Αναλύσεις

Διεκδίκηση ελευθερίας ως υπόθεση ειρήνης

Η έννοια της ειρήνης παραπέμπει πολύ περισσότερο σε διεκδικητική προσέγγιση της ανθρώπινης δράσης στην κοινωνία και στον κόσμο των κρατών και πολύ λιγότερο στην απλή διάσταση απουσίας πολέμου. Τούτο γιατί οι ανθρώπινες κοινωνίες, ιδιαιτέρως μάλιστα από του Διαφωτισμού και εντεύθεν υπάρχουν ως διεκδικούσες δικαιώματα και ελευθερίες οντοτήτων και όχι τόσο ως κοινωνίες ευρισκόμενες εν αρμονία και εφησυχαστική στασιμότητα.


Κατόπιν τούτου, υπογραμμίζεται η υφιστάμενη κατά περίπτωση από χώρα σε χώρα ή από λαό σε λαό ταύτιση μεταξύ ειρήνης και ελευθερίας, αφού η διεκδίκηση και κατάκτηση εθνικής ελευθερίας φέρνει και την ειρήνη, όχι ως τελική έκβαση μιας πορείας ανθρωπίνων κοινωνιών, αλλά ως συνθήκη-προϊόν εθνικού αγώνος και κατάκτησης βασικών δικαιωμάτων και ελευθεριών σε μια πορεία εθνικής ολοκλήρωσης. Ταυτόχρονα δεν νοείται ειρήνη σε μιαν ανελεύθερη κοινωνία. Τούτο γιατί η ανθρώπινη ύπαρξη και φύση ενεργεί, δραστηριοποιείται και πράττει, διεκδικώντας αενάως και αδιαλείπτως δικαιώματα και ελευθερίες, ενταγμένες σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου.


Η σχέση ελευθερίας και ειρήνης δοκιμάστηκε και πραγματώθηκε στον 20όν αιώνα, ιδιαιτέρως μάλιστα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλαδή από το 1945 και εντεύθεν. Η ειρήνη εμπεδώθηκε αφενός ως διεκδίκηση ελευθερίας και υπόθεση οικοδόμησης του κράτους δικαίου, δηλαδή της πολιτείας εκείνης που εφαρμόζει τη δημοκρατική αρχή, τις ατομικές ελευθερίες και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από την άλλη, στο δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα η έννοια της ειρήνης ταυτίζεται με την αποαποικιοποίηση και την άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης στις αποικιοκρατούμενες περιοχές εν είδει jus cogens, δηλαδή αναγκαστικού δικαίου επί τη βάσει της αρχής ένας άνθρωπος - μία ψήφος.


Αυτή η αρχή της αποαποικιοποίησης ως άσκησης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης για τις αποικιοκρατούμενες περιοχές, παρεβιάσθη προδήλως και βαναύσως στην κυπριακή περίπτωση. Εν προκειμένω, ο βρετανικός δάκτυλος δημιούργησε το πρωτοφανές ως αντίληψη και εφαρμογή διεθνώς για αποικιοκρατούμενες περιοχές «δικαίωμα της αυτοδιάθεσης για τους δύο λαούς της Κύπρου», όπως απεκλήθησαν οι Έλληνες της Κύπρου και οι Τουρκοκύπριοι. Εάν αντιστοίχως κάτι τέτοιο εφαρμοζόταν για τους λαούς της αφρικανικής ηπείρου, τότε η Αφρική θα κατακλυζόταν από πέραν των χιλίων κρατών, κατ’ αντιστοιχίαν των φυλών της.


Επομένως, η περίπτωση της Κύπρου απετέλεσε μια ιδιάζουσα βρετανική κατασκευή, που στέρησε από την μεγαλόνησο, όχι μόνο το δικαίωμα της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης, αλλά οδήγησε και την Κυπριακή υπόθεση σε ταραχώδεις περιόδους που δεν έχουν ακόμη εκλείψει και που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, εφαρμοζομένων των δικαιωμάτων που είχε η Κύπρος εξ αρχής από το διεθνές δίκαιο. Η εμφάνιση της Τουρκίας στο προσκήνιο της κυπριακής υπόθεσης και η τεχνητή μετάλλαξη της τουρκοκυπριακής μειονότητας σε τουρκοκυπριακό λαό, ουσιαστικά πλαστογράφησε την ίδια την ιστορία της Κύπρου, όχι μόνο ως παρελθόν, αλλά προπάντων ως μέλλον, με την έννοια ακριβώς πως ό,τι συμβαίνει σήμερα είναι απόρροια ενός κακού παρελθόντος.


Στο πλαίσιο αυτό, η σημερινή κατάσταση της Κύπρου απαιτεί εγρήγορση και περίσκεψη σε ό,τι αφορά τη διεκδίκηση ενός ειρηνικού και ελεύθερου μέλλοντος, αφού ειρήνη και ελευθερία εν προκειμένω ταυτίζονται. Η θεμελιακή αυτή προσέγγιση προϋποθέτει την οικοδόμηση ενός σύγχρονου κράτους δικαίου, που να εφαρμόζει τη δημοκρατική αρχή για όλους τους πολίτες και να προστατεύει τον λαό ως προς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του. Κάτι τέτοιο πρέπει να λειτουργεί εφ’ όλης της επικράτειας και για το σύνολο του πληθυσμού. Μια τέτοια αντίληψη συνάδει προς τις ευρωπαϊκές αρχές ιστορίας, δικαίου και πολιτικής, δηλαδή του νομικού και πολιτικού πολιτισμού της Ευρώπης, που επιτάσσει για την Κύπρο κράτος που να αναφέρεται εν τοις πράγμασι στις ανωτέρω αρχές ως προδιαγραφές κρατικών και πολιτειακών δομών.
Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο