Είναι κοινό μυστικό ότι η απονομή της δικαιοσύνης στην Κύπρο αργεί, καθώς έχουμε φτάσει στο σημείο το 2018 να εκδικάζονται υποθέσεις του 2011 και στην καλύτερη περίπτωση του 2012. Οι λόγοι που μας οδήγησαν στο εν λόγω αποτέλεσμα είναι πολλοί και οι απόψεις για το τι μας οδήγησε σε αυτό το σημείο αρκετές. Αυτό όμως δεν αποτελεί «προνόμιο» μόνο του δικού μας δικαιϊκού συστήματος, αλλά προβληματίζει πάρα πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, περίπου, άρχισε μια προσπάθεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση για εξεύρεση νομοθετικού πλαισίου για εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών και την 21η Μαΐου 2008 εξέδωσε την οδηγία 2008/52 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που αφορά ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η εν λόγω οδηγία μεταφέρθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη με τον Νόμο 159(Ι)/2012, με τον οποίο εισάγεται στην Κύπρο ο θεσμός της διαμεσολάβησης ως εναλλακτικό μέσο επίλυσης διαφορών.
Σίγουρα ο θεσμός αυτός είναι ακόμη σχετικά άγνωστος στην Κύπρο, αλλά υπάρχουν χώρες όπου εφαρμόζεται με μεγάλη επιτυχία και έχει βοηθήσει σε αρκετό βαθμό να αποφορτιστούν τα δικαστήρια.
Τι είναι, όμως, η διαμεσολάβηση; Είναι μια διαδικασία, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη μιας διαφοράς αποτείνονται εκουσίως σε διαμεσολαβητή με σκοπό να καταλήξουν σε επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς.
Ο Νόμος στην Κύπρο εφαρμόζεται σε εμπορικής και αστικής φύσης διαφορές, αλλά αποκλείει εργατικές και οικογενειακές διαφορές.
Γιατί, όμως, να επιλέξει κάποιος να υπαγάγει μια διαφορά του σε διαμεσολάβηση αντί να απευθυνθεί στη δικαιοσύνη; Η απάντηση είναι απλή, καθώς τα πλεονεκτήματα είναι περισσότερα από τα μειονεκτήματα. Κατ’ αρχάς, η διαμεσολάβηση απαιτεί τα μέρη να προσέρχονται εκουσίως και σε καμία περίπτωση δεν αποκλείει την προσφυγή κάποιου στο δικαστήριο, αν κρίνει ότι δεν μπορεί να εξεύρει λύση μέσω της διαμεσολάβησης. Κατά δεύτερον, ο χρόνος που απαιτείται για επίλυση της διαφοράς είναι απείρως λιγότερος από μια δικαστική διαδικασία. Κατά τρίτον, το κόστος της διαμεσολάβησης είναι μικρότερο από το κόστος προσφυγής στη δικαιοσύνη.
Τέταρτον, η όποια κατάληξη αποτελεί συμφωνία των μερών και δεν αποφασίζει ο διαμεσολαβητής, του οποίου ο ρόλος είναι να βοηθήσει τα μέρη να ξεπεράσουν τους σκοπέλους των διαφορών τους για να καταλήξουν σε συμφωνία. Πέμπτον, τα μέρη έχουν την ευκαιρία να ακουστούν μακριά από τυποποιημένες δικαστικές διαδικασίες. Έκτον, η όποια συμφωνία των μερών έχει εκτελεστό χαρακτήρα, δηλαδή μπορεί να κατατεθεί στο δικαστήριο και να περιβληθεί με την ισχύ απόφασης δικαστηρίου.
Όπως γίνεται αντιληπτό από τα πιο πάνω, η διαμεσολάβηση δίνει την ευκαιρία επίλυσης μιας διαφοράς γρήγορα, ευέλικτα, χωρίς μεγάλο κόστος και πάντοτε χωρίς να αποκλείει τη δυνατότητα προσφυγής στη Δικαιοσύνη. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Δικηγόρος/ Διαμεσολαβητής