Αναλύσεις

Άμυνα και οικονομία: Η περίπτωση της Κύπρου

Η απαγόρευση από τη Τουρκία, με χρήση στρατιωτικών μέσων, της άσκησης από την Κυπριακή Δημοκρατία των κυριαρχικών της δικαιωμάτων στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη και συγκεκριμένα στο οικόπεδο 3, επανέφερε στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα της αμυντικής επάρκειας του κράτους και τη δυνατότητα οικοδόμησης ναυτικής αποτροπής, μέσα στις δοσμένες οικονομικές συνθήκες, έτσι ώστε η ΚΔ να μπορέσει να εκμεταλλευθεί απρόσκοπτα τις υποθαλάσσιες πηγές υδρογονανθράκων. Παρακάτω, θα παραθέσουμε κάποια γενικά στοιχεία για τη σχέση άμυνας και οικονομίας και θα καταλήξουμε με τα δεδομένα της Κύπρου.


Η άμυνα μιας χώρας είναι συνάρτηση πολλών αλληλοεξαρτώμενων παραγόντων, όπως οι αντιμετωπιζόμενες απειλές, η οικονομική ευρωστία, ο πληθυσμός, οι συμμαχίες, το γεωστρατηγικό περιβάλλον, το φρόνημα, το ηθικό κ.λπ.


Παρ’ όλον που οι προαναφερθέντες παράγοντες έχουν τη σπουδαιότητά τους και τη συμβολή τους στη διαμόρφωση της αμυντικής πολιτικής μιας χώρας, οι οικονομικές της δυνατότητες είναι ίσως ο σημαντικότερος και ο πλέον καθοριστικός παράγων. Όσο πιο εύρωστη και ανθηρή είναι η οικονομία ενός κράτους, τόσο περισσότερους πόρους μπορεί να διαθέσει στην αμυντική θωράκιση.


Κάθε κράτος, με τη διάθεση πόρων στην άμυνα, παράγει ασφάλεια για τον εαυτό του έναντι υπαρκτών ή δυνητικών εξωτερικών απειλών, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις και για την αντιμετώπιση εσωτερικών προβλημάτων ασφάλειας.


Ο αριθμός των πιθανών απειλών είναι συχνά μεγάλος και οι διαθέσιμοι πόροι εξ ορισμού περιορισμένοι. Έτσι, οι κυβερνήσεις των κρατών υποχρεούνται να επιτυγχάνουν διαχρονικά την ισορροπία μεταξύ του απαιτούμενου ύψους αμυντικών δαπανών και του πλούτου του εν λόγω κράτους, χωρίς ταυτόχρονα οι επιπτώσεις των δαπανών αυτών να υποσκάπτουν και να διακυβεύουν την περαιτέρω αύξηση του εθνικού εισοδήματος. Η τελευταία, είναι αναγκαία προϋπόθεση για να συνεχίσει το κράτος να διατηρεί, αλλά και να αυξάνει, αν αυτό είναι αναγκαίο, την αμυντική του ισχύ.


Ανθρώπινος και υλικός παράγοντας


Δύο παράγοντες συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητα μιας στρατιωτικής μηχανής στη βασική της αποστολή: Ο ανθρώπινος και ο υλικός παράγοντας. Αν μιλήσουμε με όρους της οικονομικής θεωρίας, μπορούν να λογισθούν ως οι απαιτούμενες εισροές συντελεστών για την παραγωγή του συλλογικού αγαθού της άμυνας και ασφάλειας. Ο άριστος συνδυασμός αυτών μεγιστοποιεί και την παραγόμενη εκροή, η οποία μετριέται με όρους στρατιωτικής ισχύος και αποτρεπτικής ικανότητας.


Εφόσον η παραγωγή άμυνας απαιτεί συνδυασμό εισροών από δύο συντελεστές παραγωγής, κεφάλαιο (αμυντικές δαπάνες) και εργασία (ανθρώπινο δυναμικό), είναι προφανές ότι, όπως κάθε παραγωγός, έτσι και το κράτος επιχειρεί να παράγει τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα αυτού του συγκεκριμένου αγαθού, με τις μικρότερες δυνατές ποσότητες συντελεστών παραγωγής, δηλαδή με το μικρότερο δυνατό κόστος.


Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ένα κράτος επιθυμεί την αύξηση της παραγωγής του αγαθού αυτού, απαιτείται η αύξηση των εισροών κεφαλαίου και εργασίας. Για τα κράτη, όμως, εκείνα όπως η Κύπρος, τα οποία έχουν δεδομένο το μέγεθος του πληθυσμού, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο συντελεστής εργασίας είναι σχετικά σταθερός. Εφόσον, λοιπόν, ο συντελεστής αυτός είναι σταθερός, καθίσταται προφανές ότι, για να επέλθει μεταβολή στο μέγεθος της παραγωγής, είναι απαραίτητο να αυξηθούν οι εισροές του μεταβλητού συντελεστού, δηλαδή των εισροών κεφαλαίου.


Οι αμυντικές δαπάνες έχουν θετικές και αρνητικές συνέπειες στην οικονομία. Οι αρνητικές συνοψίζονται στις ευεργετικές επιπτώσεις που θα έχουν πιθανές εναλλακτικές χρήσεις των δαπανούμενων πόρων σε τομείς, όπως η Υγεία, η Παιδεία, η κοινωνικής πρόνοια κ.λπ. Οι θετικές επιδράσεις των δαπανών της άμυνας σχετίζονται με το κλίμα εθνικής ασφάλειας, στη δημιουργία του οποίου συμβάλλουν οι αμυντικές δαπάνες. Μέσω αυτού, επιτυγχάνεται η απρόσκοπτη λειτουργία της οικονομίας.


Οι αποταμιεύσεις, οι επενδύσεις, η παραγωγή και η κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών ευνοούνται και υποβοηθούνται από το γενικό αίσθημα ασφάλειας, το οποίο εξασφαλίζει η αξιόπιστη αμυντική και αποτρεπτική ικανότητα της χώρας. Είναι προφανές ότι, αν επικρατούσε διάχυτη η αντίληψη πως μια χώρα διαθέτει ασθενή και αναξιόπιστη αμυντική και αποτρεπτική ικανότητα έναντι των άμεσων - εξωτερικών ή ασύμμετρων - απειλών, τις οποίες αντιμετωπίζει, τότε η αβεβαιότητα ως προς την ασφάλεια της χώρας πιθανόν να είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις στη λειτουργία της οικονομίας.
Αύξηση αμυντικών δαπανών και συμμαχίες


Η επενδυτική δραστηριότητα, ο μοχλός δηλαδή της οικονομικής ανάπτυξης, πιθανό να βρισκόταν σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα, επειδή θα επικρατούσε κλίμα αβεβαιότητας, όσον αφορά τη μακροχρόνια ασφάλεια και τις προοπτικές της χώρας. Μπορούμε, δηλαδή, κάλλιστα να συμπεράνουμε ότι η συμβολή στη δημιουργία κλίματος ασφάλειας και η δυνατότητα του κράτους να διασφαλίζει την κυριαρχία του και τα κυριαρχικά του δικαιώματα αντισταθμίζει τις όποιες αρνητικές επιπτώσεις των αμυντικών δαπανών.


Η αντικειμενική αδυναμία της ΚΔ να προβάλει επαρκή αποτρεπτική ισχύ απέναντι στις απροκάλυπτες και παράνομες επιδιώξεις της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ αποδεικνύει την ανάγκη, αφενός να αυξηθεί η εισροή κεφαλαίου, δηλαδή αμυντικών δαπανών, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων της οικονομίας, προκειμένου να συγκροτηθεί πολεμικό ναυτικό, και, αφετέρου, να αναζητηθούν αμυντικές συνεργασίες με γειτονικές και άλλες χώρες, στο πλαίσιο εξυπηρέτησης κοινών συμφερόντων στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, έτσι, ώστε, πάντοτε στο πλαίσιο της συλλογικής αυτοάμυνας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 51 του καταστατικού χάρτη, να προβληθεί η αναγκαία αποτρεπτική ισχύς απέναντι στην επιθετικότητα της Τουρκίας.


Η διπλωματία, ως ένας εκ των κορυφαίων συντελεστών ισχύος, παραμένει σήμερα το μοναδικό όπλο στα χέρια της ΚΔ και ασκείται τα τελευταία χρόνια με μεγάλη επιτυχία. Όμως, όταν ο αποδέκτης είναι η Τουρκία του Ερντογάν, ένα ισλαμικό αναθεωρητικό κράτος που δεν σέβεται το διεθνές δίκαιο, λίγα μπορεί να πετύχει η διπλωματία από μόνη της. Διπλωματία και ισχυρή συλλογική αποτρεπτική ισχύς θα διασφαλίσουν την ειρήνη στην περιοχή και θα επιτρέψουν στην ΚΔ να εκμεταλλευθεί το φυσικό αέριο στη δική της ΑΟΖ. Αλλιώς, ας προετοιμασθούμε από τώρα ότι, είτε θα μοιραζόμαστε το φυσικό αέριο με το ψευδοκράτος, αφού, ταυτόχρονα με τη δική μας εξαγωγή, θα εξάγει και η Τουρκία για λογαριασμό του ψευδοκράτους, ανήμποροι να την εμποδίσουμε, είτε θα αναμένουμε τη λύση του Κυπριακού οψέποτε αυτή συμβεί, για να εκμεταλλευθούμε το φυσικό αέριο.


ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ
Αντιστράτηγος ε.α.