του ήταν: Μακάρι, μωρέ, να το δεχτούν κι αυτό. Δεν έφτανε μόνο αυτό. Αργότερα διολισθήσαμε στα 29%+. Δεν είναι τυχαίο που ο κ. Ακιντζί μάς είπε κάποτε από την ελληνική τηλεόραση ότι το αίτημά του στο εδαφικό είναι μεταξύ 28,2% και 29,2%.
Το θέμα της διατήρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της μετεξέλιξής της μετά τη λύση αποτελεί ένα πάρα πολύ σημαντικό ζήτημα. Εάν σε δύο/τρία χρόνια κατέρρευσαν οι Συμφωνίες Ζυρίχης/Λονδίνου του 1960, ποιος μας εγγυάται ότι μια νέα Συμφωνία δεν θα έχει την ίδια τύχη; Μήπως δεν είναι καθαρή η στόχευση της Τουρκίας από τη δεκαετία του 1950;
Ακόμη και τις διεθνείς συνθήκες της Λωζάννης άρχισε πρόσφατα να αμφισβητεί ύστερα από εκατό σχεδόν χρόνια. Αλλά και στο θέμα αυτό «πηγαίναμε γυρεύοντας», κατά τη λαϊκή ρήση. Ενώ ξεκινήσαμε τις διαπραγματεύσεις μετά τις ταραχές του 1963 μεταξύ εκπροσώπων των δύο Κοινοτήτων (Γλ. Κληρίδη-Ρ.Ντενκτάς), μετά την εισβολή σταδιακά ανεβάσαμε τον εκπρόσωπο της τ/κ μειονότητας να συνάπτει τις Συμφωνίες του 1977 και του 1979 με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (Συμφωνίες Μακαρίου-Ντενκτάς και Κυπριανού-Ντενκτάς).
Αν και μέχρι τότε «τηρούσαμε τα προσχήματα» και τις διαπραγματεύσεις τις διεξήγαγαν οι διαπραγματευτές των δύο Κοινοτήτων, στη συνέχεια ανέλαβε τον ρόλο αυτό ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεν ήταν τυχαίο που η τ/κ πλευρά έθεσε θέμα μη ανάρτησης της Κυπριακής Σημαίας στο όχημα που τον μετέφερε στις συνομιλίες, που τελικά έγινε αποδεκτό. Δεν ήταν τυχαία και πάλιν η ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» το 1983.
Πάλι καλά που κάποιοι από τότε διείδαν τη σημασία της ευρωπαϊκής πορείας της Κύπρου κι εργάστηκαν έντονα για σύναψη Συμφωνίας Τελωνειακής Ένωσης με την ΕΟΚ και στη συνέχεια ένταξης στην Ε.Ε. ως πλήρους Μέλους. Δυστυχώς, δεν αξιοποιήσαμε συστηματικά τη νέα μας αυτή ιδιότητα, ιδιαίτερα στις διαπραγματεύσεις για το Σχέδιο Ανάν, όπου ο περιβόητος Φερχόιγκεν, ως άλλος Πιλάτος, ένιψε τα χέρια του με την περίφημη θέση «ό,τι αποφασίσετε, η Ε.Ε. θα το δεχθεί ως πρωτογενές δίκαιό της».
Από την άλλη μεριά, έχουμε σχεδόν ξεχάσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι Μέλος του ΟΗΕ και υπάρχει απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που καταδικάζει και την τουρκική εισβολή και την ανακήρυξη του ψευδοκράτους. Δυστυχώς, χωρίς προσεκτικά βήματα κι επιφυλάξεις των νομίμων δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας καταλήξαμε να διαπραγματευόμαστε σαν δύο ίσες οντότητες, κάτι που διεθνώς εξίσωσε τη νομιμότητα με την παρανομία. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, γιατί κάποιος ξένος να πιέσει την Τουρκία να κάμει τις αναγκαίες υποχωρήσεις, εφόσον πρόκειται για διαφορά μεταξύ δύο ισότιμων μερών;
Νομίζω θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Εκτός αν οι Τ/κ αποφασίσουν να επιστρέψουν στους τόπους τους, η λύση ΔΔΟ είναι η μόνη εφικτή και πρέπει να εγκύψουμε στο σωστό περιεχόμενό της.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Πρώην Υπουργός, πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού www.iacovosaristidou.com